X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Άρθρα με ετικέτες ‘Memories’

ίνερ πισ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουλίου 23, 2009

Κοιτώντας λίγο πίσω και παρατηρώντας αυτά που με ανησύχησαν ή με χαροποίησαν πολύ στο παρελθόν, αρχίζω και συνειδητοποιώ ότι το “κατσάδιασμα” που έριξα πριν καιρό σε έναν περίφημο σεμιναριάρχη και εξαιρετικά υπομονετικό άνθρωπο, δεν έπρεπε να το είχα ρίξει και σόρι δηλαδή αλλά ήταν πολύ παράξενο αυτό που μου ΄πε για να το καταπιεί η μυαλουδάρα μου χωρίς κρας τεστ.
Μου είχε πει λοιπόν ότι η αντίδραση και τα συναισθήματά μας στα εξωτερικά ερεθίσματα (εάν δεν μιλάμε για ερεθισματάρες) δεν έχει να κάνει με αυτά καθεαυτά τα ερεθίσματα αλλά με το πόσο καλά ή όχι νιώθουμε εμείς τη δεδομένη στιγμή. Το εσωτερικό μας θερμόμετρο συγκεκριμένα το είχε ονομάσει. Για να το καταλάβω καλύτερα, μου είχε πει να ψάξω περίπου παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν και να μετρήσω το τότε θερμόμετρό μου και τις αντιδράσεις μου για να καταλάβω τι εννοεί. Εντάξει έβαλα τα γέλια για το “θερμόμετρο” και για τις εκφράσεις που χρησιμοποιούν συνήθως στα σεμινάρια όπως “βρες ένα αγαπημένο μέρος και πήγαινε με το μυαλό σου” και “ας χαϊδέψουμε το εσωτερικό μας παιδί” αλλά τελικά την έφαγα τη φόλα για τα καλά.

Σήμερα στο ξεκάρφωτο μου ήρθαν δύο τρακαρίσματα που είχα παλιά. Εντελώς κουκουρούκου ήμουν και στα δύο. Το ένα συνέβη εκείνη την χαρακτηριστική εποχή που θυμάμαι καλά και που το θερμόμετρό μου έλεγε άριστα 10. Έτυχε λοιπόν μια μέρα και μου τράκαραν τον τσίφτη. Το πίσω φανάρι λιάδα και ένα καρούμπαλο ΝΑ. Ε, η αντίδρασή μου ήταν να βγω με γέλια και να πω στον τρομοκρατημένο γερούλη να χαλαρώσει και να αφήσει τις αστυνομίες και τις ασφάλειες. Επέμενε ο άνθρωπος να με αποζημειώσει έστω με μετρητά και τον αποτέλειωσα λέγοντάς του πως ό,τι χαλάει στα σαραβαλάκια όπως ο τσίφτης δεν κοστίζει πάνω από πεντοχίλιαρο, σιγά το φοβερό δηλαδή και τον αποχαιρέτησα βιαστικά. Μέχρι την τελευταία φορά που κοίταξα πίσω μου από τον καθρέφτη, ο γερούλης στεκόταν στη μέση του δρόμου αποσβολωμένος και με κοίταγε σαν ούφο. Θα μου πεις αυτά πήγαινε πέστα στο δεύτερο τρακάρισμα κάνα χρόνο μετά, στον ταρίφα που έπεσε πάνω μου και μας άκουσε όλη η Καλλιθέα αλλά οκ, τώρα που το σκέφτομαι ήταν μια γαμωεποχή που τώρα μπορώ να το παραδεχτώ ότι το θερμόμετρό μου είχε πέσει κάτω του μηδενός.

Ο σεμιναριάρχης είχε δίκιο ο άνθρωπος. Από σήμερα κατέληξα πως είναι γαμάτη θεωρία και την μοιράζομαι γιατί θέλω να της προσθέσω ένα κατιτίς που επίσης ανακάλυψα σήμερα. Όσο κοιτάω πίσω, παρατηρώ πως όσο μεγαλώνω ανεβαίνει ένα τσικ το εσωτερικό μου θερμόμετρο. Πρέπει αντικειμενικά να συνωμοτήσουν όλα τα παράλληλα σύμπαντα για να χαρώ πια σαν τη χαζή ή να γαμηθεί ο Δίας για να γίνω έξαλλη από θυμό ή νεύρα. Που γαμιέται συχνά δηλαδή αλλά τέλος πάντων δεν είμαι πια τόσο πολύ έρμαιο των εξωτερικών συνθηκών όπως πρόσφατα ανακάλυψα ότι ήμουν. Και είναι ρε παιδάκι μου λίγο ασφάλεια αυτό, είναι λίγο ανακούφιση, είναι σαν να έχεις καταφέρει να στήσεις μέσα σου ένα ιγκλού που μπορεί απ΄έξω να βαράνε καταιγίδες και χιονοθύελλες, μπορεί να είναι φτιαγμένο μόνο από πάγο αλλά άμα έχεις καταφέρει να χωθείς μέσα καλά, απλά τις ακούς να λυσομανάνε και δεν κινδυνεύεις τόσο από το κρύο. Καλά που και που σου φεύγει κάνα παγότουβλο αλλά έχεις μάθει σχεδόν πως να βουλώνες τις τρύπες πια.

p.s. Τώρα το πως ανεβάζεις το ρημάδι το θερμόμετρο είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία. Πρέπει λέει να βρεις το αγαπημένο σου μέρος για να ταξιδεύεις συχνά εκεί με το μυαλό σου και ναι, σωστά καταλάβατε, να μην ξεχνάς να χαϊδεύεις το εσωτερικό σου παιδί. :D


Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , | 14 σχόλια »

Ασήμωσε

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουλίου 5, 2009

Πολλές φορές βαριόμουν αφόρητα και μερικές άλλες παθιαζόμουν για πράγματα που όταν τα ξανασκέφτομαι τώρα πια, νιώθω όπως την πρώτη στιγμή που τα αντιμετώπισα: παρατήστε με ήσυχη να κάνω ότι γουστάρω εδώ μέσα, δεν μπορείτε να μου επιβάλλετε τίποτα περισσότερο από όσα μου επιβάλλετε στον έξω κόσμο. Διαφήμιση ή όχι στα blogs, ανωνυμία – ψευδωνυμία ή επωνυμία στα blogs, να βρίζεις ή να μιλάς καθώς πρέπει, να γράφεις τα προσωπικά σου ή όχι, να αφήνεις να σε βρίζουν στα σχόλια ή είσαι κατά της ελευθερίας του λόγου (sic), να το λες όταν διαφωνείς με ένα κείμενο ή να κάνεις την πάπια (και ειδικά όταν είναι “φίλος”), να γράφεις για ενήλικα θέματα ή να γράφεις μόνο κατάλληλα για όλους, να καταγγέλεις τα δημόσια πράγματα με το όνομά τους ή κεκαλυμμένα...

Κάθε θέμα από τα παραπάνω και ένα σωρό άλλα τέτοιου είδους ήταν αντικείμενα μπλογκοπολέμων, εκατοντάδων σχολίων, άπειρου μίσους και ίντριγκας για να καταλήξουμε αυτή τη στιγμή να μην απασχολούν σχεδόν κανέναν εκτός από μεσήλικες που είναι καινούργιοι στο μέσο και μεσήλικες χωρίς καμία σωτηρία το μάθουν ποτέ. Θέλω να πω, πως πλέον όποιος θέλει βάζει διαφήμιση στο blog του χωρίς αστείους χαρακτηρισμούς όπως “προδότης”, οι “κακές λέξεις” απενοχοποιούνται καθώς πια τις βρίσκεις και στα έντυπα και στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, όποιος θέλει γράφει τα προσωπικά του ή λέει το όνομά του ή όχι, ο καθένας διαχειρίζεται τα σχόλια στο blog του όπως γουστάρει χωρίς να χαρακτηρίζεται φασίστας, άμα διαφωνείς κάθετα με ένα ρημαδοκείμενο δε φοβάσαι μην τυχόν και σε κακοχαρακτηρίσουν (και κυρίως έχουν την νοημοσύνη οι περισσότεροι να καταλάβουν ότι δεν είναι απαραίτητο να έχεις κάτι εναντίον αυτού που το έγραψε), γράφεις για ό,τι σου καπνίσει όσο ενήλικο κι αν είναι, βλέπεις καθημερινά κείμενα με επώνυμες καταγγελίες για συγκεκριμένα πράγματα και ανθρώπους, κ.ο.κ. Πράγματα αυτονόητα παντού, τώρα γίνονται επιτέλους αυτονόητα και στο ελληνικό νέτ. Φυσικά, μιλάω για τους νορμάλ ανθρώπους πάντα.

Όλο αυτό που ζούμε είναι μία εντελώς νέα διάσταση στην ανθρώπινη ζωή όπως χαρακτηρίζεται από κοινωνιολόγους και ψυχολόγους και είναι υγιείς οι αντιδράσεις, αλλά μέχρι ενός σημείου θα προσθέσω εγώ. Με την ελληνική κοινωνία η σύγκρουση ήρθε και έδεσε. Άντε τώρα να καταφέρεις να εισάγεις ομαλά στο νετ κάποιον που είναι ήδη δυσλειτουργικός στον έξω κόσμο. Γιατί πώς να μάθει τώρα εκείνος που από τότε που γεννήθηκε εκπαιδεύτηκε να μισεί όποιον φέρει αντίθετη άποψη, να δεχτεί ένα αρνητικό λινκ στο κείμενό του; Πώς να συζητήσεις με κάποιον που μέχρι σήμερα ακόμη ψάχνει πίσω από απόψεις και πλέκει συνωμοσίες για καθετί που δεν γνωρίζει και δεν έχει σκοπό να ψάξει περισσότερο; Πως καν να συζητήσεις με κάποιον που δεν θέλει να συζητά; Όλα αυτά πιτώνουν τελείως όταν μπουν στη μέση τα πολιτικά, τα ποδοσφαιρικά ή τέλος πάντων εκείνα τα ελάχιστα που πυροδοτούν τη σκέψη του νεοέλληνα.
Και μπορεί τα πρώτα χρόνια αρκετοί να πίστευαν ότι μπορούν εδώ να υποδυθούν τα πάντα, ότι μπορούν να φαίνονται κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι, τώρα πια όμως η εκπαίδευση στο νέο μέσο καθώς αυτό γίνεται η συνέχεια της έξω ζωής και όχι μια άλλη παράλληλη ζωή, δυσκολεύει τους δυσλειτουργικούς εξίσου γιατί κάνουν μπαμ από χιλιόμετρα.

Ένα από τα πιο γαμιστερά επαγγέλματα που έχω ανακαλύψει τα τελευταία χρόνια είναι οι futurists, ελληνιστί μελλοντολόγοι. Και μπορεί οι περισσότεροι να νομίζουμε ότι πρόκειται για καφετζούδες, πρόκειται όμως για ένα επάγγελμα έτη φωτός μακριά από τέτοιες μαλακίες. Οι futurists λαμβάνοντας υπόψη κάθε επιστήμη, προβλέπουν το μέλλον του ανθρώπου αναλύοντας στοιχεία, τεχνολογίες και τάσεις. Ξέρω ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει περίπτωση τέτοιο επάγγελμα να στεριώσει, είναι άπειρα δύσκολο να κάτσεις να βάλεις την δυσλειτουργικότητα σε νόρμες για να βγάλεις μελλούμενα, αυτό όμως που ξέρω είναι πως σε γενικές γραμμές είναι πολύ σκούρα τα πράγματα για όσους βρίσκονται από την ηλικία μου και πάνω και διαθέτουν γκομπιούτερ και ιντερνέτι. Καλά, αυτό με την ηλικία μην το πάρετε τοις μετρητοίς. Τα ΕΛ-μαλακογονίδια είναι πιο ανθεκτικά κι απ΄τις κατσαρίδες.

Οι προβλέψεις λένε πως ο άνθρωπος πρόκειται να ζήσει μια τρομερή μετάλλαξη προς το καλύτερο. Ότι δηλαδή η ανθρώπινη προσωπικότητα θα εμπλουτιστεί, θα ξαναφιλοσοφήσει και θα ανθίσει με τη βοήθεια του internet καθώς της δίνεται ένα νέο τεράστιο πεδίο δράσης, με γνώσεις και ερεθίσματα για ακόμη περισσότερα ενδιαφέροντα στα οποία δεν θα είχε ποτέ πρόσβαση ή δεν θα τολμούσε να διανοηθεί ότι υπάρχουν.
Πάρτε τώρα αυτήν την πρόβλεψη και χώστε την στην Ελλάδα. Έχεις έναν μεσήλικα κολλημένο παρτάκια απατεωνίσκο ή μια αγάμητη θείτσα φαν της τατιάνας και τους δίνεις πληροφορίες που δεν θέλουν να κατανοήσουν και δεν μπορούν να διαχειριστούν, παρέα μπόλικων ομοιοπαθών, σελίδα στατιστικών, κοκακόλες – πατατάκια και κοινό. Ξεκινήστε από τους αρχαιοΕΛαιόπληκτους, συνεχίστε με τους θρησκόληπτους, προχωρήστε σε αυτούς που νομίζουν ότι επιτέλους θα γαμήσουν (και δη πιπίνια) και προσθέστε σε όλους αυτούς, ταξιτζίδες, κουκουέδες, αεκάκια και παναθηναϊκούς. Βοήθειά μας. :D


Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , | 21 σχόλια »

browsing routines

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουλίου 3, 2009

Μπορεί πριν πατήσουν το κλικ στον browser οι άλλοι άνθρωποι να κάνουν χίλια δυο πράγματα, είδα όμως ότι μετά όλοι ακολουθούν μία συγκεκριμένη ρουτίνα κι ας μην το παραδέχονται οι μισοί. Βασικά ανακούφιση γιατί νόμιζα ότι ήμουν το κολλημένο ψυχάκι με τις ρουτίνες μου αλλά παραφύλαξα και είδα ότι πάνω κάτω όλοι έχουν τουλάχιστον μερικά tab καρφωμένα και από ‘κει και πέρα ανοίγουν ό,τι κάτσει. Η ρουτίνα στο σερφάρισμα ήταν κάτι που νόμιζα ότι το κάνω μόνο εγώ. Υπέθετα ρε παιδάκι μου ότι οι νορμάλ άνθρωποι ανοίγουν το mail τους, ρίχνουν μια ματιά και αυτό είναι το μόνο απαραίτητο. Μέχρι που ρώτησα στα ίσια κάνα δυο, είδα και κάτι άλλους και για μεγάλη μου χαρά ανακάλυψα ότι οι περισσότεροι έχουν τη δική τους “ρουτίνα”, τα στανταράκια τους δηλαδή που τα ‘χουν ανοιχτά και από εκεί ξεκινούν το σερφάρισμα.

Αρκετά παλιά, η ρουτινίτσα μου αποτελούταν από ένα ολόκληρο παράθυρο για το hotmail μου κι ένα για το in.gr ενώ λίγο αργότερα ένα ακόμη για το gmail που αναγκάστηκα να ανοίξω γιατί είχε λέει μεγαλύτερη χωρητικότητα αλλά μεταξύ μας, σε παραμύθιαζαν ότι ήταν πολύ δύσκολο να πάρεις πρόσκληση, πράγμα που το έκανε βέρι χοτ τις εποχές εκείνες. Το πράγμα ξεφτιλίστηκε όταν πρωτοάνοιξα το blog και πρόσθεσα στη ρουτίνα μου ένα ακόμη παράθυρο για το blogspot. Τα είχα δει όλα καθώς γέμιζε η οθόνη παράθυρα και δεν είχα χώρο για τίποτε άλλο. Ούτε καν για την πασιέντζα μου. Αλλά τα ‘θελα όλα μπροστά μου ανοιχτά.

Όταν έγινε πολύ της μόδας ένας τσάμπα browser ο firefox, τον έβαλα με τη μία, πράγμα που μου βγήκε πολύ σε καλό καθώς είχε την υπεργαμάτη επιλογή των tabs. Είχε κι άλλα να κάνεις αλλά εμένα αυτά μου άστραψαν περισσότερο καθώς και το ότι όλοι έβριζαν τον explorer και μερικοί είχαν βάλει και ρουφιανομηχανάκια και σου έλεγαν φάτσα μπάτσα τι browser έχεις, οπότε δεν ήταν πολύ κουλ να σερφάρεις με i.e. και να σε κράζουν κιόλας. Τι ωραία που ήταν με τον firefox. Ένα μόνο παραθυράκι ανοιχτό και μέσα τα καμιά δεκαριά tabs με τη νέα μου ρουτίνα που τώρα πια περιείχε και το monitor και το ολοκαίνουργιο blog του καλτσό.

Τότε δεν είχα ιδέα τι ήταν το rss, οπότε ο μόνος τρόπος που βρήκε το κεφάλι μου για να παρακολουθήσω ένα blog ήταν να κάνω συχνά refresh στη σελίδα του. Έτσι έπαιρνα σβάρνα τα tabs μου εναλλάξ, πάταγα το refresh και περίμενα εναγωνίως για κάτι νέο. Το δε monitor ήταν άπειρα σπαστικό γιατί ανανεωνόταν περίπου κάθε μία ώρα στην αρχή ενώ τα blogs ήταν ελάχιστα σε αριθμό, οπότε μπορεί να πέρναγε και μία ολόκληρη μέρα χωρίς να διαβάσω κάτι της προκοπής. Και δε μιλάμε για καλοκαίρια, γιατί από μέσα Ιουλίου το ελληνικό ίντερνετ λες και έφευγε όλο μαζί με πούλμαν για διακοπές και άμα δεν ήξερες πολύ καλά αγγλικά ήσουν υποχρεωμένη να τη βγάζεις σε εκείνα τα άθλια ελληνικά σάιτς και φόρουμ με τα άστρα που αναβόσβηναν και σου έτσουζαν τα μάτια και έγραφαν για εξωγήινους και άλλα τσουχτερά.

Σε ελάχιστο διάστημα βέβαια, τα blogs πλήθυναν και τότε μου την έσπασε ακόμη πιο πολύ γιατί για πρώτη φορά έχασα τη μπάλα. Ήταν εξοργιστικό να χάνεις κάτι καινούργιο που γράφτηκε στο ίντερνετ. Ναι, τότε ακόμη νόμιζα ότι το διάβαζα όλο. :) Έχανα λοιπόν τις μισές ανανεώσεις του monitor, ήταν αδύνατο να διαβάσω όλα τα νέα σχόλια και εκτός των άλλων, άνοιγα κι ατέλειωτα tabs με ό,τι blogs είχαν γράψει κάτι νέο. Άσε που άρχισαν να μπαίνουν στο παιχνίδι και οι πρώτες εφημερίδες που ήταν πολύ γαμάτο να διαβάζεις ελληνικές αληθινές επίκαιρες (νταξ΄ χθεσινές) ειδήσεις στο νετ αλλά εξαιρετικά δύσκολο να βλέπεις ό,τι ανανεώνεται. Τα tabs τώρα ήταν εκείνα που άνοιγα πάντα, συν καμιά εικοσαριά blogs, συν κάνα δυο εφημερίδες, συν κάτι ξένα site και ταραταραταράμ τη Wikipedia. Την Wiki την έχωσα στην ρουτίνα μου γιατί περιέργως έπεσα θύμα ψυχαναγκασμού άλλων εποχών –α, ρε μάνα – που έπρεπε απαξάπαντος να έχεις δίπλα σου εύκαιρη μια Δομή.

Σύντομα έμαθα και για το rss. Επιτέλους θα είχα χώρο στην οθόνη μου που είχε αρχίσει πάλι να καταπιέζει την πασιέντζα μου. Πρόσθεσα κατενθουσιάσμενη στο σερφοπάτερν μου το bloglines με καμιά διακοσαριά διευθύνσεις μέσα για αρχή. Ναι, με το χέρι. Το θεώρησα επανάσταση που κάποιος επιτέλους θα καθόταν να ψάξει όλα αυτά τα blogs και θα με ειδοποιούσε σε κάθε ανανέωση. Τα παράθυρα λιγόστεψαν πάλι μέχρι το επόμενο δευτερόλεπτο περίπου που συνειδητοποίησα ότι οκ, παρακολουθώ αυτά που θέλω να παρακολουθώ αλλά ρε βλήμα πώς στο καλό θα παρακολουθώ τα σχόλια που εκεί βρισκόταν όλο το ζουμί; Άρα τι ‘χες Γιάννη. Έβλεπα από το rss ποιος έγραφε κάτι που με ενδιέφερε και ξαναμανά τα ίδια, άνοιγα δηλαδή το blog του σε ένα tab και δώστου refresh άμα ήθελα να πάρω μέρος στη συζήτηση. Σαρανταποδαρούσα η ρουτινίτσα μου.
Μέχρι που η διάνοιά μου πήρε πρέφα ότι υπάρχει rss και για σχόλια! Πάει λέω πσσσσσσσσσσς τεχνολογία ρουλς, λύθηκε και αυτό. Στούμπωσα το bloglines με τα σχόλια των blogs που μου είχαν πηδήξει την οθόνη, έβαλα μέσα και όλες πια σχεδόν τις εφημερίδες, κάτι γαμάτα ξένα blogs, μερικά τέλεια περιοδικά, κάτι forum, αγγελίες, προσωποποιημένες ειδήσεις (τσσσσσσσσσς) και λέω τώρα, άραξε και το ελέγχεις όλο το ίντερνετ.

Ναι, καλά. Αφήνουν άνθρωπο εδώ μέσα να αγιάσει; Ξεσκίστηκαν να βγάζουν καινούργια πράγματα. Ο ρυθμός ήταν περίπου ένα νέο tab την ημέρα. Βάλε facebook, βάλε buzz, βάλε myspace, βάλε twitter, βάλε youtube, βάλε last.fm, βάλε και flickr κι άμα η οθόνη σου δεν είναι τρία μέτρα μήκος, είσαι ο σούπερμαν. Κι όλα αυτά στο πισί στο σπίτι και εντελώς για κωλοβάρεμα, γιατί άμα μιλάμε για τη δουλειά έφτασα να έχω συν 10 tabs σε μια ήρεμη ημέρα και 5 εγγραφές σε ό,τι νέο site σου έστελναν με mail για να φαίνεσαι και καλά ενημερωμένη.

Και φτάνουμε στο προκείμενο. Είμαι τρελή ή οι υπόλοιποι φυσιολογικοί άνθρωποι, έχετε εφεύρει κάτι άλλο ξέρωγώ παράλληλα σύμπαντα, rss για XMen ή τίποτα τετραδιάστατους reader; Άμα είναι, να βγω σε πρόωρη σύνταξη να αγοράσω και 3 οθόνες να τελειώνουμε δηλαδή.

p.s. μιλάμε πάντα για τους δικούς μου χρόνους ανακάλυψης πραγμάτων και τεχνολογιών στο νετ, εάν εσείς τα ξέρατε νωρίτερα μπράβο σας αλλά είστε πολύ μαλάκες που δεν σφυράγατε ένα φωνήεντο να τα μάθουμε και εμείς οι αργόστροφοι. :P


Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , | 16 σχόλια »

Thriller

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουνίου 26, 2009

Ένεκεν της ημέρας και ως tribute στον πιο αγαπημένο μου καλλιτέχνη μακράν, όχι ρε δε σκάω με τίποτα. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω αλλά αυτό το θέμα με τημουσικήπουακούω πολύ μου την έχει βαρέσει. Ειδικά σήμερα. Αν κρίνω δηλαδή από αντιδράσεις που κόβω γύρω μου, τα πράγματα είναι πολύ σκούρα για εμάς τους πουροκάγκουρες που αναγκαστικά μεγαλώσαμε με πίτσα παπαδοπούλου στο πικάπ, ντίρλι ντίρλι στα τραπέζια, ρεμπέτικα στην αυλή, καζατζίδη στο αυτοκίνητο, μπόνει εμ στα πάρτι, κλαρίνα στους γάμους, πόλα αμπντούλ στην εκδρομή και μπλουζ στις πρώτες καύλες.

Τελειωμό δεν είχε η μουσική μας και τώρα μούγκα για όλα αυτά μη σε πουν καγκούρι. Θεωρώ χειρότερη καγκουριά να μην επιτρέπεται να σου αρέσει ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής, παρά να σου αρέσει η ίδια η καγκουρομουσική κι ας είναι σκυλάδικα/ σέικ/ ταπαπάκια/ σκασουσού / ντέρτι (νταϊάνα). Άσε τα εξπεκτέισονς. Δεν μπορεί λέει να είσαι λαϊκιά και να μη σ’ αρέσουν τα σκυλάδικα, οπότε το αμέσως επόμενο λογικό συμπέρασμα είναι ότι άμα σ΄ αρέσουν τα σκυλάδικα πρέπει ντε και καλά να είσαι λαϊκιά. Ψυχάκηδες. Κι άντε μετά να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας (=φαν του πλούταρχου, πιχι).
Βέβαια το παραδέχομαι ότι παίζει να είμαι καγκούρι και να μην το ‘χω πάρει πρέφα αλλά στα τέτοια μου και δεν ξέρω πώς αλλιώς να στο πω, όμως ρε παιδάκι μου πολύ μου τη δίνει όταν άπειροι κρύβουν την μουσικήπουακούνε και όχι ρε, δεν παίζει να το κάνω κι εγώ (ειδικά όταν μετά το πρώτο ποτήρι δεν είμαι σε θέση να κάνω απολύτως καμία διάκριση στο κάψιμο).

Αν δηλαδή τα θέλετε και επιστημονικά, ημουσικήπουακούω κατάντησε σαν τα ζώδια με τη μόνη διαφορά ότι τη διαλέγεις. Παγίδα κανονική. Ακτινογραφία χαρακτήρα, μόνο που δεν έχεις άλλοθι ότι δε φταις εσύ που γεννήθηκες τότε που γεννήθηκες και πως η μάνα σου φταίει που δε σε κράταγε μέχρι το Νοέμβρη για να σε γεννήσει πιο κουλ. Κι έτσι διαλέγουν όλοι να είναι Σκορπιοί και μάλιστα του πρώτου δεκαήμερου με Σελήνη στου διαόλου τη μάνα μόνο και μόνο επειδή έχουν τη φήμη σεξουλοκίνκι. Και αφού δηλώσεις τι διάλεξες, όλο χαρά που είσαι εντός των πλαισίων της επικρατούσας κουλαμάρας, πάρε και τον αστρολογικομουσικό σου χάρτη. Πάρε σετάκι τα αγαπημένα σου χρώματα, τα σωστά μαλλιά και ρούχα, πάρε επαγγελματικά, πάρε τύχη, πάρε να μάθεις πως είσαι στις σχέσεις σου, πάρε στάτους, πάρε κι ένα μάτσο κάγκουρες που ταιριάζουν στη δική σου καγκουρότητα. Σκέτη ακτινογραφία μιλάμε, πρέπει να φέρεσαι ομοιόμορφα και να κράζεις τους Εχθρούς. Εννοείται πάντα οι Εχθροί είναι οι κάγκουρες. Η όλη κατάσταση είναι σα να μην είσαι γεννημένος Σκορπιός αλλά άμα το διαλέξεις, να πρέπει ντε και καλά να πηδάς 3 φορές τη μέρα για να μη φανεί ότι κατά βάθος παρθενοπαρθένος γεννήθηκες και παρθενοπαρθένος δε θες να πεθάνεις. Και γι’ αυτό κάνεις τέτοιες μαλακίες.

Το κλου είναι πως σε κάθε περίπτωση πρέπει ντε και καλά να (λες ότι) ακούς αυτά που ακούνε οι κουλ. Θα μου πεις τι είναι κουλ. Θα σου πω ανάλογα τον κάγκουρα που έχεις απέναντί σου. Έχεις τον κάγκουρα του έντεχνου, του λαϊκού, της ποπ, του χέβι, της ντανς… κόλλα δίπλα ό,τι θέλεις γιατί η μαλακία δεν τελειώνει πουθενά. Κι εσύ οφείλεις να ελιχθείς. Έχω υπάρξει καρακούλ παραδεχόμενη ότι ψοφάω να ακούω τσάμικο (αλήθεια, ψοφάω) αλλά στη σωστή παρέα. Μαλάκας είμαι να πάω να πω στον ροκά ότι έχω γίνει κουδούνι με Μαργαρίτη;

Ε, αυτό ακριβώς έπαθα με τον Michael Jackson. Μυρμήγκιασμα. Τώρα να το πω ή θα πέσουν να με φάνε; Να στεναχωρηθώ ή θα με δει κάνα μάτι; Να ανεβάσω ένταση στο μπίλι τζιν ένεκεν της ημέρας ή θα με κράξουν; Να σ’ αρέσει, να λιώνεις για τη μουσική και το χορό του, να είναι καρακούλ να το παραδέχεσαι για όλη σου την εφηβεία, να τον λατρεύει μέχρι η μάνα σου και η γιαγιά σου (κατόρθωμα, όχι αστεία) και ξαφνικά από τα μέσα περίπου της δεκαετίας 90 να ντρέπεσαι να πεις το όνομά του. Εκεί φτάσαμε με όσα έκανε και σύντομα εκτοπίστηκε τελείως έξω από το κουλόμετρο. Κάπως έτσι αποκαθηλώθηκε και για μένα από το θρόνο του Απόλυτου Θεού. Ψέματα ή αλήθεια δεν ξέρω, όμως ήταν πολλά όλα αυτά που του καταλόγιζαν αν και τα περισσότερα δεν έπρεπε να με αφορούν. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι εγώ θα ήμουν στο Δαφνί με το 1/1000 της επιτυχίας του. Και όπως όλοι (κι ας μην το παραδέχονται) τον λάτρευα. Ε, μετά απλά τον συμπαθούσα και στο τέλος μόνο τον λυπόμουν. Όλα αυτά μέχρι σήμερα.

Γκιόζης μέγας ο συγχωρεμένος ακούω να λένε τριγύρω. Έχω να τους πω ότι κατέληξα οριστικά για αυτούς που θυμήθηκαν να την πουν στον συγχωρεμένο: που πα ρε καραμήτρο που θα τολμήσεις να μιλήσεις για τον Michael Jackson; Και ποιον ακριβώς έχεις να αντιτάξεις; Και τι ακριβώς πιθανότητα έχει να τον μάθουν η μαμά μου και η γιαγιά μου; Δε σε παίρνει, λέμε.-

I just can't stop loving you :(
Διαβάζοντας σήμερα το πρωί στους επικήδειους το πλήρες βιογραφικό του, άρχισα να θυμάμαι πως δεν είναι σχήμα λόγου, στ’ αλήθεια άγγιξε την κορυφή του κόσμου, έκανε τις περισσότερες πωλήσεις όλων των εποχών, γάμησε ως χορευτής και γενικά το άξιζε. Κι όλα αυτά με διάρκεια όχι παίξε – γέλασε, από μικρό παιδάκι. Και φαντάσου δεν με τούμπαραν αυτά τόσο πολύ αλλά κάτι άλλο. Ανακάλυψα πως ο Michael Jackson τελικά, δεν ήταν στο μυαλό μου καθόλου όπως π.χ. η τέιλορ ντέιν, η σίντι λόπερ ή ο τζο κόκερ που μου έκαναν ένα τσικ για μια εποχή και τώρα τους θυμάμαι γλυκά γιατί μου θυμίζουν αγαπημένες καγκουροεποχές. Είναι η διαπίστωση πως βλέποντας σήμερα συγκεντρωμένα τα άλμπουμ του συνειδητοποίησα ότι γνωρίζω όλα μα όλα τα τραγούδια του, τα έχω χορέψει όλα πολύ και ξέρω όλους μα όλους τους στίχους. Και όλα έγιναν επιτυχίες. Σε όλον τον πλανήτη. Κι ο πλανήτης θα τον θυμάται μόνο για τις πλαστικές. Αν αυτό δεν είναι καγκουριά, τότε τι είναι;

Ευκολάκι παζλ λοιπόν. Ψοφάω: Rod Steward + System Of A Down + Βαμβακάρης + Robbie Williams + Ρίτα Σακελλαρίου + Chopin + Τάνια Τσανακλίδου + Prodigy + Μαργαρίτης…
+ τόσοι άλλοι που δεν υπάρχει λόγος να αποκαλύψω γιατί κόβω το κεφάλι μου ότι σε κάθε όνομα έχω ήδη αφήσει πίσω μπουλούκια που κατέληξαν οριστικά και αμετάκλητα για την καγκουρότητά μου*.

* και ναι ρε μαλάκες, το ξέρω ότι οι περισσότεροι χρειαστήκατε μονάχα τον Rod Steward. Γιατί νομίζατε ότι τον έχωσα πρώτο; :D

Beat it!


Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , | 24 σχόλια »

MINI ME

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοεμβρίου 20, 2007


Έδειχνε χθες τις καταστροφές από τις πλημμύρες σε όλη την Ελλάδα και σε κάθε βίντεο έβλεπες κι ένα πιτσιρίκι τρελαμένο απ΄ την χαρά του. «Οφείλουν να μας αποζημιώσουν όπως έκαναν με τους πυροπαθείς» έλεγε μια γιαγιά ενώ ο μικρός από πίσω έχωνε το ποδήλατο μέσα στις λάσπες κι έκανε σούζες. «Καταστραφήκαμε» έλεγε ένας αγρότης και δύο μικρές παραδίπλα πέταγαν η μια στην άλλη λασπόβομβες. Ο καλύτερος, ήταν ένας φαφούτης πιτσιρικάς που έτρεχε πίσω από τον δημοσιογράφο με το μικρόφωνο και έκανε γκριμάτσες στην κάμερα.

Ήταν αδύνατο να μη παρατηρήσεις πόσο πολύ γαμάτες φαίνονται οι καταστροφές στα παιδιά. Μικρή, παρακαλούσα να ξαναγίνει ένας μεγάλος σεισμός για να πηγαίνουμε ατέλειωτες βόλτες κουκουλωμένοι με κουβέρτες στο αυτοκίνητο, να ανάψουμε μεγάλη φωτιά έξω από το δασάκι και να ζωγραφίσουμε με μαρκαδόρους τα μπεζ αντίσκηνα που μας είχε χαρίσει ο στρατός. Ένας γείτονας είχε ζωγραφίσει τον Εγκέλαδο (ένα χοντρό τέρας με αυτιά ελέφαντα αλλά με πολύ συμπαθητική φάτσα), κάτι αστείους πολιτικούς με μυτόγκες, ενώ σε κάθε αντίσκηνο έγραφε και μια αστεία λεζάντα. Εμείς απλά χρωματίζαμε τα ρούχα των σκίτσων και τα αφτιά του Εγκέλαδου.

Όταν πήγαμε εκδρομή στις Πλαταιές, θα βλέπαμε και το «ρήγμα» που έλεγε η μάνα μου και που σε γενικές γραμμές θεωρούσα ότι επρόκειτο για κάνα λούνα παρκ. Ε, ήταν καλύτερο. Για ώρες πετούσαμε πέτρες μέσα στο ρήγμα που τελικά ήταν μια πολύ μεγάλη σχισμή στην βάση ενός βουνού, βάζοντας στοιχήματα ότι σίγουρα η δική μας πέτρα θα βρει πάτο. Αλλά δεν. Το πιο απίστευτο ήταν ένα σωρό σκαλιά που στέκονταν μόνα τους. Το σπίτι που οδηγούσαν, είχε καταρρεύσει. Κι ένα σωρό άλλα. Τραγικά αν σου τύχουν αλλά για ένα παιδί, είναι ευκαιρία να ζήσει ασυνήθιστα.

Γενικά, οτιδήποτε συνέβαινε που θα σου άλλαζε στο τόσο τις συνήθειές σου ήταν καλοδεχούμενο. Όπως π.χ. να μην κοιμηθείς στο κρεβάτι σου κι ας ήταν έστω σε ένα αμάξι ή ένα αντίσκηνο. Ή να πετύχεις όλη τη γειτονιά γύρω από μια φωτιά να κάνει αστεία μέχρι το ξημέρωμα και κανείς να μην έχει παρατηρήσει ότι είσαι ξύπνια. Ή να μαγειρεύουν όλες οι γειτόνισσες μαζί, σε αυτοσχέδια τρίποδα και να τρως φαγητά από πλαστικά πιάτα που μετά μπορούσες να πετάξεις και που δεν ήσουν υποχρεωμένη να καθαρίσεις κανένα τραπέζι. Το πιο γαμάτο ήταν τα καινούργια σκηνικά παιχνιδιού. Ένα δέντρο που είχε πέσει ήταν το μόνιμο παιχνίδι μας. Έβλεπες πώς ήταν η κορυφή του, έπιανες τις κάμπιες από πάνω του, τις έβγαζες απ΄ το κουκούλι, τις ζούλαγες και με τα πράσινα ζουμιά έβαφες τα νύχια σου. Χώρια που σε βάζανε οι μεγάλοι να κάνεις πράγματα για τα οποία σε άλλες φάσεις έτρωγες της χρονιάς σου, όπως π.χ. να αλωνίσεις το δάσος και να μαζέψεις ξύλα για τη μεγάλη φωτιά.

Ένοιωθα για χρόνια μεγάλες τύψεις για τις καταστροφές που ευχόμουν να έρθουν. Βέβαια, τόνιζα στον καλό θεούλη ότι δεν ήθελα να πάθει κανένας κακό, μόνο αν γινόταν να καταστραφεί κάνα σπίτι για να έχουμε επιτέλους ένα καταφύγιο της προκοπής γιατί το ερείπιο της γειτονιάς το ΄χαμε βαρεθεί, να καεί κάνα αμάξι για να δούμε το μπαμ και οι καταστροφές να κρατήσουν πάνω από μήνα για να γλιτώσουμε το σχολείο και να κοιμόμαστε στα μπεζ αντίσκηνα με τα ζωγραφισμένα αστεία.

Ευτυχώς, δεν μου ΄χαν τύχει ποτέ αληθινές καταστροφές όπως αυτές που παρατηρώ τον τελευταίο καιρό. Αλλά βλέποντας όλα αυτά τα παιδάκια χθες βράδυ, θυμήθηκα αυτό που ενήλικη πια, ντρεπόμουν να παραδεχτώ. Ότι δηλαδή, για αρκετά χρόνια το «Ολοκαύτωμα» που όλοι έτρεμαν με τον τρελό και το δάχτυλο στο κόκκινο κουμπί – που ήταν πολύ της μοδός στα παιδικάτα μου – ήταν το πιο γαμιστερό σενάριο έβερ.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 47 σχόλια »

ΓΙΑΔΕ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοεμβρίου 12, 2007

Κάτι μικρά πραγματάκια πάνω στους ανθρώπους που αγαπώ, κάποτε με έκαναν πύραυλο. Κι ενώ το κεκέδισμα του μικρού υποχώρησε νωρίς (κι ευτυχώς από πιο νωρίς μπορούσα κι εγώ να πω το σίγμα) όλα τα υπόλοιπα έμειναν ίδια κι απαράλλαχτα. Με μια διαφορά όμως. Τώρα τα λατρεύω. Άσε που τα προκαλώ κιόλας.

Η μάνα μου, με το παραμικρό χτυπάει τις παλάμες της στα γόνατα και φωνάζει πολλές φορές «αχού το παιδάκι μου»!
Η γιαγιά διακόπτει κάθε είδους συζήτηση, χτυπώντας σε στον ώμο και λέγοντας πολλές φορές το χαρακτηριστικό «γιάδε» μέχρι να γυρίσεις να την κοιτάξεις, ώστε να σε ρωτήσει συνήθως κάτι για τον θρύλο.
Ο μπαμπάς, οτιδήποτε καινούργιο κι αν συμβεί στην ζωή μου, αρχίζει και τελειώνει τις φράσεις του με αλλεπάλληλα «πρόσεχε».
Τέλος, ο μικρός, σε κάθε παρατήρηση που του κάνω είτε για κάτι που φοράει, είτε (συνήθως) για την κοτσίδα του που την αφήνει μες την ψαλίδα, απαντάει στάνταρ «στ΄αρχίδια μου» ενώ όταν του λέω κάτι που έκαναν άλλοι, η απάντηση είναι «στ΄αρχίδια σου».

Όταν πηγαίνω στο πατρικό μου, είναι η καλύτερη του άντρα μου. Κάθεται και χαζεύει τα χούγια της οικογένειας και γελάει σα βλαμμένο.

Ένας χαρακτηριστικός διάλογος, πάει κάπως έτσι:

Μαμά: Τί κάνετε παιδάκια μου; Είστε καλά;
Εγώ: Τα ίδια ρε μαμά. Άσε, χάλασε πάλι το πλυντήριο και μέχρι να ΄ρθει ο τεχνικός θα κοψομεσιαστώ να τα πλένω στο χέρι.
Αδελφός: Στ΄αρχίδια σου.
Γιαγιά: Γιάδε… γιάδε…
Μαμά: Αχού το παιδάκι μου!
Μπαμπάς: Πρόσεχε. Αυτοί οι τεχνικοί είναι λέρες.
Γιαγιά: Γιάδε… γιάδε…
Μαμά: Κάτσε βρε μαμά, τί θες; Αφού μιλάμε!
Γιαγιά: Ο Ολυμπιακός πότε παίζει γιε μου;
Σύζυγος: Την Κυριακή.
Μαμά: Πες ρε παιδί μου κι εσύ τίποτε στον αδελφό σου να την δώσει τη μηχανή. Τρώει τόσο κρύο, θα αρπάξει καμιά πούντα!
Εγώ: Ναι βρε ηλίθιο. Καλά λέει η μαμά! Το κορίτσι σου δεν το σκέφτεσαι;
Γιαγιά: Γιάδε…
Αδελφός: Στ΄αρχίδια μου.
Μπαμπάς: Μικρέ, θα τις φας, πρόσεχε!
Μαμά: Αχού το παιδάκι μου!
Γιαγιά: Γιάδε…
Μαμά: Έλα βρε μάνα. Τί ΄ναι πάλι;
Γιαγιά: Θα κερδίσουμε.
Σύζυγος: Άσε μη το γρουσουζέψουμε.
Γιαγιά: Γιάδε…
Μαμά: Τί λες βρε μάνα;
Γιαγιά: Για την Κυριακή λέω. Θα τους σκίσουμε τους κουρέλες.
Αδελφός: Στ΄αρχίδια μας.
Μπαμπάς: Ας προσέχαμε.

λοβ διζ γκάιζ! :D

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 42 σχόλια »

Ο ΜΙΣΟΚΩΛΑΚΗΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτωβρίου 12, 2007


Όταν με ρωτούσαν μικρή ποιό είναι το αγαπημένο μου παραμύθι, έλεγα καμιά Σταχτομπούτα, τίποτα Χιονάτες και γενικά ό,τι μέινστριμ και πολίτικαλ κορέκτ ήταν στην μόδα, γιατί το αγαπημένο μου παραμύθι δεν μπορούσα να το ξεστομίσω. Δηλαδή, μια χαρά μπορούσα αλλά μετά τις πρώτες χαστούκες ή τα κοροιδευτικά γέλια, αποφάσισα ότι ο εγκέφαλος της γιαγιάς ήταν πολύ διεστραμμένος για να εφεύρει τον «Μισοκωλάκη» και να με κάνει ρεζίλι όπου βρεθώ κι όπου σταθώ.

Αφού το είχα ακούσει εκατοντάδες φορές σε ό,τι παραλλαγή και με όση σάλτσα μπορείτε να φανταστείτε είπα, δεσποινίδα πια, να το αφήσω πίσω μου για πάντα. Τα παιδικά μας χρόνια πρέπει να είναι γεμάτα ζαχαρένιες, συννεφένιες αναμνήσεις και να συνδέονται με παραμύθια γεμάτα βασιλοπούλες, κακιές μάγισσες, καλές νεράιδες και όχι… κώλους. Πέρασαν τα χρόνια και το ξέχασα.

Λίγο καιρό πριν ένα φιλαράκι ανέβασε μια συνέντευξή του στο μπλογκάκι του και εκεί που λέω α, την ψωνάρα για να δούμε τί είπε να κουτσομπολέψουμε μετά, διαβάζω αυτό:


“Ποιον είχατε πρότυπο όταν είσαστε παιδί;
Το Μισοκωλάκι, ο ήρωας ενός μυκονιάτικου παραμυθιού”


Έμεινα Κάγκελο!!! Ο Μισοκωλάκης ήταν κατάδικός μου, απόρροια του διεστραμμένου μυαλού της γιαγιάς μου… ή μήπως όχι; Ένοιωσα τόσο πολύ χαρούμενη για τον φίλο μου, πρώτα πρώτα για το θάρρος του να πει την απαγορευμένη λέξη του παραμυθιού – ταμπού και δεύτερον θα το ξανάκουγα που το ΄χα μισοξεχάσει! Του ‘γραψα ένα ξετρελαμένο σχόλιο και περίμενα να μου γράψει το παραμύθι. Περίμενα… περίμενα….

Και μου ΄στειλε ένα τούβλο. Πέταξα απ΄τη χαρά μου! Ένα χορταστικότατο βιβλίο ΝΑ! με δυό cd παρακαλώ, γεμάτο παραμύθια, όλα ανθρώπινα, γήινα και ικανοποιητικά σπλάτερ. Ονομάζεται «Λουδοβίκου Ρουσέλ – Παραμύθια της Μυκόνου» που το έχει επιμεληθεί ο Παναγιώτης Κουσαθανάς από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Έχει μέσα δύο ολόκληρες βέρσιον του Μισοκωλάκη μου κι ένα σωρό άλλα πανέμορφα παραμύθια στην Μυκονιάτη διάλεκτο (έχει και γλωσσάρι) καθώς και όλη την ιστορία του φιλέλληνα Γάλλου Ρουσέλ που τα συγκέντρωσε και τα διέσωσε όταν είχε επισκεφτεί τη Μύκονο, για να βρεθούν τώρα στα χέρια μου με την επιμέλεια και σημειώσεις του Παναγιώτη Κουσαθανά.

Ξεκινώντας να διαβάζω το βιβλίο, η απορία μου παρέμενε όμως. Αν η γιαγιά μου, που ήταν απ΄τη Σύρο ήξερε τον Μισοκωλάκη, πώς γίνεται να είναι «Μυκονιάτικο Παραμύθι»; Ε, λοιπόν η εξήγηση είναι απλή. Τα παλιά τα χρόνια, μιλάμε πολύ πριν τις τηλεοράσεις, υπήρχαν κάτι τύποι που γύριζαν από τόπο σε τόπο λέγοντας παραμύθια και κερδίζοντας έτσι τα προς το ζην. Κάπως έτσι διαδίδονταν και περνούσαν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, χωρίς λογοκρισία και επιρροές από παραμύθια άλλων χωρών, φτάνοντας έτσι από κάποιους παραμυθάδες στην Σύρο στ΄αφτιά της γιαγιάς μου και μετά σ΄εμένα.

Το παραμύθι μου είναι τελικά παμπάλαιο και ταξίδεψε πολύ για να το αφήσω να ξεχαστεί λοιπόν. Πάρτε μια ιδέα, στην αυθεντική διάλεκτο φυσικά:

“Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά κι ένας γέρος. Η γριά ήτανε πολύ τεμπέλα κι ούλη μέρα ήκου’ες από τ’ς δύο το ίδιο βιολί:
-Σκούπισε, γέρο.
-Σκούπισε, γριά.
Κι αλέστα τα ίδια:
-Σκούπισε γέρο.
-Σκούπισε, γριά.
Μια μέρα, εκεί που εσκούπιζεν ο γέρος βρίσκει ένα μπενταράκι. Η γριά εζηλέψενε και την άλλη μέρα πιάνει το φρόκαλο για να σκουπίσ’ και βρίσκει ένα εικοσαράκι.
-Τί να πάρομε γέρο, με τα λεφτά που βρήκαμε;
-Αν πάρομε, γριά μου, λαχανάκια, θα ρίξομε τα φυλλαράκια. Αν πάρομε ψαράκια, θα ρίξομε τα κοκκαλάκια. Αν πάρομε αχινουδάκια, θα ρίξομε τα αγκαθάκια. Αν πάρομε φυστικάκια, θα πετάξομε τα μισά. Εγώ λέου, γριά, ν’αγοράσομε κουκκάκια.
-Καλά τα λες γέρο.
Πά’ η γριά, αγοράζ’ εφτά κουκκάκια. Την ώρα που τα ‘χενε και τα ξεφ’τίλεζενε στο νταβά, λέει του γέρου:
-Ε, και να ‘χαμε, γέρο μου, τόσα παιδάκια όσα κουκκάκια έχει ο νταβάς!
Δεν προφταίνει να τα πει και, να, και παρουσιάζονται μπροστά τωνε έξε παιδάκια σαν τα κρύα νερά, και μαζί κι ένα Μισοκωλάκι. Το Μισοκωλάκι ήτανε το στερνό μισό κουκκάκι που ξεφ’τίλιζεν’ η γριά.”

Το παραμύθι συνεχίζει με τη Μαριωρή που ήθελε με λίγα λόγια να πηδήξει τον Μισοκωλάκι κι αυτό είναι κάτι που κατάλαβα τώρα (η γιαγιά έλεγε «κουτουπώσει» κι εγώ νόμιζα ότι θα τον πλάκωνε στις μάπες) και το αγαπημένο μου κομμάτι είναι όταν μετά από μια σελίδα περιπέτειες, ο Μισοκωλάκης για να γλιτώσει από την Μαριωρή ανέβηκε ψηλά στη στέγη:

“-Μισοκωλά-α-α-ακι, Μισοκωλά-α-α-ακι, δεν κατεβαίνεις να φάμε, που ‘χω όμορφο φαί στο ‘σ’κάλ;
-Και γιατί δεν ανεβαίνεις εσύ εδώ που ‘ναι πιο ωραία, κερά-Μαριωρή;
-Είνταμ’ω’ν’ ανέβω, Μισοκωλάκι, που ‘μαι γριά κι ανήμπορη και μονομάτα;
-Βάλε χίλια-δυό ‘σ’κάλια, το ΄να πάνω στ΄άλλο, και θ΄ανέβεις.
Βάνει η κερα Μαριωρή τα ‘σ΄κάλια, πα’να σκαρφαλώσ’, πάρ΄τηνε χάμω! Πάνε και τα ΄σ΄κάλια εχτός κάνα-δύο, θρύβουλα γενήκανε.

-Πέ’μου, είνταμ’ω’ν’ ανέβω, Μισοκωλάκι, που ‘μαι γρια και άρρωστ’.
-Βάλε χίλια-δυό κουτάλια, το ‘να πάνω στ΄άλλο, και σκαρφάλωσε κερά-Μαριωρή.
Βαν’ η γρουσούζα η Μαριωρή τα κουτάλια,ξαναπέφτ’ και γένεται σουρός-κουβάρ’.
-Είνταμ’ω΄ν΄ανεβώ, Μισοκωλάκι, που ΄μαι γριά κι αδύναμη;
-Βάλε χίλια-δυό μαχαίρια, καλά ακονισμένα, το ‘να πάνω στ΄άλλο κι ανέβα.
Βάν’ η Μαριωρή τα μαχαίρια, πά’νά σκαρφαλώσει, βροντιέται χάμω και την κάνουν τα μαχαίρια λειανά λειανά κομμάτια”

Η Μαριωρή γίνεται χίλια κομμάτια έχοντας περάσει όλα αυτά τα βασανιστήρια που η γιαγιά βλέποντας τα γέλια μας σε κάθε προσπάθειά της να ανέβει στην στέγη, πρόσθετε και μια καινούργια δοκιμασία. Εκτός από τα τσουκάλια, τα κουτάλια και τα μαχαίρια, πρόσθετε και πηρούνια και καρφίτσες, ενώ το μάγκνουμ της ήταν πάντα τα πυρωμένα τούβλα. Όσο πιο σακατεμένη η Μαριωρή τόσο πιο πολύ γυαλίζανε τα μάτια μας στο «ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα».

Άει σιχτήρ, θα βάλω τη γιαγιά να μου το ξαναπεί.-

Δημήτρη και Φραντζέσκα, ευχαριστώ πολύ. :)

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , | 28 σχόλια »

RAM 89

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτωβρίου 5, 2007


Εκεί πίσω στο βρώμικο (κυριολεκτικά) 89, τα πράγματα ήταν πολύ σκούρα άμα ήσουν μαθήτρια και πήγαινες στο Λύκειο της γειτονιάς μου, γιατί δε φτάνει που πηγαίνανε και σε χώνανε με το ζόρι μέσα σ΄ένα τσιμεντένιο κτίριο να περάσεις τα πιο γαμιστερά σου χρόνια, είχανε πάει τα τζιμάνια και το είχανε χτίσει δίπλα σε κήπο με ανοιχτό θέατρο. Άντε να στρώσεις κώλο μέσα μετά. Καθόσουν στο θρανίο, κόλλαγες στις παραθυράρες και περίμενες πότε θα έρθει η ώρα της τρελής (που λιμάριζε τα νύχια της κι έτρωγε μανιωδώς σοκολατάκια γιατί «έχω περίοδο και χώρισααααααα», διαβάζοντας πάντα Άρλεκιν) για να δραπετεύσεις.

Μόλις έφτανε η ώρα της, τσούλαγες σιγά σιγά απ΄την καρέκλα δήθεν ανέμελα, είχες φροντίσει η υπόλοιπη παρέα να κάθεται κοντά στον τοίχο, τσούλαγες, τσούλαγες, έπεφτες στα γόνατα και μπουσούλαγες στα τέσσερα πίσω απ΄τους άλλους μέχρι την ανοιχτή πόρτα ακριβώς μπροστά απ΄την έδρα και κάτω απ΄τα σοκολατάκια της περιοδεύουσας. Τον Χ. τον βάζαμε τελευταίο γιατί ήταν βρωμίκουλας και μια φορά η Α. δεν άντεξε και ακριβώς κάτω απ΄την έδρα άρχισε να τον φαπακιάζει που βρήκε την ώρα ο μαλάκας κι αυτός να την κλάσει. Ήταν η μοναδική φορά που μας πήρε πρέφα η τρελή. Μπάφιασε η τάξη με τον βρωμόκωλο. Τρεις μέρες αποβολή όλη η σειρά.

Βγαίναμε συνήθως απ΄το σχολείο τοίχο τοίχο, μη μας πάρει χαμπάρι ο επιστάτης και τρέχαμε βουρ για την πόρτα του κήπου απέναντι μη μας δουν οι γείτονες γιατί ήταν κάτι καρφάρες κι αυτοί, (παναγίτσα μου πώς κάνανε έτσι άμα βλέπανε ξέμπαρκο πιτσιρίκι ή εξωσχολικό με μηχανάρα – ειδικά τα θεότεκνα γαμώτο). Όταν φτάναμε στον κήπο παίρναμε την πρώτη βαθιά ανάσα και ψάχναμε για συνένοχους. Άμα είχες ένα ελικόπτερο και κοίταγες τον κήπο από πάνω, θα έβλεπες τούφες τούφες γιαγιάδες με παιδάκια, καμιά μικρότερη τουφίτσα ζευγαράκια και κάτι τουφάρες ΝΑ! εμείς. Μαζεμένοι όλοι για παντομίμα.

Βρίσκαμε τίτλους από κάτι γαμιστερές τσόντες και αφού πείθαμε ότι υπάρχουν και παραυπάρχουν και δεν είναι της φαντασίας μας, βάζαμε την άλλη ομάδα να κάτσει να τους κάνει παντομίμα. Η άλλη ομάδα ήταν πολύ σπασαρχίδικια. Των κουλτουριαρέων. Μας είχαν πρήξει με κάτι «αβάσταχτες ελαφρόπετρες του είναι» και άλλα που δεν τα ΄χαμε ξαναματακούσει αλλά σιγά μη τους το λέγαμε. Η παντομίμα σύντομα πήρε μορφή μανίας. Οι ομάδες έγιναν γιγάντιες και τα απογεύματα αλωνίζαμε τα βίντεο κλαμπ μπας και βρούμε κάναν καλό τίτλο. Και οι κοπάνες, σύννεφο. Όλα αυτά, μέχρι τη μέρα που παίρναμε ελέγχους και ανακάλυψε η μάνα μου τις απουσίες. Και δε φτάνει αυτό αλλά είχα πατώσει και στα μαθήματα. Μόνο η τρελή μου είχε γαμάτο βαθμό, κι αυτό γιατί το επίθετό μου ήταν διάσημο στο σχολείο λόγω της αδελφής μου που ήταν φύτουκλας ξακουστός. Βουτάω τη μάνα μου και την πάω στην τρελή.

Με βλέπει αυτή ξαφνιασμένη λες και δεν με είχε ξαναδεί. Τι κάνετε κυρία της λέω και κοτσάρω και δίπλα ολοστρόγγυλο το επίθετό μου. Αγκαλιές, φιλιά, συγχαρητήρια αυτή στη μαμά μου και μια ωραιότατη ανάλυση για το πόσο καλή είμαι στα μαθηματικά. Αχαχαχαχχχχ. Οκ, δεν φάνηκε, από μέσα μου γέλασα. Με κοιτάει η μάνα μου με μισό μάτι καθώς ως γνωστόν, ποιος θα με ήξερε καλύτερα από τη μάνα μου και περνάει κατευθείαν στο ψητό. Πώς βρέθηκαν όλες αυτές οι απουσίες; Ο βρωμόκωλος με έσωσε.

Πιάνω την τρελή και της θυμίζω την τριήμερη αποβολή που σιγά μην είχα εγώ εμπλοκή, που όλα τα έκαναν οι κακοί μαθητές, που θα ΄πρεπε να μένουν στον τόπο και όχι να εμποδίζουν εμάς που διψάμε για μάθηση κ.α. Άστραψε από τη χαρά της αυτή. Έβγαλε το κλασσικό λογίδριο για τους «αλήτες» και τα «πορνίδια» που συμπαρασύρουν τους «καλούς μαθητές» και καθησύχασε τη μάνα μου ότι οι απουσίες ήταν αναγκαστικές για όλα τα θρανία της ακριανής σειράς. Μετά της θύμισα ότι τις τρεις αυτές μέρες πήγαινα κανονικά στο σχολείο που δεν θυμάστε κυρία που ερχόμουν για παράδοση στο β2 για να μην χάσω την ύλη; Ναι, λέει αυτή. Ουφ. Χεχε. Ο ρατσισμός απέναντι στους κακούς μαθητές με έσωσε για άλλη μια φορά.

Τέτοια θυμάμαι από το σχολείο. Από το βιβλίο ιστορίας ούτε το εξώφυλλο δεν θυμάμαι και σημειωτέον μιλάμε για Λύκειο και όχι για δημοτικό. Ψέμματα, θυμάμαι τον Σμιθ και τον Καντ αλλά παίζει αυτοί να ήταν στην κοινωνιολογία. Θυμάμαι επίσης ότι το ’89 τα ‘φτιαξα με το κολλητάκι μου. Α, κι ένα πράσινο βιβλίο του Έκο που ήταν προαιρετικό που τσακίστηκαν να μου το αγοράσουν και έλιωσα στα γέλια μόλις διάβασα την πρώτη σελίδα γιατί θα ήταν γαμάτοι οι ορισμοί του για παντομίμα.

Συμπέρασμα:  τυπώστε ό,τι βιβλίο γουστάρετε, μαλλιοτραβηχτείτε, και γενικά φαγωθείτε όσο θέλετε να μας πείσετε ότι έτσι θα μείνει κάτι παραπάνω στα παιδιά. Θέλω να πω ότι η μνήμη ενός εφήβου έχει συγκεκριμένη χωρητικότητα και αυτοματοποιημένους τρόπους ανάκλησης πληροφοριών που συνήθως χρειάζεσαι τα κατάλληλα ερεθίσματα για να τις επαναφέρεις ή τουλάχιστον περισσότερο ενδιαφέρουσες πληροφορίες (όπως θα τα ΄λεγε και ο Έκο στο πράσινο βλιβλίο).

Σε απλά ελληνικά, τόσα χρόνια, παρατήρησα πως έχω αναγκαστεί πολύ περισσότερες φορές να ανακαλέσω από τη μνήμη μου τον κώλο του Χ. για παράδειγμα, παρά οποιοδήποτε άλλο σημαντικό ιστορικό περιστατικό. :D

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , , , | 39 σχόλια »

ΣΟΥΤΙΕΝ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αυγούστου 12, 2007


Ήταν πολύ μπερδεμένα τα πράγματα τότε. Μια κλωτσιά στο καλάμι και πουφ! Οι προσπάθειες εβδομάδων να δείχνεις γυναικωτή, στράφι. Ήταν τόσο πολύ δύσκολο το πέρασμα από το «σαμιαμίδι» στο «σωστή κοπέλα» που αρκούσε μία μόνο κίνηση και ξαφνικά, στα κεφάλια όλων των υποφηφίων γαμπρών, γκρεμιζόταν η... υποψηφιότητά σου για γκομενίτσα.

Μεγάλη μαλακία αυτό. Γιατί αν θέλανε να το πάρουμε λογικά, τί πιο γκομενέ απ΄το να βαράς γαμάουα σουτ, να τρέχεις σαν κατσίκι, να καρουμπαλιάζεις τους άλλους υποψήφιους γαμπρούς και να ξέρεις κι από σφεντόνα. Αλλά τα ΄χουμε ξαναπεί, στερεότυπα και πάλι στερεότυπα. Έτσι λοιπόν, η ηλικία του Γυμνασίου πια, οι ορμόνες, η άτιμη κοινωνία και ένα καλό γκομενάκι απ΄την Τρίτη, πρόσταζαν μεταμόρφωση. Φούστες και δη κοντές όχι μόνο την Κυριακή. Λουστρίνια τριμμένα με πατάτα στη σόλα για να τρως λιγότερες σούπες, καλτσόν αλλά χωρίς να ξύνεσαι…

…και σουτιέν. Νούμερο… μηδέν. Ναι, υπάρχει τέτοιο. Και μάλιστα έβγαινε μόνο σε ροζ. Αφού ήξεραν οι άνθρωποι ότι με άβυζα είχαν να κάνουν, σου λέει μην τα κάνουμε και πολύ χάρντκορ. Ίσα δυό ραντάκια και μια φάσα τούλι. Έλα μου όμως που αν δεν είχες ξαναβάλει τέτοιο, ένοιωθες λες και φόραγες αλεξίπτωτο. Νόμιζες ότι στην παραμικρή κίνηση, θα ξεκουμπωθεί το λουράκι, θα ανοίξει και θα πεταχτείς στον αέρα σαν τον Αστυνόμο Σαίνη (εμπρός λοιπόν καλό μου σουτιέεεεεν).

Περπατούσες προσεκτικά έτσι φασκιωμένη και φυσικά φορούσες λαιμόκοψη να φαίνεται το λουράκι. Άλλωστε ποιός ο λόγος να δεθείς στα καλά καθούμενα αν δεν το παρατηρούσαν οι παραλίγο Άντρες του σχολείου! Το ότι δεν είχες βυζί δεν είχε σημασία φυσικά. Σημασία είχε ότι είχες φτάσει στην σωστή ηλικία να κάτσεις να σκεφτείς να το βάλεις σε θήκη (το όποιο, τέλος πάντων). Γι΄αυτούς μόνο τότε το μυαλό σου είχε ωριμάσει. Το απέξω σου που δεν είχε ωριμάσει δεν μέτραγε. Άλλωστε αργότερα έμαθα ότι αυτά τα πράγματα τελικά, ξεκινούν πάντα απ΄το μυαλό.

Ξαφνικά άρχισα να κάνω λίγη παρέα με τα μικρομέγαλα της τάξης. Τις πιο ξεπεταγμένες. Εκείνες που στα διαλείματα συζητούσαν για τα σουτιέν τους, σήκωναν κρυφά τις μπλούζες (αλλά όχι και πάρα πολύ κρυφά) να δείξουν τα δικά τους που είχαν και δαντέλα ενώ επέμεναν να φοράς σερβιέτα «Ντάλια» γιατί «φαίνεται». Μπλιάχ! Αλλά είπαμε, έπρεπε να κάνουμε μπαμ από μακριά ότι μεγαλώσαμε, ακόμα κι αν τις δύσκολες μέρες περπατούσαμε σαν πάπιες με τις «Ντάλιες» μας.

Η παρέα μαζί τους, μου έμαθε πολλά. Όχι ότι τις συμπαθούσα, αλλά έπρεπε κάπως να μυηθώ κι εγώ στον αστραφτερό κόσμο της Γυναίκας. Άλλες εύκαιρες δεν είχα να μου τα μάθουν, η γιαγιά τα ΄λεγε μασημένα, η μαμά δεν τα ΄λεγε (και σ΄έχωνε κιόλας και τιμωρία), η αδελφή μου ήξερε λιγότερα, η προχώ μαμά μιας φίλης όλο έλεγε «ό,τι κι αν κάνετε να ΄χετε πάντα δεμένο το βρακί» (και το δικό μου ήταν πάντα πολύ στενό να το δέσω – άσε που δεν πολυπίστευα σε χαζοπρολήψεις) ενώ οι κολλητές που είχαν μείνει στις σφεντόνες, επέμεναν να δοκιμάσουμε το σουτιέν μου «γιατί θα ρίχνει σίγουρα πάνω από πέντε μέτρα». Πφφφ παιδιά ακόμη!

Η καινούργια μου παρέα άρχισε κανονικότατα τα μαθήματα. Πώς περπατάς (αυτό το πέτυχα μάλλον γιατί ήμουν το μόνο γυμνασιοκόριτσο με λουμπάγκα), πώς μιλάς στ΄αγόρια (με μια λέξη: σανηλίθια), τί λες άμα σε καλέσουν σε πάρτι (ναι.- αλλά διστακτικά), τί σημαίνει «τα φτιάχνουμε» (σου κάνει δώρα ο γκόμενος κιεσύταπαίρνεις) και το σημαντικότερο, πώς φιλάς Σαν Γυναίκα (με τη γλώσσα να κάνει τραμπάλα), Οκ, λοιπόν, είχα όλα τα απαραίτητα εφόδια. Ο γκόμενος έλειπε. Όοοοχι επέμεναν οι άλλες. Έχει κι άλλο μάθημα: Τί κάνεις άμα σου πιάσει το βυζί;;;

Ααααα όλα κι όλα! Εκεί επαναστάτησα. Δε φτάνει που κοψομεσιάστηκα, που σαβουριαζόμουν κάθε τρεις και λίγο με τα κωλοπάπουτσα της εκκλησίας, που δεν έλεγα πια Ρε-Μπίχλα αλλά Μωρό μου στον κάθε Μπίχλα, που έτρεχα δεξιά αριστερά σε πάρτια και δε με χόρευε κανείς ενώ απαγορευόταν λέει να χορεύω μόνη μου, που θα έπρεπε να κάνω λούνα παρκ τη γλώσσα μου άμα κάποιος μου «τα έφτιαχνε» και μου χάριζε κάνα σαβουροαρκουδάκι, θα καθόμουν αποπάνω να μου πιάσει ΚΑΙ το βυζί;

Αυτό λοιπόν που διαπίστωσα αμέσως μετά, είναι πως τα σουτιέν νούμερο μηδέν σφεντονάνε στα οχτώ μέτρα ακριβώς. Καρατσεκαρισμένο. :D

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 43 σχόλια »

Η ΑΛΛΗ MYKONOS

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουλίου 3, 2007


Όταν ακούς lifestyle, αν είσαι περίπου η φτιαξιά μου, τρέχεις μακριά. Δεν έχεις κότερο, ενώ πολλές φορές δεν είσαι σίγουρη ότι μπορείς να παραμείνεις σοβαρή βλέποντας ένα κανονικότατο τσίρκο να περνάει καμαρωτό από μπροστά σου. Απ΄αυτά τα τσίρκα, που πληρώνεις πανάκριβα για να τα δεις, το θέαμα είναι μοναδικά αστείο αλλά παραδόξως πρέπει να μην ακουστεί το γέλιο σου.

[Άλλες κάνουν bottox και γελάνε χωρίς να προδοθούν, άλλες μαζεύουν τα γέλια χρόνων, κάνουν ένα lifting και μετά γελάει η φάτσα τους μέχρι θανάτου ενώ άλλες γελάνε... επιτόπου και πολύ. Οι τελευταίες, δεν είναι ευπρόσδεκτες σ΄αυτό το τσίρκο. Ή μάλλον το αποφεύγουν ]

Αυτή τη φορά, είπα το μεγάλο «ναι». Δυό μερούλες όλες κι όλες λέω, θα κάνω την καρδιά μου πέτρα και θα πάω στη… Μύκονο (προσοχή στις μούτζες, τυφλώνουν λέει η γιαγιά μου).
Ήθελα όμως. Είχα κάτι ψυχούλες να γνωρίσω, ήταν και αυτή η ρημάδα η περιέργεια. Όλα όσα είχα ακούσει ως τότε, περιελάμβαναν γκλάμουρ, δόξες, όργια και βαβούρα. Είπα οκ, ένα μπανάκι θα το κάνω, ένα χρυσό πέδιλο κάπου θα το ξεχώσω, κάτι αγκαλίτσες θα τις δώσω, στα όργια θα πω ένα «όχι, ευχαριστώ» και σιγά το πράμα.

Έχω να πω πολλά για τη Μύκονο. Είναι όντως ένα εκθαμβωτικό νησί αλλά δεν γυαλίζει από γκλάμουρ και διαμάντια. Γυαλίζει μέσα από την φοβερή φυσική ομορφιά της που σχεδόν κανείς ποτέ δεν αναφέρεται, παρεκτός κι αν έχει μπακγκράουντ τον κώλο καμιάς Ατζολίνας (ή πώς την λένε αυτή που κάνει συλλογή βρεφών).

Οι άνθρωποί της, είναι όπως κι εμείς. Δυό πόδια, δυό χέρια, μια καρδιά ΝΑ και προπάντως φιλόξενοι και απλοί. Ναι, απλοί. Έχουν φάει όλο το lifestyle στη μάπα και προσπαθούν να επιβιώσουν στον τόπο τους. Δεν είναι όλοι οι ντόπιοι κροίσοι, ξέρετε. Υπάρχουν και οι σκέτοι Μυκονιάτες – μετανάστες ή μη – που αναγκάζονται χρόνια τώρα, να πληρώνουν εμφιαλωμένα νερά, ενώ οι βιλάρες από δίπλα ξοδεύουν το λιγοστό νερό τους για πισίνες (πετώντας το μετά στα χωράφια που ψοφάνε απ΄το χλώριο).

Υπάρχουν εκείνοι που προτιμούν να καμαρώνουν έναν κήπο κι ένα αμπέλι τόσο δα, παρά να επιβαρύνουν κι άλλο το νησί με μόστρες και πισίνες. Υπάρχουν οι Μυκονιάτες που αναγκάζονται να πληρώνουν τριπλά και τετραπλά μια βόλτα στο σούπερ μάρκετ ενώ υπομένουν σιωπηλοί όλη αυτή τη βαβούρα που δεν σταματά πριν τις τέσσερις το πρωί. Είναι εκείνοι που κοιτούν απορημένοι την παραλία τους να τεμαχίζεται και ξαφνικά να χρειάζεται να πληρώσουν αδρά για ένα μπάνιο. Ή εκείνοι που νοιώθουν παράταιροι σε τόσο lifestyle και προτιμούν να γεμίζουν λεκανάκια θαλασσινό νερό για να βουτήξουν τον φλεβίτη, κρυμένοι στο σπίτι.

Ξυπνήσαμε στις έξι να προλάβουμε το πλοίο και στο Κάτω Λιβάδι δυό παιδιά έπλεναν τα χλιδάτα μαγαζιά. Μια κυρία καθάριζε την άμμο, εκεί που σε λίγες ώρες θα ξάπλωναν οι προνομιούχοι των διάσημων ξαπλωτών καθισμάτων, των 3,000 ευρώ τη σεζόν. Οι σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι είναι αόρατοι στη Μύκονο τη μέρα. Λες και μερικές ώρες μετά, ανατέλλει ένας τεράστιος κώλος και τα σκεπάζει όλα. Δεν βλέπεις τίποτε γύρω σου πέρα από σφιχτά κορμιά και πόρσε.

…όλα αυτά φυσικά, αν πας εκεί που όλοι κάνουν ΟΥΑΟΥ! Γιατί υπάρχουν και μέρη που δεν σου βγαίνει άχνα απ΄το δέος. Κάτι σπίτια ψαράδων κρυμμένα στα βράχια, κάτι μικρές παραλίες με κανονικές οικογένειες και ταπεράκια, εκεί που γελάς με την καρδιά σου και παίζεις με την άμμο χωρίς να φοβάσαι μη φανεί η ετικέτα του μαγιό.

Υπάρχουν βίλες αληθινές, δυό δωματιάκια όλες κι όλες, που θα φας τα νοστιμότερα εδέσματα, που μια ζωή δεν θα σε έφτανε να πληρώσεις. Μικρά παιδιά που θα σου ετοιμάσουν το καλύτερο γλυκό – τέτοιο γλυκό δεν έχεις ματαφάει, γλυκαίνει από μόνο του πριν καν το αγγίξει τέτοιο ταλέντο.

Τριγύρω σου, γεμάτο ζωγραφιές, σάλτα και παιχνίδια, η πανσέληνος πιο πορτοκαλιά από ποτέ, βγαίνει απ΄τον βράχο τρία μέτρα λες πιο πέρα και μπροστά σου μόνο φίλοι κι αγκαλιές από οικογένειες που απορείς πώς έβαλαν τρικλοποδιές σε τόσο lifestyle και γελούν όταν το νοιώθουν στ΄αλήθεια.

Ήταν ένα αξέχαστο ταξίδι, που τελείωσε με μία πανέμορφη πρωινή ξενάγηση. Λίγες ώρες μετά στο γραφείο, ακόμη ταξίδευα σ΄εκείνα τα βράχια με το πράσινο αναπαλαιωμένο Μυκοκονιάτικο καραβάκι. Πήγα σε μέρη που δεν προτιμά κανείς άλλος, πέρα από τους ανθρώπους που αγαπούν στ΄αλήθεια την Μύκονο, γιατί είναι ο τόπος τους, με όλα όσα περιλαμβάνει αυτό, χωρίς τα αστραφτερά ανταλλάγματα που συνήθως υπόσχονται τα περιοδικά.

Έχουν άλλωστε πολύ καλύτερα πράγματα να χαρούν και άλλα τόσα να σου εξιστορήσουν, που είναι αποκάλυψη σκέτη να μαθαίνεις τους σληθινά σημαντικούς λόγους για να αγαπήσεις αυτό το νησί.

(αφιερωμένο στην πιο όμορφη και αγκαλιαστή Μυκονιάτικη οικογένεια)

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 41 σχόλια »

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ: GTPK

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Μαΐου 22, 2007


Λογικά αν είσαι γύρω στα 17 αυτή την εποχή, την πούτσισες. Πρέπει να ξημεροβραδιάζεσαι πάνω από ηλίθια και παράλογα βιβλία, - πράγμα που θα έπρεπε να το είχες ήδη κάνει εδώ και μια ολόκληρη σχολική χρονιά αλλά ναι, υπάρχουν πολύ καλύτερα πράγματα να κάνεις στα 17 σου, ή μάλλον υπάρχει τουλάχιστον ένα καλύτερο πράγμα να κάνεις στα 17 σου, αντί να τρέχεις σε χαζοεξετάσεις.

Κι άμα τα καταφέρνεις στους βαθμούς, τζετ. Αν όμως είσαι τόσο σκράπας όσο ήμουν εγώ, πιθανόν αυτή να είναι η χειρότερη περίοδος της ζωής σου. Να πρέπει να αποστηθίσεις ό,τι προλαβαίνεις μέχρι τις εξετάσεις, να ξέρεις ότι θα αποτύχεις σιγουρότατα και να μην έχεις την παραμικρή ιδέα τί στο διάολο «θα γίνεις όταν μεγαλώσεις… oops λάθος, τί θα γίνεις ακριβώς ΤΩΡΑ».

Ακόμα χειρότερα; Να ξέρεις επακριβώς τί θέλεις να γίνεις αλλά να μην υπάρχει καμία περίπτωση στον κόσμο να συγκεντρώσεις ποτέ τα κωλομόρια ή να είναι πολύ ακριβές σπουδές για να πας σε ιδιωτικό. Κι εσύ να μην θέλεις τίποτε άλλο να σπουδάσεις αλλά για τα μάτια του κόσμου (οκ, και των γονιών σου) να πρέπει να συνεχίσεις να ρημαδοδιαβάζεις, να τρως όλες αυτές τις δυναμωτικές μαλακίες που σε μπουκώνει η μάνα σου, να μην επιτρέπεται να λιώσεις στο σεξάκι που μόλις ανακάλυψες (νταξ άργησες σε σχέση με τ΄αγόρια, αλλά βρήκες κι εσύ την εποχή να ανακαλύψεις ένα από τα σημαντικότερα πράγματα της ενήλικης ζωής σου), να πρέπει να αποστηθίσεις κεφάλαια ηλιθιότητας που δεν καταλαβαίνεις ή αρνείσαι να καταλάβεις και κάπου γύρω στο Σεπτέμβριο να πάρεις «καινούργιες αποφάσεις» για όλη σου τη ζωή. Τουτέστιν, είτε να ξαναδώσεις Πανελλήνιες ή να πιάσεις καμιά κωλοδουλειά για να πληρώσεις την ιδιωτική σχολή ή να πιάσεις καμιά κωλοδουλειά πίριοντ. Παλιοκατάσταση.

Επειδή λοιπόν η φάση είναι δώρο – άδωρο και επειδή δεν πρόκειται να ζήσεις δεύτερη φορά (τα ΄παμε, τα ξαναλέμε, όταν πεθάνεις – που θα πεθάνεις – θα σε φάνε τα σκουλήκια) κι επειδή έχω σκυλομετανιώσει για άπειρα θεματάκια – και θα το λέω και θα το φωνάζω, δεν είναι ντροπή να μετανιώνεις – αν μπορούσα να γυρίσω πίσω θα έκανα τα πράγματα πολύ πολύ διαφορετικά. Τα μόνα που θα κράταγα θα ήταν τα γκομενιακά μου (εκτός από έναν αρχιμαλάκα που τα ΄χα ένα χρόνο στο γυμνάσιο αλλά τεσπα έμαθα από νωρίς πόσο αρωστημένο πράγμα είναι η ζήλια, οπότε θα τον κρατούσα χατηρικά αλλά για ένα δίμηνο το πολύ. Δεν αντεχόταν για παραπάνω με τρίποτα).

Γουέλ, ένα το κρατούμενο, δεν θα υπήρχε καμία περίφτωση να παρατούσα τα Γαλλικά μου. Μη σου πω ότι θα μάθαινα και Γερμανικά όπως τ΄αδέλφια μου και δεν θα έστηνα ομηρικούς καυγάδες για το «πόσο χοντροκομμένοι είναι οι Γερμανοί» και ότι «εγώ θέλω να μάθω αληθινές γλώσσες και όχι γλώσσες που ροχαλίζουν». Ούτε θα χασκογέλαγα όταν όλοι στο σπίτι μιλούσαν γερμανικά κι εγώ σνόμπαρα σαν το χαζό δείχνοντας με το δάχτυλο αλλά μαθαίνοντας μετά ότι με κοροίδευαν πίσω από την πλάτη μου οικογενειακώς τα σκουλήκια. Ναι, βλαμένα, έμαθα τί είναι «σάιζερ».

Άλλο σημαντικό βήμα, δεν θα έδινα ποτέ Πανελλήνιες στην κατάστασή μου. Λέγοντας «κατάσταση» εννοώ το χάλι μου (δηλαδή βαθμολογία από 19 και κάτω. Βασικά 15 και κάτω ήταν, αλλά και οι μέχρι το 19 δεν είχαν καμιά καλύτερη τύχη). Άσχετη σε όλα τα μαθήματα πέρα από σκόρπια πράγματα εδώ κι εκεί, που έπιανα κατά τύχη στον αέρα όταν δεν σκεφτόμουν γκόμενους ή όταν βαριόμουν να γράψω σκονάκια. Κι όλα αυτά προτού ανακαλύψω το σεξ. Μετά, το μυαλό μου ένα τεράστιο κρεβάτι.

Το λοιπόν, αυτό που θα ΄κανα ασυζητητί, θα ήταν να πάρω το μωρό μου και να τρέξουμε στα εξωτερικά. Οπουδήποτε. Μακριά. Έξω. Σε μια χώρα που θα επιτρεπόταν να σπουδάσεις αυτό ακριβώς που θέλεις με λογικά λεφτά, χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις και ας έπρεπε να δουλέψουμε (αφού αυτό κάναμε κι εδώ). Αλλά θα ζούσαμε κάθε δευτερόλεπτο μαζί (ήταν αφόρητο τότε να πρέπει να είμαστε μακριά ο ένας απ΄τον άλλο) και θα σπουδάζαμε και οι δύο επακριβώς τα όνειρά μας. Ατόφια. Όχι μισά, όχι καθόλου ή ξημεροβραδιάζοντας πάνω από ανούσια βιβλία, όχι με χαζές εξετάσεις που θα ΄πρεπε στην καλύτερη να πιάσεις γκόμενο τον καθηγητή για να σε περνάει τα εξάμηνα, όχι με ηλίθιες κομματικές οργανώσεις που θα ΄πρεπε να πουλήσεις τις ιδέες σου για να σου δίνουν τα θέματα των εξετάσεων.

Πιθανόν να μην τα καταφέρναμε. Αλλά τουλάχιστον θα είχα μάθει αυτό που ήθελα, θα είχα γλιτώσει όλες αυτές τις ηλίθιες σχολές, πληρωμένες με κόπους χρόνων για να πάρω ένα πτυχίο που οι μαλάκες ακόμα να αποφασίσουν αν είναι αναγνωρισμένο και τελικά να καταλήξω μετά από δεκάδες διαφορετικά επαγγέλματα, να βρω τώρα τί θέλω να κάνω. Έχασα με τις μαλακίες τους τουλάχιστον μια δεκαπενταετία και κανένα λαμόγιο δεν πρόκειται να μου τα δώσει πίσω. Κι ας μου τα χρωστάνε. Και σε μένα, αλλά και σε δεκάδες παιδιά που έστειλαν εδώ κι εκεί, σε ό,τι άσχετη σχολή μπορείτε να διανοηθείτε, μακριά απ΄τους μεγάλους μας έρωτες (που ηλιθιωδώς ο έρωτας θεωρείται δευτερεύουσα προτεραιότητα σ΄αυτήν την ηλικία από άπαντες τους ενήλικες), για να καταλήξουμε ΟΛΟΙ μια εντελώς χαμένη γενιά αν κρίνω απ΄τα τωρινά χάλια μας. Εντελώς όμως. Με όνειρα που δεν τολμήσαμε καν να ξεστομίσουμε, με σπουδές που ποτέ τελικά δεν κάναμε και με υποχρεώσεις που ξεκίνησαν ακριβώς την εποχή που είπαμε μήπως ξανακυνηγήσουμε τα όνειρά μας.

Οι Πανελλήνιες για μια μέτρια ως κακή μαθήτρια σαν κι εμένα ήταν και είναι ο καλύτερος τρόπος να χάσεις τον πολύτιμο χρόνο σου, να κάνεις εκπτώσεις στα όνειρά σου και να δεχτείς ένα εντελώς παράλογο σύστημα αξιών για το ποιοί αξίζουν και ποιοί όχι. Όλοι αξίζουμε. Απλά, σε διαφορετικά πράγματα. Ούτε ένας δεν αξίζει λιγότερα πράγματα απ΄αυτά που ονειρεύτηκε αν θέλει να τα κυνηγήσει. Καμμία Πανελλήνια εξέταση δεν είναι σε θέση να το αποφασίσει αυτό και κανένας καμμένος δεν έχει δικαίωμα να σε ταξινομήσει έτσι απλά, στην σχολή που βάσει κωλομορίων «δικαιούσαι».-

Α, και ψιτ.. μην ακούσω πάλι μαλακίες ότι θα αυτοκτονήσετε αν δεν περάσετε. Συνέλθετε ρε χαζά. Ούτε για φτύσιμο δεν είναι οι Πανελλήνιες, όχι για κοτζάμ αυτοκτονία. Όχι για τη μία και μοναδική ζωή σας. Σιγά το δύσκολο δηλαδή, να αποτύχεις στις Πανελλήνιες!

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , , , | 99 σχόλια »

Ους ο θεός αξίωσε…

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Μαΐου 6, 2007


Τον καιρό εκείνο που λέτε, οι θεικοί διαμεσολαβητές ήταν πολλοί και παντού. Τώρα, είναι τρίχες μπροστά τους. Μοναδικό σκοπό είχαν να επιβάλλουν τον λόγο του θεού και συνήθως οι απλοί άνθρωποι ακολουθούσαν. Τότε, υπήρχε στη γειτονιά μια «αγία». Κάτι σαν την Αγία Αθανασία του Αιγάλεω αλλά στο πιο κυριλέ: δεν είδαμε ποτέ τα βυζιά της. Πληρωνόταν όμως εξίσου ακριβά. Μπόλικοι τενεκέδες λάδι το μήνα και μόνιμη αυλή, καμιά εικοσαριά αγαθοβιόλες που την φρόντιζαν, την πρόσεχαν και εκτελούσαν χρέη οικιακών βοηθών. Όλες πάντα με σεμνή περιβολή, πιστές στα χρέη μιας αυλικού, μόνιμα σε νηστεία και διαρκώς στην εκκλησία ή στο σπίτι της «αγίας» (παρά στο δικό τους). Κοινώς, το κλασσικό προφίλ της αγαθοβιόλας.

Κάθε προσωπικό τους θέμα ήταν θέμα (βασικά) της «αγίας»: ποιόν θα παντρευτούν, τί δουλειά θα κάνει, πόση προίκα θα πάρουν (και πόση θα δοθεί στην «αγία»), πότε θα νηστεύουν και πότε είναι μέρα που επιτρέπεται το πήδημα (αν, δηλαδή). Φαίνεται τελείως κουλαμάρα αλλά αυτή η γυναίκα, ήταν για χρόνια ο αγάς της γειτονιάς. Ακόμα κι ο παπάς την έτρεμε. Για μας τότε, τα πράγματα ήταν απλά: ποτέ δεν παίζαμε μπάλλα μπροστά στο σπίτι της, ποτέ δεν κόβαμε κορόμηλα απ΄το δέντρο της και ποτέ δεν κρυβόμασταν στην αυλή της όταν παίζαμε κρυφτό. Μακριά κι αγαπημένοι. Το είχα τότε στο μυαλό μου, πως το σπίτι αυτό, φυλασσόταν μόνιμα από ένα τρομακτικό λυκόσκυλο που λεγόταν «θεός» (=εγώ και τα λυκόσκυλα τα ΄χουμε σπάσει). Άλλωστε, η μόνη φράση που άκουγα όταν πλησίαζα εκεί ήταν «θα σε τιμωρήσει ο θεός».

Το νταλαβέρι με το κομιούνιτι, είχε ως εξής: αν κάποιος στη γειτονιά πήγαινε στο μπακάλη, αγόραζε τα πάντα επί δύο. Αν κάποιος έπαιρνε τη σύνταξη απ΄τον ταχυδρόμο έκρυβε μερίδιο για εκείνη. Η δική της συνεισφορά ήταν ως εξής: αν κάποιος είχε πρόβλημα, πήγαινε σ΄αυτήν να τον «σταυρώσει» και να φύγει το κακό. Μερικές φορές έφευγε, άλλες πάλι όχι. Και τότε όμως, πήγαινε πάλι σ΄εκείνη να προσευχηθεί να μην τον βρουν άλλα κακά. Που χλωμό δηλαδή. Και πάλι όμως, ξαναματαπήγαινε να προσευχηθεί γι΄αυτόν και να του δώσει κουράγιο. Και πάντα του ΄δινε. Δεν έβρισκα κάτι κακό σε αυτό, απ΄τη στιγμή που κανείς δεν τους υποχρέωνε να την προμοτάρουν πέρα από την ελλειπή κατανόηση των θρησκευτικών τους.

Μέχρι που κάποτε την επισκέφτηκε μια γειτόνισα για ένα πρόβλημα υγείας. Και η «αγία» μετά τις προσευχές, τα ματζούνια και τις άπειρες εκδρομές που σκαρφίστηκε σε όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας για «θαυματουργά μπλιμπλίκια», (στο μυαλό μου ο θεός εκτός από λυκόσκυλο είχε και ταξιδιωτικό γραφείο – μούτι τα ΄χα κάνει με τα θρησκευτικά) αποφάσισε να επέμβει στα του σπιτιού. Βρήκε ότι το πρόβλημα ξεκινούσε από την ανύπαρκτη πίστη του άντρα της. Πήγαινε σπίτι τους κάθε μέρα να ελέγξει αν γίνεται σωστά η νηστεία και επέβλεπε τα σεντόνια μήπως και «αμάρτησε ο διάολος του σπιτιού». Λες και δεν τα ΄θελε και η άλλη.

Μέχρι που η «αγία» αποφάνθηκε πως η μόνη λύση ήταν να φύγει ο σύζυγος απ΄το σπίτι μέχρι να εξαγνιστεί. Ε, με τα πολλά είδε κι απόειδε ο άνθρωπος και την πέταξε έξω με τις κλωτσιές. Και δεν τον έκαψε κιόλας ο «θεός». Ε, έφαγε τίποτα κατάρες, ψιλοαποκλείστηκε από τα κοινά (=κουτσομπολιό της γειτονιάς) και μεταξύ μας, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Κυρίως, ανώδυνα.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά, βλέποντας σε ένα μπλογκ επακριβώς τα κλισέ που άκουγα παιδάκι και έτρωγα χοντρή μπούφλα άμα έκανα να ρωτήσω. Και χαίρομαι που επιτέλους έχω την δυνατότητα να πω τις απορίες μου σε αυτά τα ρητά (αλλά μπιχέηβ όμως):

“Γίνετε μόνο ψαράδες ανθρώπων: εσείς θα τους πιάνετε, Εκείνος θα τους καθαρίζει!”
“Ο πιστός που βρίσκεται συχνά στα γόνατα, στέκεται καλύτερα.”
“Μην βάζεις ερωτηματικό, όπου ο Θεός έβαλε τελεία.”
“Μην περιμένεις να σε κουβαλήσουν τέσσερις στην εκκλησία.”
“Να ασκείσαι καθημερινά: Περπάτα με τον Κύριο!”
“Ο Θεός δεν καλεί τους ικανούς. Κάνει ικανούς αυτούς που κάλεσε.”
“Ο Θεός υπόσχεται ασφαλή προσγείωση, όχι ομαλό ταξίδι.”
“Δώσε στο Θεό αυτό που Του ανήκει, όχι αυτό που σου περισσεύει.”
“Οικογένεια καθαρή είναι η οικογένεια επάνω σε θυσιαστήριο.”
“Οταν κάποιος σου προκαλεί θυμό, να το ξέρεις, είναι δυνατότερός σου.”
“Εκείνος που είναι καλός στο να βρίσκει δικαιολογίες, είναι σπάνια καλός σε ο,τιδήποτε άλλο.”
“Οποιος γονατίζει μπροστά στο Θεό, μπορεί να σταθεί μπροστά σε οποιονδήποτε άλλο!”
“Είναι δύσκολο να δώσεις την καλοσύνη, γιατί συνέχεια επιστρέφει σ’ εσένα.”
“Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να υπηρετήσουν το Θεό, όμως μόνο σε μια συμβουλευτική θέση.”
“Ποτέ μην πάρεις το διάβολο για μια βόλτα! Γιατί θα θέλει πάντα να οδηγεί εκείνος.”
“Να βλέπεις μακριά!”
“Δεν έβρεχε όταν ο Νώε έφτιαξε την κιβωτό.”
“Το θέλημα του Θεού δεν θα σε οδηγήσει ποτέ κάπου, όπου η χάρη Του δεν θα σε προστατεύει.”
“Το να είσαι σχεδόν σωσμένος, είναι το ίδιο με το να είσαι εντελώς χαμένος.”
“Δεν αλλάζουμε το μήνυμα, το μήνυμα μας αλλάζει.”
“Εμείς σηκώνουμε πανιά ο Θεός βάζει τον άνεμο.”

… το μετάνιωσα όμως. Ούτε λινκ βάζω, ούτε θα ρωτήσω τίποτα, το νόημα είναι πλέον σαφές. Τα παραθέτω απλώς για να πάρετε μια γεύση με τί αρχές μεγάλωσα και πόσο πολύ λογικό είναι να γράφω αυτά που γράφω και μάλιστα με τον τρόπο που τα γράφω για να μη λέτε μετά τί παθαίνει η αισθητική σας απ΄τα γραφτά μου και άλλες παρόμοιες πίπες χωρίς να ξέρετε τί τράβηξα δηλαδή. :D

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 25 σχόλια »

ΤΖΙΝ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουαρίου 29, 2007

(ευτυχώς για τον Τσακ Νόρις, δεν συναντηθήκαμε ποτέ)

Όταν είχε σκάσει το Τσέρνομπιλ, ο δάσκαλος του καράτε είχε κατατρομοκρατήσει τον κόσμο. Είχε μαζέψει όλους τους γονείς κι άρχισε να τους λέει για τις βλαβερές συνέπειες της ραδιενέργειας και πως ο μόνος τρόπος να προστατευτεί κάποιος ήταν το τζίνσενγκ. Οι γονείς μου, πρώτη φορά το άκουγαν αυτό το πράγμα. Ο πατέρας μου ακόμα το λέει τζιν-τζιν.

Είχε φέρει τότε ο δάσκαλος έναν «σαμουράι» απ΄την Κορέα. Μας είπε ότι η δουλειά του ήταν δήμιος. Ενάμισι μέτρο άνθρωπος, αδύνατος μ΄ένα μουστακάκι τόσο δα. Νεύρο σκέτο. Τον είχε φέρει να μας εκπαιδεύσει στα σπαθιά γιατί πλησίαζαν οι επιδείξεις. Έφερε μαζί του τρία σπαθιά με διαμαντένιες κόψεις σε ειδικές θήκες. Έριχνε ένα μαντήλι στον αέρα και το έσχιζε στα δυό με το σπαθί, πριν να πέσει στο πάτωμα. Εκατομμύρια κόστιζαν εκείνα τα σπαθιά και κάθε βράδι τα κλείδωναν στο γραφείο.

Μ΄αυτά – μετέφραζε ο δάσκαλος – έκοβε τα χέρια των κλεφτών. Στους μεγαλύτερους μαθητές είχε πει πως μια φορά είχε κόψει κι έναν μπούτσο. Μου το ΄πε κρυφά ένα βράδι η αδελφή μου. Μια ώρα να καταλάβω ότι δεν είχε κλέψει ακριβώς. Ε, δεν ήθελα και πολύ, μετά απ΄αυτό, πεταγόμουν στον ύπνο μου απ΄τους εφιάλτες. Ο Κορεάτης μας έκανε πολύ σκληρή προπόνηση. Είχε φέρει μαζί του και αμπούλες τζίνσενγκ και μας τις πουλάγανε με τον δάσκαλο δέκα χιλιάρικα το κουτί με τις δώδεκα αμπούλες. Τις έβαζες στο ψυγείο, έσπαγες κάθε μέρα μία και την έπινες με ένα ψιλό καλαμάκι.

Είχε λυσσάξει ο πατέρας μου με τα τζιν – τζιν. Επειδή ήταν πανάκριβα, εκείνος κι η μαμά έπιναν ένα τη βδομάδα. Έλεγε η τηλεόραση ότι η επήρρεια του Τσέρνομπιλ θα κρατούσε καμμιά δεκαετία κι ο μπαμπάς έκανε όλο και περισσότερη οικονομία στα τζιν-τζιν. Έφτασε εποχή που πήρε δέκα κουτιά απ΄το δάσκαλο για να πετύχει τρία χιλιάρικα έκπτωση.

Ο Κορεάτης λοιπόν, μας είχε πήξει στην προπόνηση. Μας έδινε κάτι ξύλινα ομοιώματα σπαθιών, μας έβαζε να τα κρατάμε με τα δύο χέρια ψηλά στον αέρα, λυγίζαμε τα γόνατα και μέναμε ακίνητοι κάνα τέταρτο. Μας είχε μάθει να μετράμε στα Κορεάτικα μέχρι το δέκα και έπρεπε να μετρήσουμε έτσι τριάντα φορές. Ίτς – νι – σαν – σι… κάπως έτσι ήταν οι αριθμοί. Όποιος έκανε να κουνηθεί τον πλάκωνε στις κλωτσιές στο στομάχι. Στο πρώτο τρίλεπτο, έτρεμαν τα πόδια σου αλλά μετά τη φήμη για τον κομμένο μπούτσο, φύλλο δεν κουνιόταν.

Έφτασε η μέρα των επιδείξεων. Η μάνα μου, πρώτο τραπέζι πίστα, είχε και τις δυό κόρες στις επιδείξεις και μάλιστα η αδελφή μου τότε είχε φωτογραφηθεί για ένα περιοδικό που είχε θέμα την αυτοάμυνα στα κορίτσια. Πρώτη μούρη οι γονείς μου λοιπόν, εμφανιστήκαμε πρώτα τα τσικό με κάτι κάτα (= συντονισμένες κινήσεις σαν χορευτικό) με κοντάρια και ψεύτικα σπαθιά. Σειρά είχαν οι μεγάλοι.

Εμφανίστηκε ο Κορεάτης, έστρωσε δύο καρέκλες αντικρυστά, φώναξε την αδελφή μου να ξαπλώσει, της άνοιξε τη στολή στο σημείο της κοιλιάς και στερέωσε πάνω ένα μήλο. Στην μάνα μας δεν είχαμε πει τίποτα. Αν ήξερε το παραμικρό, ήταν ικανή να μας απαγορέψει την επίδειξη. Όταν άρχιζε να συνειδητοποιεί τί συμβαίνει, απ΄την μια την βάσταγε ο πατέρας μου κι απ΄την άλλη εγώ. Έβαλε λοιπόν το μήλο στην κοιλιά της, πήρε το σπαθί του, γύρισε πλάτη, η μάνα μου από κάτω να ουρλιάζει και ξαφνικά έρχεται ο δάσκαλος, κάνει νόημα στον πατέρα μου να κρατήσει κι άλλο τη μαμά και δένει μ΄ένα μαντήλι τα μάτια του Κορεάτη.

Όχι,δηλαδή φανταστείτε σκηνικό. Να βλέπεις το παιδί σου με ένα μήλο στην κοιλιά κι ένας κοντοστούπης Κορεάτης που είναι δήμιος αλλά πουλάει και τζιν – τζιν, με δεμένα μάτια και σπαθί με διαμαντένια κόψη που κόβει τρίχα στον αέρα, να είναι έτοιμος να παρκάρει το σπαθί στην κοιλιά του παιδιού σου. Απ΄ότι κατάλαβα μετά, η μαμά ήταν μέρος του σόου. Επίτηδες δεν της το ΄χαν πει. Σε δευτερόλεπτα, ο Κορεάτης γύρισε απότομα κι έκοψε το μήλο στη μέση. Η αδελφή μου σηκώθηκε, υποκλίθηκε και πήγε να παρηγορήσει τη μάνα μου που ήταν κάπου ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη λιποθυμία.

Όταν συνήλθε για τα καλά, άνοιξε τη στολή της αδελφής μου, να βεβαιωθεί ότι δεν κόπηκε. Μαλακία. Είχε μια χαρακιά από δω μέχρι απέναντι. Φαίνεται ήταν ζεστή ακόμα και δεν είχε καταλάβει ότι το σπαθί την είχε ψιλοακουμπήσει. Ένα έχω να πω. Ο Κορεάτης δεν ξανάρθε στην Ελλάδα κι έμαθε πολύ καλά την σημασία της λέξης «κιτρινιάρικο μυγόχεσμα» και «θα σου βάλω το σπαθί στον κώλο αν ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ». Για ώρες φώναζε.

Πήγαμε στο γιατρό. Ευτυχώς η χαρακιά ήταν έξω έξω. Ο πατέρας μου παλλικάρι: «άσε γιατρέ, δεν έχει ανάγκη. Πίνει δυό τζίν-τζιν την ημέρα. Ούτε Τσέρνομπιλ τα πιάνει τα παιδιά ούτε τίποτα. Μέχρι να παντρευτεί θα γιάνει» – χαρακτηριστική έκφραση του μπαμπά. Όταν κατάλαβε ο γιατρός ότι δεν μας πότιζε τζιν αλλά τζίνσενγκ και μάλιστα για τη ραδιενέργεια, του σηκώθηκε η τρίχα. Ειδικά όταν έμαθε πόσο το πούλαγε ο δάσκαλος με τον Κορεάτη.

Ε, μετά δεν άλλαξε και τίποτα. Έφυγε ο Κορεάτης κι ήρθε ένας Καναδός. Μεγάλος δάσκαλος. Πέντε φορές πρωταθλητής κόσμου έλεγε, γύρω στα πενήντα. Αυτός πούλαγε μαύρες σατέν στολές με κόκκινο σειρίτι, ίδια παπουτσάκια με γάντια και μαθήματα κικ μπόξινγκ. Χώρια τα ταξίδια στον Καναδά για όσους ήθελαν να πάρουν το «δίπλωμα». Ευτυχώς ο μπαμπάς δεν είχε φράγκο. Αλλά δεν γλιτώσαμε τα εγχώρια μαθήματα. Άλλα τρεχάματα και μ΄αυτόν τον μαλάκα. Πέντε ράματα στο μάτι. Αλλά το παράχεσα σήμερα στην πολυλογία. :D

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 49 σχόλια »

ΠΩΣ ΝΑ ΚΟΨΕΙΣ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουαρίου 26, 2007


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή αποτυχημένη ψιλικατζού. Κάπνιζε σαν φουγάρο και οι δουλειές της πήγαιναν απ΄το κακό στο χειρότερο. Έφτασε δε μια εποχή που δεν είχε ευρούλι τσακιστό να πάρει τσιγάρα ενώ η πίστωση στα πρατήρια είχε φτάσει στο όριο.
Πίσω της, τα ράφια γεμάτα διάφορες μάρκες τσιγάρα και καπνούς αλλά πουθενά ο δικός της. Έπρεπε να περιμένει μια ολόκληρη βδομάδα να πουληθεί το στοκ για να μπορέσει να αγοράσει καινούργια πακέτα και μαζί το δικό της.

Αυτή λοιπόν την εβδομάδα, προκειμένου να μην χαρμανιάσει, αποφάσισε να καπνίσει ό,τι βρει γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να ρίξει την περήφανη μούρη της και να ψωνίσει καπνό από άλλο ψιλικατζίδικο. Χώρια ότι δεν έπρεπε να ξοδεύει τα λεφτά της μπας και μαζέψει το υπέρογκο ποσό μέχρι την επόμενη Δευτέρα για το πρατήριο, το τέβε, τη Δεή, τα νοίκια και τον δοσατζή με τα παιχνίδια.

Ήταν εξαιρετικά απλό. Άπλωσε το χέρι και βούτηξε ένα λίντερ μπλε που τα ΄χε πολλά. Βρώμα και δυσωδία αλλά τουλάχιστον η νικοτίνη… νικοτίνη. Την επόμενη, οι πελάτες είχαν αφήσει όλο κι όλο ένα μόνο λίντερ μπλε οπότε αποφάσισε να καπνίσει μια κασετίνα σαντέ που είχε ξεμείνει πίσω πίσω και κανείς δεν την ζητούσε. Ο λαιμός γρατζάναγε αλλά η νικοτίνη… νικοτίνη.

Πώς τα ΄φερνε η γκαντεμιά της και πάντα το πακέτο που ήθελε να καπνίσει, είτε τελείωνε είτε έπρεπε να το καβατζώσει για τους πελάτες, οπότε κάθε μέρα έκανε κι άλλη μάρκα τσιγάρα. Μετά από μία εβδομάδα, κι ενώ φυσικά ήταν αδύνατο να μαζέψει τα λεφτά του πρατηρίου συνέχισε την ίδια τακτική, με αποτέλεσμα να βλέπει τσιγάρο και να ξερνάει επιτόπου.

Για κακή της τύχη ένα απόγευμα, μόλις είχε αποφασίσει να μην ξαναβάλει τσιγάρο στο στόμα, ήρθε ο άντρας της στο μαγαζί (παρτ τάιμ ψιλικατζής) και της έφερε δώρο ένα πακέτο καπνό απ΄τον δικό της. Στο παρατσάκ δηλαδή να το ΄κοβε το ρημάδι αλλά ήταν αδύνατο να αντισταθεί σε τέτοια δωράκλα. Είχε όμως στα χέρια της πια, ένα πολύ δυνατό όπλο.

Ψιθύρισε το μυστικό σε μερικούς καρδιοπαθείς πελάτες, με απώτερο σκοπό φυσικά, να ξεπουλήσει ό,τι αντίκα τσιγάρο της είχε φορτώσει το πρατήριο, όπως κάτι κούτες «Άριστα» μπλε και κόκκινα, κάτι «22» και κάτι «Σαντέ» άφιλτρα. Σε μια βδομάδα είχε ξεσκαρτάρει. Οι πελάτες ήταν πολύ ευχαριστημένοι, τρεις το ΄κοψαν εντελώς κι ένας συνέχιζε για ένα μήνα να παίρνει άλλ΄αντ΄άλλων μπας και το σιχαθεί (αυτός ήθελε παραπάνω χρόνο γιατί ήταν μόνιμα άφραγκος οπότε δεν του ΄κανε μεγάλη διαφορά να καπνίζει ότι βρει).

Η γκαντεμιά όμως… γκαντεμιά. Η ψιλικατζού, αποτυχημένη γαρ, δεν είχε συνειδητοποιήσει πως με αυτόν τον τρόπο έχανε τον έναν πελάτη μετά τον άλλον. Σύντομα, το μυστικό μαθεύτηκε, μικρή η γειτονιά, οπότε υπήρχε κίνδυνος να σταματήσουν κι άλλοι το κάπνισμα. Έτσι, έβγαλε βρώμα ότι αυτή η μέθοδος δεν επιτυγχάνει «γιατί μην τους ακούτε, έρχονται κάθε μέρα και παίρνουν κρυφά τσιγάρα». Τούρκοι έγιναν όλοι και ειδικά οι γυναίκες τους.

Ουφ. Το μυστικό είχε απομυθοποιηθεί. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί ήταν στο παρατσάκ να πιάσει τα πιτσιρίκια και να τους πει για το άλλο μυστικό που ανακάλυψε, “πώς να κόψεις τον πύραυλο σοκολάτα”. :D

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 38 σχόλια »

ΑΠΩΘΗΜΕΝΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Δεκεμβρίου 21, 2006


Μήνες ολόκληρους το χαλβάδιαζα. Και δεν μου το ΄παιρνε κανείς. Ούτε ένας. Χαλάλιζαν τα βρωμοδώρα τους σε πιο «χρήσιμα» πράγματα και σε πιο «μοντέρνα». Στο ποντικί παντελόνι με την ροζ μπεμπέ μπλούζα, στα μυστικά του κωλοβάλτου, κάνα καλτσάκι με φούντες για να κρέμονται από τα γκολφάκια, άντε και κάνα παιχνιδοειδές του τύπου ιχνογραφίες και παζλ.
Μια μαλακία και μισή όλα τους. Και ΄γω φώναζα και χτυπιόμουν : «θέλω ένα καρότσι λαϊκής ρε ΄σεις». Τίποτα. Λες και δεν μίλαγα καν. Πάταγα κάτω το ποντικί παντελόνι, έσκιζα ιχνογραφίες, βούταγα μαρκαδόρους στη γυάλα με τα χελωνάκια κι έκοβα κρυφά μύτες απ΄τα κομματάκια των παζλ. Αλλά δεν έπαιρναν χαμπάρι.

Ό,τι συζήτηση κι αν γινόταν στο σπίτι, εγώ την έφερνα γύρω απ΄το δώρο μου. Ρώταγε ο παππούς τι θα φάμε, χωνόμουν εγώ: «είχε κάτι ωραίες πατατούλες στην λαϊκή παππού, αλλά ΔΕΝ χώραγαν στο καρότσι, τι λες να πάρουμε κι ένα για μένα;» Έπαιρνε τηλέφωνο καμιά θεία, έτρεχα, βούταγα πρώτη το ακουστικό και άρχιζα το παραμύθι: «καλέ θεία, πονάει πολύ το πόδι της γιαγιάς όταν σέρνει το καρότσι για τη λαϊκή, μήπως να παίρναμε κι ένα μικρό ροζ με κίτρινα ροδάκια, να τη βοηθήσουμε την καημενούλα;»

Φρικάριζαν οι θείες κι έτρεχαν πέντε πέντε να μάθουν πώς είναι το πόδι της γιαγιάς. Μέχρι έναν γείτονα αγγάρεψαν να την πηγαινοφέρνει με το αμάξι στην λαϊκή και η γκαντεμιά, δεν χρειαζόταν μετά ούτε το δικό της καρότσι. Μαλακία. Είχε φτάσει πια προπαραμονή Χριστουγέννων και τα πακέτα μου δεν φαίνονταν να έχουν ροδάκια. Τα έπαιρνα, τα ζύγιζα, τα τσούλαγα, κανένα δεν έκανε όπως θα ΄κανε ένα καρότσι. Όλα χύνονταν σαν σκατά στο πάτωμα και δεν έλεγαν να κουνηθούν. Ούτε καν ένα κιλό ντομάτες δεν μου ΄χαν πάρει για να είναι τουλάχιστον πιο κοντά στο κόνσεπτ. Απογοήτευση.

Αποφάσισα να κάνω αυτό που τους πόναγε περισσότερο. Απεργία πείνας. Μόνο έτσι καταλάβαιναν, αφού συνήθως είχα μόνιμα από πίσω μου μια ουρά που με κυνηγούσε να φάω ότι «δυναμωτική» μαλακία της είχαν σφυρίξει οι γειτόνισσες, η παιδίατρος και μια σιχαμένη γριά που διάβαζε φλιτζάνια και καρβούνιαζε μάγουλα με μαγουλάδες.

[Μέχρι ψωμί αλειμμένο με ωμό κιμά την είχε βάλει η γριά να μου φτιάξει. Και της το ΄λεγα της γιαγιάς «μήπως ρε γιαγιά δε σου έδωσε όλη τη συνταγή; Μήπως να το τηγανίσουμε και να γίνει ένα ωραίο κεφτεδοψωμάκι και να σε κεράσω κιόλας να δεις ότι έχω δίκιο;» Τίποτα. Φαγώθηκε να το φάω, το ΄φαγα, το ξέρασα και της τα ΄χωσε και η παιδίατρος μετά που άκουγε τις πίπες δεξιά αριστερά]

Ανήμερα Χριστούγεννα, λυσασμένη απ΄την πείνα, δεν έλεγα να σηκωθώ απ΄το κρεββάτι. Ποιος ο λόγος; Δώρα που δεν τσουλάνε και δεν χωράνε πατάτες, δεν είναι δώρα. Η αδελφή μου είχε ξυπνήσει απ΄τις εφτά. Εμ βέβαια. Το μαλακιστήρι είχε παραγγείλει ένα βιβλίο και της είχαν πάρει τρία απ΄την χαρά τους. Το καρότσι μου δεν θα ήταν αρκετά κουλτουριάρικο φαίνεται. Φώναζαν όλοι να πάω για να τελειώνουμε με τα δώρα, εγώ μουλάρι. Τελικά με πήραν σηκωτή, με έχωσαν κάτω απ΄το δέντρο, βγάλαμε τις φωτογραφίες για να στείλουμε στην μαμά και αρχίσαμε να μοιραζόμαστε τα δώρα.

Τους είχα εκδικηθεί καλά όμως. Στην γιαγιά είχα πάρει ένα τάιντ για πλύσιμο στο χέρι (μόλις είχε αγοράσει πλυντήριο), στον παππού ένα 22 σπέσιαλ (κάπνιζε άσσο φίλτρο) και στο μαλακιστήρι ένα μολύβι (γιατί κοκορευόταν ότι ο δάσκαλος τους άφηνε να γράφουν με στυλό επειδή ήταν πια μεγάλοι). Τα δικά μου δώρα, τα γνωστά. Ήθελα να πάρω τα φουντάκια απ΄τα καλτσάκια και να τα χώσω στις μύτες τους.

Ε.. μέχρι που άνοιξε η γιαγιά την ντουλάπα φωνάζοντας «κοίτα καλέ που ξέχασα τα δώρα των παιδιών απ΄τη Γερμανία»! Κρυάδες. Αλλά.. το δώρο μου είχε ροδάκια. Καλό σημάδι αυτό. Είχε και χερούλι. Και έγραφε επάνω «ντηνούλα». Η μάνα μου το έγραφε έτσι. Χίλιες φορές της το ΄χα πει, ότι το παιδάκι της γράφεται με γιώτα αλλά πού αυτή. Φυσικά, δεν με χάλασε καθόλου.

Το είχα ξεχαρβαλιάσει εκείνο το καροτσάκι. Όλη μέρα κουβαλούσα. Ό,τι πλαστικά φρούτα είχε η γιαγιά στολισμένα στην φρουτιέρα, ό,τι σακούλες με σκουπίδια, ό,τι ρουχομάνι για σιδέρωμα και όοοολα τα παιχνίδια μου. Δεν ξεκόλλαγε απ΄το χέρι μου. Μέχρι που ένα πρωί σκέφτηκα να το πάρω στο σχολείο. Γιατί δηλαδή να έπρεπε να κουβαλάω την τσαντάρα στην πλάτη αφού είχα καρότσι με ροδάκια; Έφαγα τέτοια γιούχα που δεν ξανακράτησα καρότσι στα χέρια μου. Μέχρι σήμερα κουβαλάω όλα τα ψώνια στα χέρια. Μιλάμε για χοντρή καζούρα.

Λέω να το τελειώνω το θεματάκι αυτό φέτος. Λέω να πάρω ένα καροτσάκι λαϊκής και να το χώσω φάτσα κάρτα κάτω απ΄το δέντρο. Ροζ με κίτρινο. Κι ας με κράξουν.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ :D

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 34 σχόλια »

ΑΡΧΙΔΙΑ ΕΚΘΕΣΗ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Δεκεμβρίου 10, 2006

Κάποτε σε μια έκθεση στο δημοτικό, έκανα το λάθος και έγραψα την λέξη «κλαμπατσίμπαλα». Μου την έλεγε η γιαγιά συνέχεια, ήταν μια λέξη που τη συνηθίζαμε γενικώς και σήμαινε πράγματα που κάνουν θόρυβο. Για παράδειγμα, όταν έβαζα τα παιχνίδια στο καλάθι, είχα σιγουρότατα φωνές απ΄την κουζίνα (το μόνιμο βασίλειο της γιαγιάς) «παιδάκι μου τελείωνε με τα κλαμπατσίμπαλα, βάλτα γρήγορα στο καλάθι και έλα να περιδρομιάσεις». Και το «περιδρομιάσεις» ήταν συνηθισμένη λέξη, αλλά πάνω κάτω, ήξερα ότι δεν το γράφεις σε εκθέσεις γιατί οι άνθρωποι «τρώνε» δεν «περιδρομιάζουν», εκτός αν έχει νεύρα η γιαγιά. Για το κλαμπατσίμπαλα όμως, δεν είχα άλλη λέξη. Για τον δικό μου κόσμο μέχρι τότε, ό,τι έκανε θόρυβο ήταν είτε κλαμπατσίμπαλο, είτε οι φωνάρες της γιαγιάς. Τόσο απλό.

Όταν λοιπόν είδε ο δάσκαλος τη λέξη, την μουτζούρωσε με έναν μεγάλο κόκκινο κύκλο (συνήθως στα λάθη έβαζε κόκκινη γραμμούλα, οπότε για να βάλει κύκλο σήμαινε χοντρικά ότι την είχες πουτσίσει) και μου έβαλε βαθμό 3. Κατά τ΄άλλα ήταν μια πολύ καλή έκθεση, χωρίς ορθογραφικά, με ωραίο θέμα που το είχα ευχαριστηθεί και που με είχε προδιαθέσει για πολυλογία (όοοπως πάντα) τριών ολόκληρων σελίδων αναφοράς. Ανήκουστο για Πέμπτη δημοτικού και ειδικά για μένα που τις βαριόμουν και ξεμπέρδευα με τρεις παραγράφους, ίσα ίσα να ξεχωρίζει ο πρόλογος, το κυρίως θέμα και ο επίλογος. Καμμιά φορά έβαζα δυό τρεις σειρές παραπάνω στο κυρίως θέμα γιατί κάπου είχε πάρει τ΄αυτί μου ότι αυτό πρέπει να ΄ναι πιο μεγάλο.

Όταν λοιπόν φώναξε ο δάσκαλος τ΄όνομά μου για να πάω στην έδρα να παραλάβω την κόλλα μου, άρχισε να φωνάζει μέχρι να πλησιάσω. «Είσαι ανάγωγη και χατηρικά πήρες τρία, κανονικά θα έπρεπε να σε αποβάλλω για τρεις μέρες και να έρθεις με τον κηδεμόνα σου». Μαλάκας εγώ. Όταν ρώτησα γιατί, μου λέει πάρε την κόλλα σου, δείχτην στους γονείς σου και θα σου εξηγήσουν. Εδώ είναι τάξη δεσποινίς και δεν συζητάμε τέτοια πράγματα.

Πήρα την έκθεση, την έκρυψα μέσα στο ανθολόγιο και πήγα σπίτι σαν να μην τρέχει τίποτα. Αρκεί βέβαια να μην ρώταγε ο παππούς τί έγινε με εκείνη την ωραία έκθεση που του είχα διαβάσει για «την πιο καλή μου φίλη». Άντε να πεις ψέμματα και να μην σε καταλάβουν. Άστα παππού, χάθηκε η κόλλα, ο δάσκαλος μου ζήτησε συγνώμη αλλά δεν πειράζει γιατί την θυμάται λέει, και την βαθμολόγησε…στο μυαλό του.

«Ντίναααααα, έλα ν΄ακούσεις τί έπαθε το παιδί μας». Έτρεξε η γιαγιά φουριόζα, της είπε ο παππούς τί είχε συμβεί, ανάκριση κανονική, υπέπεσα σε αντιφάσεις και…υπέκυψα. Αλλά με έπιασε το πατριωτικό «διάβασε γιαγιά να δεις τί δεν του άρεσε και άντε εσύ να του εξηγήσεις ότι το ΄γραψα σωστά… αφού ενικός είναι το κλαμπατσίμπαλο, πληθυντικός τα κλαμπατσίμπαλα ε;». Η γιαγιά είχε φρικάρει. «Άμε στο δωμάτιό σου παρτσακλό που θα μου πεις πώς λέγεται».

Συμβούλιο στο σπίτι όλο το απόγευμα. Είχα αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη κι άκουγα τον παππού να λέει ότι ο δάσκαλος θα μπέρδεψε τα κλαμπατσίμπαλα με τα καλαμπαλίκια και ότι αρχίδια δάσκαλος ήταν που δεν ήξερε πώς λέγονται αλλιώς τ΄αρχίδια. «Να πας Ντίνα αύριο» έλεγε της γιαγιάς, «να πας και να του πεις πώς λέμε στο σπίτι μας τ΄αρχίδια μην νομίζει ότι δεν ξέρουμε τί λέμε στα παιδιά. Και μην το πεις στον πατέρα της γιατί θα πάρει το πρώτο αεροπλάνο και ποιός τον σώνει μετά τον κακομοίρη το δάσκαλο».

Η γιαγιά ήρθε στο σχολείο και πρέπει να το ΄σωσε γιατί την άλλη μέρα είχα ένα ολοστρόγγυλο δέκα στην κόλλα μου και πολλά πολλά συγχαρητήρια. Η γιαγιά στο σπίτι όμως, είχε αλλάξει λιγάκι. Εκεί που έπαιζα με τα παιχνίδια μου, την άκουσα να φωνάζει «παιδάκι μου, τελείωνε με τζιμπράγκαλα κι έλα να περιδρομιάσεις… άκουσες; τζιμπράγκαλα είπα, δεν είπα κλαμπατσίμπαλα!». Ο παππούς έσπευσε να προσθέσει «ναι παιδάκι μου, την άκουσα κι εγώ…. ούτε καλαμπαλίκια είπε».

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 18 σχόλια »

ΤΑΧΥΜΕΤΡΟ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοεμβρίου 30, 2006


Την περισσότερη ζωή μου την περνάω καθιστή σε μια καρέκλα τα τελευταία χρόνια. Είναι λες κι έχουν περάσει αιώνες από τότε που έκανα τρελλές διαδρομές με τα πόδια για σχολεία, φροντιστήρια, γυμναστήρια, γκομενιακά. Ειδικά τότε που τα πρωτοφτιάξαμε με τον Τάσο. Στην δευτέρα Λυκείου αποφάσισε να ακολουθήσει τους φίλους του στο Ναυτικό Λύκειο, να γίνει καπετάνιος (είχαμε απίστευτα δράματα τότε – ναι, το είχα σίγουρο ότι θα τον παντρευτώ και δεν ήθελα να μου τον φάνε οι θάλασσες του έλεγα, και εννοούσα κυρίως τις πουτάνες στα λιμάνια).

Εκείνος έμενε Ρέντη, εγώ Νεάπολη, το δικό μου Λύκειο στην Νίκαια και εκείνος, στο Ναυτικό Λύκειο Πειραιά. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να χρησιμοποιήσεις λεωφορείο αν ήσουν έφηβος και είχες μέσα σου ικανοποιητικές ποσότητες, εκείνης την περίεργης ορμόνης που σε φουλάριζε κάθε πρωί και σου φώναζε «ζήσε». Ήμασταν και οι δύο μαμούνια σκέτα, για να έχουμε την υπομονή να περιμένουμε σαράντα και βάλε λεπτά, τη σακαράκα που πήγαινε με είκοσι και αν.

Πηγαίναμε το πρωί σχολείο και μετά εκείνος ερχόταν με τα πόδια απ΄τον Πειραιά στην Νίκαια να με πάρει. Κάθε μέρα. Έτσι ήθελε και ήταν κάθετος όταν του έλεγα να μην κάνει τόσο κόπο. Αλλά πέταγα απ΄την χαρά μου όταν ερχόταν. Τα μεσημέρια σπίτια μας και το απόγευμα ξανάκανε πάλι την διαδρομή για να πάμε, να περιμένει να τελειώσω και να με πάρει, από γυμναστήρια, αγγλικά, φροντιστήρια και μετά πάλι με τα πόδια Ρέντη.

Τις περισσότερες φορές ήμασταν τελείως άφραγκοι για καφετέριες και λοιπά μαθητομάγαζα και την βγάζαμε στο δασάκι δίπλα στο σπίτι μου. Έξω απ΄τα κάγκελα, πάνω στο φαρδί πεζούλι, συνήθως κρυμμένοι πίσω από αραγμένες νταλίκες, εγώ μόνιμα με το άγχος του ρολογιού κι εκείνος να αγκαλιάζει σφιχτά για να μην φύγω. Τα Σαββατοκύριακα δεν θέλαμε να έρθουν. Για διαφορετικούς λόγους. Εκείνος, γιατί δεν θα με έβλεπε καθόλου και εγώ γιατί ζήλευα που έβγαινε με φίλους του στα μπαράκια του Πειραιά.

Δεν είχαμε στάλα κούρασης τότε. Μας φαινόταν παιχνιδάκι να πρέπει να ξυπνήσουμε, να πάμε σχολείο, να κάνουμε άπειρες ώρες μαθήματα μόνο και μόνο για να φτάσουν οι στιγμές που θα περπατήσουμε μαζί, θα μιλάμε για ώρες και θα αράξουμε στο πεζούλι μας. Όποτε περνάμε από εκεί, πάντα μαλώνουμε «όχι, εδώ είναι το πεζούλι μας», «όχι ρε, το διπλανό είναι, εκεί που άραζε η νταλίκα». Και μιλάμε για ένα ολόκληρο χιλιόμετρο πεζούλι γύρω γύρω απ΄το δασάκι. Αλλά είναι σημαντικό για μας να ξέρουμε ακριβώς ποιο κομμάτι ήταν το δικό μας.

Τώρα, οι αγαπημένες μας ώρες είναι στην διαδρομή για την δουλειά. Μία-δύο ώρες κάθε πρωί και βράδυ όταν δεν έχουμε εξωτερικές παρεμβάσεις (γαμιέται ο sportfm) και συζητάμε, τον πειράζω, αλλάζω σταθμούς και μονίμως μου υπόσχεται ότι θα ξυριστεί. Πάλι με το άγχος του ρολογιού, του λαμπακίου λαδιού, τους καινούργιους ήχους που επινοεί για να μας την σπάσει ο τσίφτης και σαφώς με λιγότερες ποσότητες από εκείνη την εφηβική ορμονίτσα.

Που σας το λέω, αν είμασταν αναγκασμένοι, πάλι θα περπατούσαμε χιλιόμετρα για να συναντηθούμε κρυφά για λίγα λεπτάκια. Αλλά τώρα είναι διαφορετικά τα πράγματα βλέπετε, γιατί έκανα την μαλακία και του έκατσα. :D

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 34 σχόλια »

MY NUMBER ONE

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοεμβρίου 28, 2006


Υπάρχουν μερικές δουλειές που τις μίσησα. Αν δηλαδή τις έβαζα σε λίστα, στο τοπ φάιβ των αισχρότερων, η νάμπερ ουάν θα ήταν ασυζητητί το πεζοδρόμιο. Όχι, δεν έχω κάνει την πουτάνα, εννοώ το πεζοδρόμιο στα ινστιτούτα.
Είχανε προσλάβει τότε κάτι τζιμάνια του μάρκετινγκ κατευθείαν απ΄τα εξωτερικά και άρχισαν να μας βομβαρδίζουν με νέους τρόπους πώλησης όπως ameriki (τι πρωτότυπο). Αυτοί οι καραγκιόζηδες, έρχονταν φυσικά πάντα οφ σίζον γιατί πάνω στην σεζόν δεν προλάβαινες ούτε να κατουρήσεις, πόσο μάλλον να πληρώνεις χαραμοφάηδες. Εκτός σεζόν όμως, άρχιζαν οι γκρίνιες, οι μουρμούρες κι ένα σωρό μαλακίες για να φέρεις πιο πολλά λεφτά, που για λόγους συντομίας τα συνοψίζεις άνετα στο τρίπτυχο φιλότιμο- σφαλιάρα- ξεφτίλα.

Το στάδιο της ξεφτίλας ήταν το έσχατο και κάπου εκεί μεταξύ σφαλιάρας και ξεφτίλας, ήρθαν οι μάρκετερς να μας πουλήσουν τις ιδέες τους. Ένα περίεργο πράγμα μ΄αυτούς τους μάρκετερς. Όπου πήγαιναν κουβάλαγαν τα διπλώματά τους. Κιχ να έβγαζες, άνοιγαν τον χαρτοφύλακα και στα έτριβαν στην μούρη λες και χωρίς αυτά δεν επιτρεπόταν ν’ανοίξουν το στόμα τους. Τεσπα. Τότε ήταν στην μόδα η πώληση ντορ του ντορ. Αυτό που αντί να πάρεις τηλέφωνο και να σε βρίσουν μεσημεριάτικα, εσύ πήγαινες και τους χτύπαγες το κουδούνι μεσημεριάτικα για να σε βρίσουν αυτοπροσώπως μη τυχόν σου κλέψει άλλος τα εύσημα. Οι μάρκετερς είχαν αποφανθεί και γι΄αυτό: «πηγαίνεις μόνο μεσημέρι, που η νοικοκυρά έχει τελειώσει τις δουλειές της και είναι ήρεμη και ευάλωτη». Το «ευάλωτη» βασικά, ήταν είτε «πολύ πτώμα για να σε ακούσει», είτε «κοιμόταν και την ξύπνησες και κάτσε άκου τα ηλίθια τώρα». Δράμα η κατάσταση.

Φεύγοντας απ΄το στάδιο της σφαλιάρας και μπαίνοντας δυναμικά στο στάδιο της ξεφτίλας, οι μάρκετερς αποφάσισαν να κλείσουν την τρύπα του στόχου μας, μαζεύοντας τα χρωστούμενα. Ξέρετε, να έχεις κάνει μία ενημέρωση σε ινστιτούτο, να σου έχουν βουτήξει την κάρτα, να έχεις χρεωθεί όλο το ποσό, να έχεις κάνει μία επίσκεψη όλη κι όλη, να σου έχουν πουλήσει δεύτερη θεραπεία που δεν χωράει στην κάρτα και να σου κουβαλιούνται σπίτι για να εξοφληθούν την δεύτερη θεραπεία χωρίς καν να έχεις ξεκινήσει την πρώτη. Από Ανάβυσσο μέχρι Ασπρόπυργο έφτασε η χάρη μου και μάλιστα η μετακίνηση πληρωμένη από εμάς, μετά το οχτάωρο. Άμα μπορούσες, ας έλεγες όχι.

Η ξεφτίλα κορυφώθηκε με την πώληση στα πεζοδρόμια. Μας έφτιαξαν ένα σταντ της κακιάς ώρας και το έβαλαν στην είσοδο του ινστιτούτου. Εμείς θα μοιράζαμε τριαντάφυλλα στις περαστικές (για να κολακευτούν και να σταματήσουν), θα παίρναμε τα στοιχεία τους και θα τις πιέζαμε να ανέβουν πάνω να πάρουν το «δώρο» τους. Τσιμουδιά τι ήταν το δώρο. Έκπληξη τους λέγαμε και τρέχανε αυτές. Επάνω, τους περίμενε η αλεπού για ενημέρωση, πρηξαρχιδιστάν καμμιάς ώρας (μέχρι να ενδώσουν αλλιώς δεν έφευγαν – καλά, εκτός αν άρχιζαν τις χριστοπαναγίες) και μετά εμείς παίρναμε 1% από το κάθε συμβόλαιο. Τ΄αρχίδια μας κουνιόσαντε με άλλα λόγια. Αλλά πες όχι.

Τζίφος η φάση. Μετά από λίγο το έμαθαν όλοι και γέμισε ο τόπος σταντ κι εμείς από κάτω να μαλλιοτραβιόμαστε ποια θα δώσει τριαντάφυλλα, ποια πλαστικά σκουλαρίκια και ποια προσκλήσεις σε πάρτυ ομορφιάς και καλά. Μας πήραν χαμπάρι οι περαστικές και έριχναν τις χριστοπαναγίες χωρίς να χρειαστεί ν΄ανέβουν.

Η ξεφτίλα όμως δεν είχε τελειώσει. Φορτώσαμε τα σταντ μας και τα στήσαμε σε παραλίες. Πάντα προχώ εμείς. Ταγιέρ, τακούνια, μακιγιάζ και ψόφια τριαντάφυλλα, να κυνηγάνε κυτταρίτιδες, πεσμένους κώλους και ατίθασες κοιλιές. Και πώς να τους πλησιάσεις; Ααααα, ξέρετε σας έχει πέσει ο κώλος, μήπως θέλετε να σας τον μαζέψω; Ναι, έλεγαν οι μάρκετερς. «Η σωστή πώληση πρέπει να είναι ειλικρινής. Θα τις πλησιάζετε και τους λέτε στα ίσια: έχετε κυτταρίτιδα τρίτου βαθμού και παχυσαρκία και θα πεθάνετε σύντομα από καρδιά. Πρέπει να τις σοκάρετε για να δώσουν προσοχή». Τις καρασοκάραμε θα έλεγα. Η Νίκη στο τσακ την γλίτωσε την σαγιονάρα από έναν παχύσαρκο κύριο που έτρωγε κεφτεδάκια με την γυναίκα του. Και της το΄πα, άσε παιδάκι μου να ρημαδοφάει ο άνθρωπος και του τα λες μετά. Όχι αυτή, πρέπει να τον σοκάρω όσο τα τρώει, να νοιώσει τύψεις και να ψωνίσει εδώ και τώρα. Πλύση εγκεφάλου η Νικούλα και άντε να την συνεφέρεις. Όπως και όλες δηλαδή ή τουλάχιστον αυτές που δεν είχαν μαζέψει αρκετά άντε γαμήσου.

Αρχίζω και σέβομαι τα άντε γαμήσου και όλα αυτά που είχα ακούσει τότε. Ίσως χωρίς αυτά, να ήμουν τώρα εδώ, να λεγόμουν η γωνιά της ομορφιάς και της νεότητας ή δενξερωγωτι και να σας έγραφα πώς σηκώνεται ο κώλος απ΄το πάτωμα ή πόσες ρυτίδες επιτρέπεται να αφήσετε για να φαίνεστε γοητευτικές και σσσέξι και να μην είχα ιδέα για κβαντομηχανικές, χόρδα και θεωρίες των Πάντα. ;)

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 33 σχόλια »

ΜΑΓΙΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτωβρίου 17, 2006

Ένα ένα, τα μαγικά μου καταρίπτονται και μεταξύ μας, πολύ μου την έχει βιδώσει. Άμα χάσω κάτι μέσα στην χάβρα που ο υπόλοιπος κόσμος ονομάζει «σπίτι μου», πολύ θα ήθελα αφού φάω τον κόσμο να το βρω, μόλις δέσω κόμπο μια κόκκινη κορδέλα, να ξεπεταχτεί μπροστά μου. Γιατί έτσι. Γιατί «δένεις» λέει το χαμένο αντικείμενο και έτσι μαγικά δεν μπορεί να πάει πιο μακριά ή να χαθεί για πάντα και προφανώς μην έχοντας τι άλλο να κάνει, σου παραδίδεται με τα χέρια ψηλά.

Μου λείπει επίσης το γήτεμα στ΄άστρα (κάθε φορά που έπινα καυτό κακάο) για να φύγουν οι άφθες και που όταν νύχτωνε για τα καλά και δεν προλαβαίναμε το πρώτο αστέρι, έτρωγα χυλόπιτα απ΄τη γιαγιά γιατί έπρεπε να κάνω υπομονή μέχρι το επόμενο βράδι. Κι άντε τώρα να πετύχεις το πρώτο άστρο αφού τα ρημάδια εμφανίζονταν σε κοπάδια. Μια φορά είχα κρύψει τα γυαλιά της γιαγιάς και την έπεισα ότι δεν είχε πουθενά πουθενά άλλο άστρο εκτός από από κείνο ΄κει το μεγάλο απέναντι. Το ΄φαγε η γιαγιά, με γήτεψε και έγινα καλά. Δεν της το΄πα όμως ότι τελικά όλα τα άστρα γητεύουνε.

Όλα αυτά είχαν μια γλυκειά μαγεία απ΄αυτές που τις συναντάς στα παραμύθια και λες κοίτα, έζησα κι εγώ κάποτε λίγο παραμύθι τότε που ήμουν παιδί. Τότε που κάθε μέρα η μαμά μας «ξεμετρούσε» και έσκυβε στο τέλος να κάνει σταυρό στο κούτελό μας με το λάδι. Μετά προσπαθούσε να μας φιλήσει κι εμείς τρέχαμε για να μην χαλάσει ο σταυρός και χρειαστεί μετά να περιμένουμε πέντε ώρες χασμούρημα για καινούργιο σταυρό.

Μετά μεγαλώνεις. Όχι τόσο ώστε να τα ανατρέψεις όλα, αλλά αρκετά για να μην κάνεις καμμία ερώτηση ή κάποιο ειρωνικό σχόλιο στη γιαγιά, του τύπου «καλά ρε γιαγιά, αφού δεν βλέπεις μακριά πώς είσαι σίγουρη ότι δεν με γητεύεις με αεροπλάνο»; Και να σου απαντήσει εντελώς φυσικά το αμίμητο (ακόμα και για τα οχτώ σου χρόνια) «άμα είναι αεροπλάνο θα στείλει ο πιλότος σήμα στο πρώτο άστρο και θα γίνεις καλά». Από τότε κοίταγα με νόημα τους πιλότους στα αεροπλάνα για την Γερμανία γιατί ήξερα ότι η στραβομάρα της γιαγιάς είχε αγγαρέψει πολλούς πιλότους να στέλνουν σήματα στο πρώτο άστρο.

Η μάνα μου ακόμα και τώρα πιστεύει ότι κάποτε είχε ένα μαγικό πορτοφόλι που γεννούσε λεφτά. Κάθε πρωί που ξυπνούσε έβρισκε μέσα μια ολόκληρη πεντάρα για αρκετούς μήνες. Κάποιο βράδι παραφύλαξε αλλά τζίφος. Φυσικά το μαγικό πορτοφόλι της ήταν άδειο το άλλο πρωί αλλά από την επόμενη μέρα ξανά το ίδιο βιολί. Το μυστικό με όλα αυτά τα μαγικά είναι λέει να μην το πεις σε κανέναν. Μόλις έπιασε τον παππού της να του πει το μεγάλο μυστικό, το πορτοφόλι τσαντίστηκε και σταμάτησε να γεννάει λεφτά. Πρέπει να ήταν την ίδια εποχή που πέθανε ο παππούς.

Τώρα στην οικογένεια έχουμε ένα άλλο μαγικό να διαλευκάνουμε. Το «τζιζ». Είναι ένα περίεργο «χάρισμα» λέει η μαμά, που το ΄χουμε όλοι στην οικογένεια να κάνουμε «τζιζ» σε άλλους ανθρώπους. Όταν είχα το μαγαζί κανένας πελάτης δεν τολμούσε να πάρει μεταλλικό κέρμα από τα χέρια μου και όταν το ξεχνούσαν, το χάρισμά μου δεν τους επέτρεπε να το ξαναξεχάσουν ποτέ.

Το ΄λεγα χθες στην μαμά ότι το «χάρισμα» επανήλθε. Κάτι πήγε να πει ο μικρός για στατικούς ηλεκτρισμούς αλλά η μαμά του το ΄κοψε «αααα, παιδάκι μου αυτά τα πράγματα δεν τα ξέρετε εσείς. Νομίζετε ότι τέτοια κατάρα φεύγει έτσι εύκολα; Τσάμπα λεφτά δώσαμε να σε σπουδάσουμε άμα πιστεύεις τους τσαρλατάνους που λένε ότι άμα ακουμπήσεις την νερατζιά στην αυλή θα πάψεις να κάνεις τζιζ».

Αυτές τις μέρες έχω ξεσκιστεί στα τζιζ. Άνθρωπος δεν με ακουμπάει. Αυτό το περίεργο χάρισμα φουντώνει τον χειμώνα, λέει η μαμά. Αλλά να μην στεναχωριέμαι γιατί η μάγισσα που καταράστηκε την προγιάγια μας το έδωσε μαζί με άλλα καλά πράγματα που τέλος πάντων, δεν μπορεί να μου τα πει γιατί άμα τα λες φεύγουν. Έτσι είναι αυτά τα μαγικά πράγματα.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 15 σχόλια »

POOR BOYS

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Σεπτεμβρίου 25, 2006

Καλά ρε γαμώτο έπρεπε να γίνουν όλα αυτά μία βδομάδα πριν πιάσω δουλειά; Μιλάμε για πολύ φοβερά γεγονότα. Γιατί αν κάτσετε και βάλετε στο μικροσκόπιο την ζωή της νοικοκυράς, τί σκατά χαιρόμαστε; Μαγειρεύουμε, ξεσκονίζουμε, πλένουμε, σκουπίζουμε και τί μας μένει να ξεσκάσουμε λίγο; Ακριβώς. Τα ψώνια. Η ώρα που θα σημειώσουμε τις ελλείψεις του νοικοκυριού, θα βγούμε λίγο έξω και θα πάμε να χαζέψουμε στα ράφια του σούπερ μάρκετ. Τίποτε φοβερό για όλους εσάς αλλά για μας είναι ίσως η μόνη ώρα της προκοπής. Αλλά ακόμη και αυτό, άχαρο. Μέχρι σήμερα το πρωί.

