X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Στο ράφι

Posted by Constantina Delimitrou στο Οκτωβρίου 22, 2010

Ένας από τους μόνιμους τρόμους μου στο ψιλικατζίδικο ήταν κάθε που άρχιζαν να αδειάζουν τα ράφια. Αν είχα δέκα πακέτα χαρτοπετσέτες, έφευγαν την ίδια μέρα. Αν έμενα με μία, μπορεί και να τη φορτωνόμουν για μήνα. Δεν το καταλάβαινα όμως πολύ καλά. Άμα έχεις ανάγκη χαρτοπετσέτες, τί διάολο σε νοιάζει πόσες έχει το ράφι; Πας, τις τσιμπάς και τέλος. Άντε το πολύ να χαλαστείς άμα είναι για τα μπάζα ή πανάκριβες. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι.

Έντονα χρώματα, μεγάλα γράμματα, γυαλιστερά προϊόντα, φίσκα ράφια. Η Αγία Βαρβάρα είναι ο μεγεθυντικός φακός της παραμικρής τάσης και νοοτροπίας. Άμα δηλαδή κάτι δεν πιάνουν καλά οι κεραίες σου, κάνεις μια βόλτα κατά ΄δω και όλα σκάνε στη μάπα σου σε μεγέθη που και να θες, δε μπορείς να τ' αγνοήσεις. Τα μαγαζάκια των τσιγγάνων με τα - όχι και τόσο - μαϊμού ρούχα είναι πίτα σε χρυσάφια και στρας, τεράστια λογότυπα σε κάθε πιθανό σημείο του εμπορεύματος και αγκράφες τριπλάσιες σε μέγεθος από τις ζώνες. Όλα πρέπει να δείχνουν “ΑΚΡΙΒΟ” και “ΕΠΩΝΥΜΟ” αλλιώς στοκάρονται επικίνδυνα.
Οι τσιγγάνοι οσμίζονται καθαρότερα τα πράγματα παρόλο που η κουλτούρα τους, επιβάλλει υπερβολές. Ο χρυσός κανόνας των απανταχού εμπόρων, εδώ σκάει κανονικά στη μάπα σου: το μαγαζί πρέπει να ξεχειλίζει εμπόρευμα. Μέχρι βεντούζες θα δεις στις (μόνιμα ανοιχτές προς τα έξω) πόρτες τους με κρεμασμένα παπούτσια απ΄τα κορδόνια. Περπατάς στο πεζοδρόμιο και τρακάρεις σε γυάλινες πόρτες με βεντουζωμένα παπούτσια. Το ξεφτίλισαν αλλά ο κανόνας ισχύει.

Πάει λίγες βδομάδες στις απεργίες που είδα πώς είναι ένα σούπερ μάρκετ με άδεια ράφια. Μιζέριασα. Η χλωρίνη μου μόνη της δεν έδειχνε πια η καλύτερη και η οδοντόκρεμα με το ντούπερ συστατικό δεν φαινόταν να ξασπρίζει πια, χωρίς να έχει δίπλα της άλλες δέκα φτηνιάρες που απλά καθαρίζουν δόντια ή έστω μια πανάκριβη που να ζεις για να πάρεις κάποτε. Δυσκολεύομαι να κινούμαι σε κόσμους με μία χλωρίνη, μία οδοντόκρεμα, μία χαρτοπετσέτα. Ζορίζομαι και μιζεριάζω. Και τα ράφια ολοένα κι αδειάζουν.

Ένα μισοάδειο ράφι σε διώχνει. Έτσι το μάθαμε. Σου φέρνει μιζέρια και καμία διάθεση να ψωνίσεις. Και ο Έλληνας όσο φτωχαίνει τόσο πιο λαρτζ γίνεται. Θέλει δέκα μάρκες χαρτοπετσέτες για να γεμίσει το μάτι του, δέκα ποιότητες να στουμπώσει το μυαλό του, δέκα ισχυρά λογότυπα να νιώσει ασφαλής, χρειάζεται πλέον ένα κάρο συνθήκες για να τιμήσει το μαγαζί με τα λεφτά του. Θέλει τις πανάκριβες χαρτοπετσέτες του, δίπλα στις φτηνές πριν αγοράσει τις μέτριες. Θέλει όλα τα χρώματα και σχέδια πριν πάρει τις άσπρες. Αν δει μόνο μία ξενερώνει, δεν του κάνει καρδιά να βουτήξει στον Μαγικό Κόσμο Της Χαρτοπετσέτας γιατί αυτό που τελικά ήθελε δεν ήταν η χαρτοπετσέτα, την έκανε την δουλειά του και με λίγο κωλόχαρτο, αυτό που τελικά ήθελε ήταν να νιώσει ότι τον σέβονται, ότι του δίνουν επιλογές, ποιότητα και αξία. Να δείχνει σημαντικός, γκουρμές, ελίτ. Όλα αυτά δηλαδή που δεν έχει και ούτε θα αποκτήσει ποτέ. Τουλάχιστον όχι με τους παραδοσιακούς τρόπους.

Τριγύρω λουκέτα. Η αγορά ψόφησε λένε. Μπα. Τα μικρά μαγαζάκια ψοφάνε. Δεν μπορούν να είναι πια τόσο φίσκα όσο συνηθίσαμε. Θες πολλά τετραγωνικά, φώτα και κυρίως γεμάτα ράφια για να επιβιώσεις. Όσο πιο φτωχός ο πελάτης, τόσο πιο πλούσια τον μεταχειρίζεσαι. Όσο πιο φτωχός γίνεσαι, τόσο πιο πολύ χρειάζεσαι τη μόστρα. Τόσο πιο πεισματικά αρνείσαι την πραγματικότητα.



Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: