X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Ψυχικό

Posted by Constantina Delimitrou στο Απριλίου 25, 2014

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 19.03.2014

Έξι νταν δεν είπα στη μάνα σου; Κακή αρχή. Κουνήσου. Το ντιβάνι σου είναι εκεί. Έχει στρώμα με άμμο. Αθάνατο πράμα. Εκεί θα τρως, εκεί θα κοιμάσαι. Το κουτί με τα δέρματα, πιάστο. Για αρχή, θέλω μια ντουζίνα φόντια για λουστρίνι το είκοσι νούμερο, ως τα αύριο. Πού ‘ναι το δείγμα; Ναι, το άσπρο. Α, γεια σου. Γιάδε;  Το βλέπεις αυτό το λουστρίνι με τα κόκκινα χελιδόνια;  Έτσι θα τα κάμεις όλα, στην τρίχα. Και τα τοκαδάκια εσύ θα τα περάσεις. Μη δω βρωμοδουλειές με ξέφτια ή βενζινόκολλες γιατί σχόλασες. Εγώ το ξεκαθάρισα στη μάνα σου, άμα δεν κάνεις, δε πα να ‘χεις ανάγκη, δε πα να ‘χεις και μπάρμπα στην Κορώνη. Πόδι θα πάρεις. Συννενοηθήκαμε; Δυό χρόνια στην κυρα-Ευδοκία εμένα δε μου λένε τίποτα. Να καθόσουνα εκεί κι όχι να της ξεμυάλιζες τον άντρα. Εδώ θα τα ξεμάθεις όλα και θα τα ξαναμάθεις σωστά. Ακούς; Σ-ω-σ-τ-ά.
 
Δίνε βάση τώρα. Πρώτα παίρνεις το φόντι για ρεφιλάρισμα. Είναι μαλακό το δέρμα, γι’ αυτό βάλε το μαχαίρι στο χοντρό μη στο διαλύσει, μα πέρνα τα αργά, μη στομώσει η ρεφιλαριστική και στα κόψει. Κι άμα τα καταφέρεις και τη στομώσεις πρώτη μέρα στο μαγαζί, εγώ θα σε κόψω πρώτος, να το θυμάσαι! Μετά γερμανικιά μπροστά στο φόντι κι όλο τ’ άλλο βενζινόκολλα. Εδώ, πάνω στο μαρμαράκι. Και κράτα τα καθαρά τα μάρμαρά σου, μη τα δω ποτέ κακομοίρα μου χάλια, γιατί θα σε βάλω να τα φας. Πριν σχολνάς θα τα γλείφεις, ένα νταμάρι έχω πληρώσει στον μαρμαρά. Το βλέπεις κείνο ‘κει το σφυράκι; Βούτα το και χάραξε τα σημάδια σου, στο χρέωσα. Θα το πλερώνεις λίγο -λίγο από τα μεροκάματα. Κι άμα σε διώξω, μου τα δίνεις μαζεμένα και το παίρνεις δικό σου. Τι στραβομουτσουνιάζεις μωρή; Μαγιά για το εργαστήρι σου αύριο μεθαύριο! Τι, όλες μαστόρισσες δε θέλετε να μου γίνετε; Ορίστε κυράδες μου. Τ’ ακούτε κι εσείς; Να τ΄αναγνωρίζετε αυτά, εγώ σας βοηθάω όσο μπορώ, που τα ‘χετε βάλει με τα αφεντικά. Έχετε σκεφτεί τί θα κάνατε από μόνες σας χωρίς τον Πανάγο; Θα ψωμολυσσάγατε ρε αν δεν ήμουν εγώ.
 
Να στις δώσω τσάμπα εγώ κυρά μου τις μηχανές, άντε, για άνοιξε το εργαστήρι να σε δω. Για σάλτα μονάχη σου να βρεις μεμιάς μια ντουζίνα κακομαθημένα που να θέλουνε όλα άσπρο λουστρίνι και μάλιστα για ένα κομμάτι ψωμί! Κι άμα σου ξεχαρβαλώσει έστω κι ένα κωλοπάπουτσο, να σε δω εγώ να απαντάς του λόγου σου στις μανάδες. Και να πρέπει μετά να αλλάξεις γειτονιά για να ξανασταυρώσεις πελάτη! Αυτά όμως δεν τα λέτε στα πίτσι- πίτσι σας όταν με κακολογάτε, ούτε τη φύρα μου, ούτε τις αναποδιές, ούτε τα φέσια. Το βλέπετε αυτό το έρμο; Δώδεκα χρονώ και πάει η πέτρα σύννεφο όπου το δούνε. Πες μωρή, πες! Άμα δεν ήμουνα εγώ, θα την έσφαζε η κυρα-Ευδοκία και θα ‘χε και τα δίκια της! Και φαί και ύπνος και δουλειά, ούτε ο παπα-Λάμπρος τέτοια αγιοσύνη. Αλλά βέβαια, τα άλλα λέτε, τα εύκολα. Λες και μια μεγάλη μύτη φτάνει για ‘μαι “ο διάολος ο μεταμορφωμένος”. Τι, νομίζατε ότι δε θα τα μάθαινα; Ε, ρε φαλτσέτα που θέλετε! Γκιόσες!
 
Άστες αυτές, λίγα μαζί τους, χαμένες είναι. Έλα συγκεντρώσου αργούμε, γερμανικιά μπροστά είπαμε. Μωρή, θα τα θυμάσαι; Τα κωλόπαιδα όλο σκουντουφλάνε κι άμα αρχίσουν τα λουστρίνια και ξεχαρβαλάνε, δε το ‘χω σε πολύ να μου βγει το όνομα. Το νου σου! Μιλάω ρε έρμο! Τί χαζεύεις; Ε! Σε πήρανε τα ζουμιά; Μωρή, μαστούρωσες κιόλας απ΄τις κόλλες; Εμ βέβαια, κάτι είχα πάρει πρέφα εγώ ότι η κυρά-Ευδοκία δεν σε είχε μπάσει στη δουλειά για τα καλά. Κορδελιάστρα που τηνε πιάνει η κόλλα, μόνο μαστόρισσα δεν είναι. Για θελήματα σε είχε μόνο τριανταφυλλάκι μου, να παίρνεις τον αέρα σου κι εσύ το παίζεις ιστορία; Όξω σε στρίμωξε κι ο προκομένος της;
 
Μωρή, αρχίζουν και με ζώνουν τα φίδια. Σίγουρα ξέρεις τη δουλειά; Κόλλημα, σφυράκι, τρουκ, φακαρόλα; Έπεσε δουλειά καημένη μου σήμερα, άμα δεν τα ξέρεις, πέστο και τράβα στη μάνα σου γιατί θα μας κάψεις όλους. Μια ντουζίνα φόντια είναι μεγάλη χασούρα! Κάτσε. Κάτσε! Πιάσε τώρα το σφυράκι κι άρχισε το γύρισμα να σε δω! Άμα δε δω με τα μάτια μου δε θα βρω ησυχία εγώ. Την ξέρω εγώ τη μάνα σου τί μαλαγάνα είναι. Στα προξενιά της αδελφής μου, μέχρι παπουτσάκια είπε του έρμου του Διονύση ότι θα τρώει. Μέσα έπεσε. Το τί παπούτσι τρώει ο έρμος δε λέγεται! Μόνο σα φάει χώμα θα ησυχάσει αυτός! Μέχρι οικόπεδο στη θάλασσα σκαρφίστηκε η κυρία, που θάλασσα ούτε απ΄το Πέραμα δεν είχαμε σιμώσει! “Κορδελιάστρα απ΄τις λίγες, ρολόι” με έπρηξε. Για να σε δω το λοιπόν. Ρόζα, κουνήσου, πιάστης ένα φόντι. Ναι, με τη φακαρόλα πάνω. Εδώ μικρή, βούτα το σφυράκι και παλουκώσου στο τραπέζι. Άντε, νυχτώσαμε, ξεκίνα να γυρίζεις να σε δω. Πιο δυνατά, έτσι όπως το πας, μέχρι να φτάσει στο γάζωμα θα ‘χει ξεκολλήσει.
 
Έλα, νυχτώσαμε, ας είναι, έχε χάρη που έχω ανάγκη από χέρια και θα το κάνω το ψυχικό, πες της μάνας σου. Αλλά να της το τονίσεις. Ψυχικό θα ‘ναι. Άκου, κορδελιάστρα! Άρπα την κούτα με τα φόντια και ξεκίνα. Μέχρι το βράδι να τα ‘χεις παραδώσει στον μαστρο-Μιχάλη να τα δει. Άμα δεν προλάβεις, εμείς πάμε σπίτι, εσύ το γαλατάκι σου κι ούτε κουβέντα να πέσεις στο στρώμα πριν τελειώσεις. Εντάξει; Ξηγημένα πράγματα. Ε! Το νου σου μωρή τα λάδια! Σήκω πάνω! Αυτό μου ΄λειπε τώρα. Τι ‘ναι ρε σαφρακιασμένο; Τι ‘ειν’ τούτο; Κοιλοπονάς; Κιόλας; Μωρή, πέντε μηνών μου ‘πε η μάνα σου, άσ’ τα σάπια και σήκω! Στη δουλειά σας εσείς! Καλά. Μια φορά άμα θες να γεννήσεις πρόβλημά σου, άμε στο στρώμα και ξεντεριάσου όσο θες. Τα φόντια σου μόνο, να τα ‘χεις βγάλει ως το πρωί γιατί αλλιώς σε βλέπω να μοστράρεις στην πρώτη σελίδα. Τράβα τώρα!  

 

Το διήγημα ‘’Ψυχικό” διακρίθηκε στον 3ο διαγωνισμό διηγήματος ΛόγωΤέχνης της ArtSpot και συμπεριλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων ‘’11 Λέξεις’’ των Εκδόσεων Καλέντη.

 

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: