X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

UNTITLED 2

Posted by Constantina Delimitrou στο Αύγουστος 7, 2005

…OR THERE IS NO TITLE FOR THIS

<>Τα μαγαζιά σαν το δικό μου, αποτελούν το σημείο αναφοράς της γειτονιάς. Τα περισσότερα κουτσομπολιά, οι μεγαλύτεροι καυγάδες, όλες οι ίντριγκες εδώ. Ότι σημαντικό παιχτεί τριγύρω, πάντα θα το γνωρίζω και σε «περίεργες» καταστάσεις πρέπει να είμαι απίκο. Ίσως επειδή το μαγαζί είναι ανοιχτό από το πρωί ως το βράδι, ίσως επειδή το θεωρούν στέκι, ίσως επειδή έφαγε πετριά ο άντρας μου και τους κοτσάρισε απ΄όξω και ένα παγκάκι, για να τα λένε με την άνεσή τους.

<>Έχουν παιχτεί τρελλά σκηνικά με ναρκομανείς, μεθυσμένους, καυγάδες. Έχω περιθάλψει δαρμένες, λιπόθυμες, υστερικιές και όπως καταλαβαίνετε, οι μπάτσοι είναι συχνά εδώ.

<>Αυτό όμως που συνέβη χθες, είναι κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί. Μια ηλικιωμένη πελάτισσα, μου ΄φερε τον Σάκη. Ένας τετράχρονος Ιρακινός που ΄χε χαθεί. Από τα κλάμματα, δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει πού χάθηκε ακριβώς, πώς ήταν το επίθετό του, πού έμενε. Και σαφώς ένα τετράχρονο πιτσιρίκι, που δεν μιλάει καλά ελληνικά, δεν πρόκειται να σου δώσει στοιχεία όπως το τηλέφωνο, την διεύθυνση και τον αριθμό ταυτότητας της μάνας του.

<>Όπως καταλαβαίνετε, το τάραξαν το πιτσιρίκι. Ότι αργόσχολοι και ψυχοπονιάρικοι γείτονες είχαν ξεμείνει στη γειτονιά, ήρθαν να προσθέσουν στο θρίλερ έναν τόνο φρίκης παραπάνω. Και ο Σάκης να ουρλιάζει. Κανείς δεν το γνώριζε, που θα ήταν το μόνο χρήσιμο που θα περίμενα, και τον ρωτούσαν ότι μπορείτε να φανταστείτε. –Πώς τη λένε τη μαμά; - Μαμά –απαντούσε φυσικότατα - (λες και ένα μωράκι διαχωρίζει ότι το μοναδικό πράγμα που λατρεύει, μπορεί να έχει ένα οποιοδήποτε κοινό όνομα).

<>Δεν είχαν την παραμικρή διακριτικότητα να κάνουν έστω λίγο παραπέρα για να το αφήσουν να αναπνεύσει από τους λυγμούς. Ευτυχώς κάποιος φώναξε την αστυνομία. Το μικρό συνέχισε να ουρλιάζει. Είχα ακούσει πως πρέπει σε αυτές τις περιπτώσεις να τα καθησυχάζεις και να τους λες παρόμοιες ιστορίες με αίσιο τέλος. Έσκυψα στο αφτί του και του είπα ότι είχα χαθεί και ΄γω μικρή και μάλιστα σε ξένη χώρα. Ότι ήρθαν οι αστυνομικοί και με πήγαν αμέσως στη μαμά μου.

<>Ο Σάκης, γούρλωσε τα μάτια και με ακολούθησε στο παγκάκι για να ακούσει την υπόλοιπη ιστορία. Έλεγα, έλεγα σαν μαλάκας μέχρι να δεήσει να έρθει το περιπολικό και πιό πολύ να μην τρομάξει ο μικρός, και εκεί που μίλαγα, τσιτώνεται απλώνει το χέρι και μου λέει «αυτό θέλω». Όση ώρα μίλαγα εκείνος τελικά κοιτούσε πίσω μου την αφίσα με τον τεράστιο πύραυλο σοκολάτα. Έστω, ας μην ούρλιαζε, κι ας ήταν ο πύραυλος πιο μεγάλος από κείνον.

<>Ο Σάκης πλέον ευτυχισμένος, ξέχασε για λίγο την μαμά του και έτσι ήσυχα περιμέναμε το περιπολικό. Μόλις είδε τους μπάτσους κατατρόμαξε. Προσπάθησαν να τον βάλουν μέσα, με τίποτα. Άντε πάλι ουρλιαχτά. Τον σούραμε πίσω στο παγκάκι και του εκθειάζαμε το αυτοκίνητό μου για να τον πάμε με αυτό στην μαμά. Ψιλοπείστηκε, αλλά μας είπε πρώτα να φάει το παγωτό. Άντε να περιμένεις τώρα μαζί με άλλα είκοσι άτομα, πότε θα φάει την παγωτάρα.

<>Κάτι δεν μου κόλλαγε όμως από όλη την ιστορία. Δεν είναι δυνατόν να έχεις χάσει ένα μωρό και να μην έχεις βγει στους δρόμους, να μην έχεις πάει στο τμήμα της γειτονιάς. Αφού τον πήγε ο άντρας μου στο τμήμα, γύρισε μετά από κάνα μισάωρο. Τον είχαν τον Σάκη σε ένα γραφείο της ασφάλειας και προσπαθούσαν να μάθουν περισσότερα.

<>Δεν αναγνώριζε ούτε την εικόνα του Χριστού που του έδειξαν πάνω στον τοίχο, δεν ήξερε να τους πει τίποτε παραπάνω. Ευτυχώς, μετά από λίγο ήρθε ο διευθυντής της ασφάλειας και τον αναγνώρισε. Έμενε λίγο πιο πέρα από το Αστυνομικό τμήμα. Πήρε παράμερα τον άντρα μου και του είπε πως δεν είναι η πρώτη φορά που έχει χαθεί και πως τις προηγούμενες δεν τον αναζήτησε κανείς. Καλά που ήξεραν το σπίτι του.

<>Φαντάζομαι ότι ο Σάκης με το ζόρι στάλθηκε σαν ανεπιθύμητο δέμα πίσω στο σπίτι του.

<>Φαντάζομαι ότι η μαμά του, που είναι σκέτο μαμά για τον Σάκη, δυσανασχέτησε και περιμένει πώς και πώς την επόμενη φορά που θα ξαναχαθεί.

<>Και ΄γω περιμένω πώς και πώς να τον κεράσω ξανά πύραυλο σοκολάτα, που μάλλον δεν τρώει συχνά.

Advertisements

6 Σχόλια to “UNTITLED 2”

  1. DiS said

    Την επόμενη φορά, αντί για την αστυνομία, πάρτε τηλέφωνο το «Χαμόγελο του Παιδιού». Αν μη τι άλλο, θ’ ασχοληθούνε και με τα σόγια του, όχι μόνο να το ξαποστείλουν σπίτι.

  2. kostas said

    anytime, i read what you have to say gives me hope.
    perhaps, all is not lost.

  3. COSTANTINA said

    Dis, ήμουν στο Χαμόγελο εθελόντρια και να είσαι σίγουρη, έχω βοηθήσει πολλά παιδάκια. Σε αυτή την περίπτωση όμως, δεν γνώριζα ότι ο Σάκης είναι ανεπιθύμητος. Έπειτα, φαντάζομαι ότι θα υπάρχουν νόμοι για παιδιά που δεν αναζητούνται από τους γονείς τους και δεν θα δίνονται πίσω με το ζόρι. Το μόνο που θα σου πω, είναι ότι αυτό το παιδάκι πέρασε μόνο του τη λεωφόρο για να καταλήξει στην γειτονιά μας.

    Κώστα, many is lost but of course not all. Σ΄ευχαριστώ. Αλήθεια, γιατί δεν φτιάχνεις ένα μπλόγκ; Θα ήμουν πολύ περίεργη για την ζωή σου στην Αμερική και θεωρώ ότι έχεις πολλά να πεις.

  4. kostas said

    you know, newmanifesto asked me about it before you.
    the most obvious answer and perhaps the closest to the truth is that i’m laaaaazy.
    as a dj for a good many years, i should have gotten into producing by now. and i have friends you are really willing to help me if i ever made the move.
    my answer is that not everybody and their mother needs to put out songs. somebody has to listen to them and appreciate it.
    well, it’s about the same with reading other people’s blogs. so you can dicover the good talent and tell them so.
    and as you know, i’m not shy about revealing myself. you will see bits and pieces of me around.
    it’s around 5 o’clock in the morning and i just got back from work. thank god, you and macmanus are up and around so i can get my fix before bed.
    by reading you, i get all optimistic, by reading macmanus i get into fights.
    i love you both.

  5. Marina said

    Τα αμολάνε τα παιδιά σαν τα κουνέλια και μετά δεν τα θέλουνε, ένα στόμα λιγώτερο. Πάλι καλά αυτή τη φορά που βρήκε τη μαμά του.
    Είχα δεί ένα φίλμ με τον Ομάρ Σαρίφ πρίν 2-3 χρόνια με τίτλο «ο κ. Ιμπραήμ» που είχε μπακάλικο και πολλά παιδιά μπαίνανε..σαν κι αυτό.. πολύ αισθαντικό έργο..

  6. Κωσταντίνα,
    κάποτε υπήρξε ένας τέτοιος πιτσιρικάς και στη δική μου ζωή. Δεν ήταν απ’ το Ιράκ, αλλά ελληνόπουλο. Δε το έλεγαν Σάκη, το έλεγαν Μπάμπη.
    Όσο είχε καλοκαιρία, ο Μπάμπης γύρναγε μονίμως μ’ ένα ξεχαρβαλιασμένο ποδήλατο κάνοντας βόλτες σε δρόμους κεντρικούς γεμάτους κίνηση, κι εμένα η ψυχή μου πήγαινε στην Κούλουρη.
    Το χειμώνα έμπαινε στα λεωφορεία της γραμμής κι οι οδηγοί τον είχαν πια μάθει και τον πήγαιναν βόλτες πάνω κάτω.
    Δεν έχω ιδέα αν οι γονείς του το ήθελαν ή όχι. Ξέρω όμως πως για δυο χρονιές ο μικρός ήταν η μόνιμη έγνοια μου όσο ήμουν στο Λύκειο. Ευτυχώς πάντα πέρναγε απο κει και πάντα είχα να του δώσω κάποιο κέρασμα, ανάλογα με την εποχή.
    Κάποια στιγμή τον κατάφερα και τον πήγα στις κούνιες. Δεν ήθελε να παίξει. Τον τρόμαζαν τ’ άλλα παιδιά. Ήταν με παλιά ρούχα και ψιλοβρώμικος και τα υπόλοιπα τον κορόιδευαν, εκείνος θύμωνε και έκρυβε το δάκρυ πίσω απ’ τα μάτια.
    Περιμέναμε παράμερα, εγώ καθισμένη στο παγκάκι κι εκείνος να κόβει βόλτες πέρα δώθε, κλοτσώντας με τη μύτη του ξηλωμένου παπουτσιού του το γρασίδι.
    Όταν έπεσε το βράδυ και τα παιδάκια είχαν αραιώσει, τον πήρα και τον έπεισα να κάνουμε μαζί κούνια. Δεν είχε κάνει ξανά. Κάθισα στην κούνια, τον πήρα αγκαλιά και κουνιόμασταν, μέχρι που τον μικρό τον πήρε ο ύπνος.
    Τότε μ’ έπιασε πανικός. Ήμουν έφηβη μ’ ένα παιδάκι περίπου εφτά χρόνων που έμοιαζε μονάχα πέντε στην αγκαλιά που κοιμόταν…τί να έκανα;
    Τον ξύπνησα μαλακά και του είπα πως έπρεπε να φύγω. Τον ρωτούσα να μου πει που θα παει, αν είχε σπίτι, μαμά, μπαμπά, γονείς. Δεν έλεγε τίποτα. Με κοίταζε μονάχα.
    Κάποια στιγμή γυρνάει και μου λεει, Θα με φέρεις κι αύριο το βράδυ εδώ; Θα σε φέρω του απαντώ.
    Αυτό ήταν. Όλο εκείνο το καλοκαίρι, που μας έχανες που μας έβρισκες, με τον Μπάμπη στις κούνιες. Κάποια μέρα, πέρασε ένα άλλο πιτσιρίκι, κάπως μεγαλύτερο απο τον μικρό προστατευόμενό μου.
    Κάτι τον ρώτησε, κι ο Μπάμπης γύρισε και με ύφος του είπε: Αυτή είναι η αδελφή μου ρε!
    Την επόμενη χρονιά τον έχασα. Έκτοτε δεν τον ξανάδα.
    Πολλά χρόνια μετά, είδα ένα παλικάρι εισπράκτορα στα υπεραστικά λεωφορεία. Ήταν ο Μπάμπης.
    Ντράπηκα να παω να του μιλήσω.
    Στο τέλος της διαδρομής, καθώς κατέβαινα, τον ρώτησα αν τον λέγανε Μπάμπη.
    Εκείνος με κοίταξε για λίγο (τα μάτια του ήταν ακόμα ίδια), και μου είπε απλά, Κάποτε με φωνάζανε έτσι. Κι έπειτα έσκυψε το κεφάλι.
    Δεν ρώτησα τίποτα άλλο. Του γέλασα κι έφυγα.
    Καμιά φορά, όντως, υπάρχει ελπίδα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: