X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

10 A.C.

Posted by Constantina Delimitrou στο Απριλίου 5, 2012

Είναι αδιανόητο, το ξέρω, αλλά η κρίση για την πλειονότητα δεν είναι υπόθεση δύο ή τριών χρόνων για να φέρει τόση απελπισία, κατάθλιψη και φυγή. Είναι κοντά στη δεκαετία που αυτή η μαλακισμένη αίσθηση να τρέμεις τυχαία γεγονότα, να είσαι έρμαιο συνθηκών που καθόλου δεν μπορείς να ελέγξεις, εξουθενώνει κόσμο. Τα τελευταία δύο χρόνια απλά έγινε κοινό αίσθημα και επιτέλους είναι μεγάλη ανακούφιση να βλέπεις τα newsfeed σου να συντονίζονται λίγο περισσότερο με το μέσα σου. Και η γιγάντια απόφαση της φυγής, δεν σου φαντάζει πια καθόλου γιγάντια, δεν είναι κάτι της στιγμής, ούτε φεύγεις για να ανοίξεις ορίζοντες.

Η απόφασή μου να φύγω δεν ήταν επειδή για δύο χρονάκια ζορίστηκα. Ήταν επειδή βαρέθηκα να τρέμει το φυλλοκάρδι μου κάθε φορά που η ρουτίνα μου έπρεπε να ξεφύγει από την προσεκτικά υπολογισμένη νόρμα. Αυτό που άλλοι λένε ρουτίνα, αλλά για σένα είναι ασφάλεια. Μια απεργία στις συγκοινωνίες σημαίνει ότι είτε θα σε γονατίσει η βενζίνη είτε ότι θα κινδυνέψει η θέση σου. Μια έξτρα χρέωση της εφορίας, ένας ακόμη λογαριασμός, μια μείωση του μισθού, ακόμα και το παραμικρό προβληματάκι στο αυτοκίνητο ή μια ξαφνική επίσκεψη σε γιατρό, είναι γιγάντια απόκλιση από τον ήδη ανύπαρκτο προυπολογισμό σου. Απλά πράγματα για τους πολλούς, μετατρέπονται σε εκστρατείες ολόκληρες, αν πεις για μια φορά να ακολουθήσεις, έτσι για να νιώσεις λίγο φυσιολογική.

Την απόφασή μου αυτή, να φύγω χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ενίσχυσε τρομακτικά το τελευταίο τρίμηνο πριν έρθω στην Κύπρο. Ακόμη τρέμω εκείνη τη μαύρη εποχή που χρειάστηκε να μείνω μόνη μέχρι να μεταναστεύσω. Για τρεις μήνες έπρεπε να πηγαινοφέρνω το μωρό στις γιαγιάδες, να δουλεύω με τρεις ώρες διαδρομή καθημερινά, να φέρνω βόλτα το σπίτι, να φοβάμαι μην αρρωστήσω, μην αρρωστήσει, να προσπαθώ να την κοιμήσω και να κοιμηθώ. Κι όλα αυτά, με το άγχος της νέας χώρας και τον άνθρωπό μου να ταλαιπωρείται τρομακτικά με ποδαρόδρομους ωρών καθημερινά, πανάκριβα ξενοδοχεία και αρκετά άστεγα βράδια. Και αυτά, απ΄όσα μου έλεγε.

Μίσησα μέσα από την ψυχή μου τον τρόπο που εκδιώχθηκα από το σπίτι μου και θύμωσα απίστευτα που μετά από τόσα χρόνια δουλειάς και κούρασης δεν υπήρχε η ελάχιστη αίσθηση γαλήνης που θα ‘πρεπε να υπάρχει όταν γυρνάς σπίτι σου το βράδι. Και την έψαξα αλλού. Και τη βρίσκω διακεκομένη γιατί τα μόνα που μου λείπουν δεν μπορώ να τα έχω. Δεν γίνεται να ξεκολλήσω συθέμελα ένα τσούρμο σπίτια με ανθρώπους και να τα ριζώσω δίπλα στο νέο μου σπίτι.

Η “κατάρα” της γαλήνης που στη δώσανε με αρκετά χιλιόμετρα ανταλλαγή, είναι ότι έχει ταβάνι. Θα έχεις πάντα τον κίνδυνο να βλέπεις τα ακριβή όριά της όταν μιλάς με τους δικούς σου πίσω. Όταν ας πούμε, σου λέει χαρούμενος ο πατέρας σου ότι έκατσε δυο ώρες στην ουρά για μια σακούλα ρύζι, εσύ κάθε φορά, θα κατεβάζεις το κεφάλι για να μη βρει στο καινούργιο σου ταβάνι.


Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Sorry, the comment form is closed at this time.