Ξυπνάω, πίνω στα γρήγορα την πρώτη κούπα καφέ, φοράω τα καινούργια μου τεράστια γυαλιά που όταν γελάς κουτουλάνε με τα δόντια σου και πάω για χάζεμα. Συνήθως κάνω κάνα εικοσάλεπτο μέχρι να αποφασίσω τί στο καλό θα μαγειρέψω και μετά στήνομαι στην ουρά του ταμείου. Η ουρά σήμερα άφαντη. Όλα τα ταμεία άδεια εκτός από ένα που γινόταν της μουρλής. Όλο χαρά εγώ τρέχω γρήγορα και πάω στο πρώτο άδειο ταμείο που βρήκα μπροστά μου. Η Τζένη εκεί (ναι άμα είσαι νοικοκυρά αρχίζεις και ξέρεις φάτσες, ονόματα, μέχρι και το διαιτολόγιο της κάθε πωλήτριας) και βάλθηκα γρήγορα γρήγορα να αδειάζω το καλάθι. «Πώς έτσι σήμερα λάσκα Τζενάκι;» για να πάρω την φοβερή απάντηση «μυρίστηκαν αρσενικό ρε, δεν βλέπεις;». Και τότε κάνω να δω και τί να δω;

Ο Διευθυντής του σούπερ μάρκετ είχε την φαεινή ιδέα να προσλάβει άντρα ταμία. Καλά, όταν λέμε άντρα μην φανταστείτε κανέναν άντρα άντρα, πιο πολύ σε παιδάκι έφερνε αλλά πουλάκι είχε. Και αυτή ήταν η κεντρική ιδέα. Βάλε πουλί σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με γυναίκες και σώθηκες. Όλες είχαν στηθεί στην σειρά και του έπιαναν κουβέντα. Μία γέμιζε τσάντες, άλλη τον ρώταγε πώς του φαίνεται η καινούργια δουλειά και οι παραπίσω σχολίαζαν. Μία μάλιστα χάιδευε συνέχεια τα μαλλιά της. Η Τζένη μου εκμυστηρεύτηκε ότι ο Γιωργάκης τις έχει ξεκουράσει αφάνταστα αλλά ήδη από την δεύτερη μέρα έχει κλατάρει. Δεν προλαβαίνει ούτε τσιγάρο να κάνει. Poor Γιωργάκη πού να ΄ξερες...

Το έργο το ΄χω ξαναδεί. Κάποτε αυτό το είχαμε κάνει και στα ινστιντούτα. Το πήραμε πρέφα όταν κλείσαμε συμβόλαιο με ένα πρακτορείο να κάνουμε αποτρίχωση από την μέση και πάνω σε όλους τους άντρες μοντέλα. Όταν είχαν ραντεβού αυτοί οι τύποι, κατά περίεργο τρόπο, έβρισκαν όλες οι πελάτισσες να «περάσουν έτσι για βόλτα». Στο σαλόνι που περίμεναν οι μοντέλοι είχαν απαξάπαντος τρεις τέσσερις γυναίκες να τους πλαγιοκοπούν.

Ε, μυαλό ήθελε; Πήραμε δυό τρεις (φράγκα δεν έβγαζαν ούτως ή άλλως απ΄την δουλειά τους) τους χρίσαμε διαιτολόγους, γυμναστές, αισθητικούς, διευθυντές και τους αφήσαμε να περιφέρουν την ομορφιά τους στον χώρο γενικώς και αορίστως. Μια άσπρη ρόμπα, ένα ταμπελάκι και καθαρίσαμε. Πήξαμε στην δουλειά. Ειδικά ο «διαιτολόγος» έκανε χρυσές δουλειές. Επιβαλλόταν άψογα, τις ζύγιζε και τις περισσότερες φορές έχαναν πολύ περισσότερο απ΄ότι έπρεπε. Δε πα να γάνιαζε τόσο καιρό η αληθινή διαιτολόγος; Τίποτε αυτές. Αν δεν το ΄λεγε ο μοντέλος, δεν έχαναν γραμμάριο. Μεγάλο κίνητρο το πουλί και μεταξύ μας αναλογικά πάντα, σέρνει και στόλο μαούνες άμα λάχει.

Η κόμπλα έγινε αμέσως μετά. Γιατί η ομορφιά δεν σου φτάνει άμα δεν την έχεις όλη δικιά σου. Άρχισαν τα παραπονάκια «μα γιατί δεν έχει χρόνο να με δει σήμερα ο διαιτολόγος; Εγώ δηλαδή δεν πληρώνω;» Μετά άρχισαν οι ζήλειες «γιατί αυτή κάθεται πιο πολλή ώρα στο γραφείο του κι εμένα με ξεπετάει όποτε με βλέπει;» Και μετά άρχισαν οι μπόμπες «Πού είναι αυτό το αρχίδι που κάνει τα γλυκά μάτια στην γυναίκα μου;» Και μετά αποφασίσαμε ότι καλό είναι οι γυναικείοι χώροι να μένουν γυναικείοι αν θέλουμε να έχουμε ήσυχο το κεφάλι μας. Ή ακέραιο.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 30 σχόλια »

ΛΑΣΠΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑΣΕΜΙΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Σεπτεμβρίου 15, 2006

Δίπλα στο σπίτι μου στην παλιά γειτονιά είχε ένα δασάκι. Τριγύρω σπίτια, ανηφόρες, χωματόδρομοι και λάσπη. Καμμιά φορά διαβάζω στα κλασσικά μυθιστορήματα για όλη αυτή την εμμονή με την λασπουριά και τους καταλαβαίνω απόλυτα. Ήταν αδύνατο να μην σε επηρρεάσει τόση γλίτσα. Από το γήπεδο του Ιωνικού και μέχρι επάνω στο βουνό, κατσάβραχα και χωματόδρομοι. Κάποιοι γείτονες έστρωναν το κομμάτι έξω από το σπίτι τους με τσιμέντο και εμείς πηγαίναμε κρυφά και το κάναμε δρόμο του Χόλυγουντ. Με μούντζες, αστέρια και υπογραφές.

Το κάθε σπίτι τότε είχε το δικό του κομμάτι τσιμεντοπεζοδρομίου για αυστηρά προσωπική χρήση. Μπουγάδες, γλάστρες, ντιβάνια και τραπεζοκαρέκλες. Μια γειτόνισσα είχε βάλει αριστερά δεξιά τελάρα μόνο και μόνο γιατί την ενοχλούσαμε με τις λασπουριές μας. Τότε τα πεζοδρόμια ήταν κάτι σαν βεράντες και περπατούσες μόνο στον δρόμο εκτός αν σε καλούσαν να κάτσεις για ουζάκι ή σου’χαν σκάσει την μπάλλα και ήθελες να εκδικηθείς αφήνοντας πατημασιές.

Και μετά ήρθε η «αλλαγή». Οι μεγάλοι δρόμοι στρώθηκαν με άσφαλτο. Κάποιοι γείτονες έβαλαν άσπρες πλάκες στο πεζοδρόμιό τους και μάζεψαν τα σκοινιά με τα σώβρακα. Ένας πανέξυπνος δίπλα μας, έστρωσε γυαλιστερό μάρμαρο και όλη μέρα μαζεύαμε τις γριές που έτρωγαν σούπες η μιά μετά την άλλη. Η θεία Μιρέγιω ξήλωσε το γιασεμί και έβαλε τριαντάφυλλα ενώ ο ξινός απέναντι έβαλε κάγκελα. Ένα μπάχαλο.

Μέχρι την ημέρα που αναγκάστηκε να παρέμβει ο Δήμαρχος. Ανακοίνωσε σε όλους ότι τα πεζοδρόμια είναι «δημόσιοι χώροι» και ότι πρέπει η πόλη μας να έχει σχέδιο και αισθητική. Της πουτάνας έγινε. Η διπλανή αρνήθηκε να ξανασκουπίσει το δικό της και φώναζε «τόσα χρόνια τα πλένουμε, τα καθαρίζουμε και θα έρθετε τώρα να μας πείτε ότι δεν είναι δικά μας; Τσάμπα σας ψηφίσαμε». Ο άλλος που τον υποχρέωσαν να ξηλώσει τα κάγκελα, πήρε επιτόπου έναν κασμά και άρχισε να ξηλώνει την άσφαλτο. Ο θείος Μιχάλης που δούλευε κορδελιάστρης πήρε την φαλτσέτα απ΄τα φόντια και άρχισε να κυνηγάει τον Δήμαρχο. Δεν ξανάρθε. Έβαλαν όλοι καρέκλες στα πεζοδρόμια και φύλαγαν καραούλι, μην τους τα πάρουν για "δημόσια".

Σύντομα άρχισαν τα έργα. Αυτά που για μια δεκαετία ταλάνιζαν τα προάστια του Πειραιά. Τότε κάθε δίμηνο ξήλωναν την άσφαλτο, άνοιγαν τρύπες, έβαζαν πελώριους σωλήνες και ξαναέστρωναν την άσφαλτο. Αλλά ήταν ξεχασιάρηδες οι μπαγάσες. Μετά από λίγο άλλα συνεργεία ξεκινούσαν το ξήλωμα και φτου κι απ΄την αρχή. Η γιαγιά είχε βαρεθεί να ψήνει καφέδες στους εργάτες. Τότε στην Νίκαια ήταν δήμαρχος ο Στέλλιος. Όταν τον ρώτησε η μάνα μου γιατί όλο αυτό το ράβε – ξήλωνε, της έδωσε την πιο αστεία απάντηση ever «ε, κυρά Λίτσα, περίσεψαν κάτι λεφτά και είπαμε να το κάνουμε σιγά σιγά».

Λάσπη και των γονέων. Αν δηλαδή τότε είχαμε κάνα Ντοστογιέφσκι στην Νίκαια, θα σκίζαμε στην λασπολογοτεχνία. Κάποια στιγμή οι δρόμοι μπαλώθηκαν για τα καλά (φαίνεται του τέλειωσαν τα λεφτά του Στέλλιου) και τα πεζοδρόμια ξανάγιναν ιδιωτικά. Οι περαστικοί είχαν άπλα να περπατούν πια στην άσφαλτο.

Το δασάκι γέμισε κάγκελα τριγύρω και ο κυρ Θόδωρας πήρε τα κλειδιά της μεγάλης σιδερένιας πόρτας που την άνοιγε μόνο Κυριακές. Αν ήθελες να μπεις να μαζέψεις χόρτα για πίτα, έπρεπε να πας να του χτυπήσεις το κουδούνι, να σε βρίσει, να στείλεις την γιαγιά σου να τον βρίσει κι αυτή και μετά να έρθει η κόρη του, να του πάρει τα κλειδιά με το ζόρι και να σου ανοίξει. Ευτυχώς ο θείος μου στράβωσε ένα κάγκελο και μπαίναμε όλοι από εκεί και φτιάχναμε χορτόπιτες όποτε θέλαμε.

Στην γειτονιά μου ακόμα τα πεζοδρόμια είναι ιδιωτικής χρήσης. Άλλα με μάρμαρο, άλλα με κάγκελα, άλλα με ντιβάνια. Το αγαπημένο μου είναι με φούλι και βασιλικό. Ο κυρ – Θόδωρας πέθανε και το δασάκι είναι πάντα ανοιχτό. Ο Στέλλιος κατεβαίνει λένε πάλι για δήμαρχος. Άμα θέλεις να γράψεις λογοτεχνία για λάσπες με αισθητική, νομίζω ότι σύντομα θα είναι το καταλληλότερο μέρος.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 9 σχόλια »

Ο ΠΙΠΗΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Σεπτεμβρίου 4, 2006

Τα ΄χα σχεδιάσει όλα πολύ προσεκτικά. Ήμουν είκοσι και δούλευα δεκατετράωρα. Το μαλλί μια ζωή μακρύ, κατάμαυρο και πρόκα. Σε διάφορες προσπάθειες να κατσαρώσει είχα αφήσει μαλάκες μπόλικους κομμωτές. Ο τελευταίος, ο Ζακίμ στην Σωτήρος ορκιζόταν ότι θα τα καταφέρει. Μου ΄κανε περμανάντ με το ζόρι. Του το ΄λεγα εγώ ότι το μαλλί μου είναι αδιάβροχο, εκείνος ντουβάρι. Του ΄λεγα ότι σ΄ένα βράδι έκανα έξι ντεκαπάζ και έγινα μια ξανθιά αλλά το μαλλί νταβανόπροκα. Του ΄λεγα ότι έχω δοκιμάσει όλα τα χρώματα αλλά κατσαρό ποτέ. Αυτός τίποτα. «Αγάπη μου, εγώ δεν έχω αποτύχει ποτέ». Είκοσι χιλιάρικα. Οκ. Δυό βδομάδες μετά, πήγα από ΄κει για καφέ με το μαλλί πρόκα. Έμεινε ο καλλιτέχνης. «Πού είναι η περμανάντ;» Έλα μου ντε!

Εκείνο το πρωί δεν είχα πει σε κανέναν πού πάω. Ο γκόμενος ζουλιάρης έπαιρνε τηλέφωνα κάθε τρεις και λίγο αλλά η μάνα μου βράχος. Της είχα πει ότι πάω σε μια φίλη, του το ΄πε και εκείνος θύμωσε. Τότε δεν είχαμε κινητά. Μόνο Εμπιστοσύνη και Ανάκριση. Τί γαμάτες εποχές! Είχα κλείσει ραντεβού στη Τζο τρεις βδομάδες πριν. Άμα είναι για μαλλί και ρούχο δεν δέχομαι γνώμη από κανέναν. Μιά φορά είχε τολμήσει γκόμενος να μου πει για την τζην φουστίτσα μου που φόρεσα στο σχολείο. Την γάμησε. Για τρεις μήνες την φόραγα κάθε μέρα. Μετά το πήρε απόφαση και τώρα με παρακαλάει να τις φοράω αλλά δεν έχει και τόσο γούστο άμα στο επιτρέπουν.

Πήγα στην Τζο και άρχισε τα γνωστά :

-Πώς τα θέλεις;

-Κοντά.

-Πόσο κοντά;

-Ξέρω γω, ξυρισέ τα.

Αυτή τη φάση την έχω ζήσει πολλές φορές από τότε. Είναι μια πολύ κουραστική συζήτηση περί του πόσο σέξι είναι τα μακριά μαλλιά, πόσο κρίμα είναι να τα κόψεις, τί θα γίνει αν το μετανοιώσεις, αν δεν αρέσει στον γκόμενο. Άκυρες όλες οι ερωτήσεις. Αλλά άντε να πείσεις την κομμώτρια. Ποιός ξέρει τί βρισίδια και κλάμματα έχουν φάει κι αυτές από πελάτισσες. Με τα πολλά, την έπεισα.

Μετά έρχεται το δεύτερο κύμα.

-Θέλεις να τα κόψεις σήμερα;

-Ε, γι΄αυτό ήρθα.

-Δεν μπορείς να περιμένεις μέχρι το άλλο Σάββατο που έχω μια επίδειξη;

-Όχι.

-Μα πρέπει να προβάλλω την δουλειά μου, που θα είναι τσάμπα, που...

-Όχι.

Ωραία. Πάει κι αυτό.

Και πάμε τώρα στην τρίτη και τελευταία φάση μέχρι επιτέλους να κάνεις τα γαμωμαλλιά σου όπως θες.

-Θέλεις να μην πληρώσεις τίποτα;

-Δηλαδή; -Να με αφήσεις να χρησιμοποιήσω τα μαλλιά σου για ποστίς.

-Τί είναι ποστίς;

-Κάτι σαν περούκα. Απλά θα αργήσει λίγο το κούρεμα γιατί θα τα κόβουμε προσεκτικά τούφα τούφα και θα τα τοποθετούμε σε αλουμινόχαρτο.

Αυτή η φάση είναι η καλύτερη. Οικονομικώς, δηλαδή. Το ΄χω κάνει άλλες τρεις φορές και μάλιστα την τελευταία, τα μαλλιά μου πήγαν σε μια κοπέλα που είναι φαλακρή και πολύ το φχαριστήθηκα γιατί ζήτησα από την κομμώτρια που ήταν φίλη μου να της τα δώσει δωρεάν. Η Τζο άρχισε το κούρεμα και ήταν πάρα πολύ περίεργο πράγμα. Έβλεπες ένα άδειο κεφάλι και μόνο το πρόσωπό σου. Χάιδευα συνέχεια το κεφάλι μου και δεν το πίστευα.

Η Τζο ήταν διστακτική. Προφανώς περίμενε να βάλω τα κλάμματα, να το μετανοιώσω. Όταν είδε φυσικά ότι μου άρεσε άρχισε να αναστενάζει ανακουφισμένη. Η πιο ωραία αίσθηση που έχω νοιώσει ποτέ ήταν όταν περπατούσα στον γυρισμό και το πρόσωπό μου ήταν τελείως άδειο, δεν μάσαγα τρίχες και το κεφάλι μου ανάλαφρο.

Πήγα κατευθείαν στο σπίτι του γκόμενου. Δούλευε βράδι και το πιθανότερο ήταν ότι κοιμόταν. Μου ΄χε δώσει κλειδιά του σπιτιού και άραζα τα Σαββατοκύριακα στον υπολογιστή μέχρι να ξυπνήσει. Είχα αρχίσει να έχω ενδοιασμούς. Του άρεσαν τα μακριά μαλλιά στις γυναίκες και ήταν περίπου σαν να είχα κάνει μια μεγάλη διαολιά. Αλλά χέστηκα. Το πήρα πατριωτικά. Αυτή είμαι κύριε και αν με γουστάρεις θα με γουστάρεις όπως θέλω εγώ.

Ο γκόμενος γενικά, δεν ήταν για απότομα ξυπνήματα. Άμα έκανες πως ακουμπούσες έστω και ένα δάχτυλο πάνω του την ώρα του ύπνου, πεταγόταν σαν να τον χτυπούσε ρεύμα. Ακόμα δηλαδή. Γδύθηκα και ξάπλωσα απαλά δίπλα του. Άλλαξε πλευρό και άνοιξε τα μάτια του. Μετά τα ξανάκλεισε και μετά τα γούρλωσε. Μετά γέλασε και φώναξε «Πίπη μου». Ουφ, του άρεσαν. Πολύ δηλαδή, αλλά θα γίνει πολύ γκαβλωτικό το κείμενο για να το γράψεις τσάμπα.

Στην δουλειά μου είχα χοντρό πρόβλημα. Φαινόμουν πολύ μικρότερη απ΄ότι θα ΄πρεπε και έφαγα ένα ξεγυρισμένο χέσιμο. Πρέπει να παραδεχτώ ότι η εικόνα μου με ταγιέρ ήταν το λιγότερο γελοία. Αλλά κι εκεί χέστηκα. Τους έκανα κάτι πωλήσεις που έτριβαν τα μάτια τους και παραιτήθηκα με μια γερή μεταγραφή.

Ο γκόμενος από τότε μόλις μάκραιναν αρκετά τα μαλλιά μου με έπρηζε. Τον έχω βάλει πια στο τριπάκι και είναι ή του ύψους ή του βάθους. Θέλει μεγάλες αλλαγές. Όλα του αρέσουν. Και οι μελαχροινές και οι ξανθιές και οι κοκκινομάλλες και τα αγοροκόριτσα. Τώρα που το σκέφτομαι στο θεματάκι αυτό, πρέπει να έχω κάνει μαλακία.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 15 σχόλια »

ΤΟ ΜΟΝΙ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αυγούστου 19, 2006

Είχα μια δασκάλα που μίλαγε συνεχώς σαν αυτόν τον κολλημένο με τους λεξάριθμους που σε διακόπτει κάθε τρεις και λίγο, για να σου πει την αντιστοιχία κάθε λέξης σου με αριθμούς. Πέταγες μια φράση και στην έκανε νιανιά στο λεπτό. Αλλά χωρίς σταματημό. Προφανώς είχε κόλλημα με αυτό το πράγμα και σίγουρα ήξερε καλά την γλώσσα. Δεν είχε καθόλου πλάκα φυσικά. Για κάποιον άσχετο όμως, το θεματάκι έχει πολύ φάση. Έτσι, για έναν καιρό το βρήκα παιχνίδι. Έκανα νιανιά ότι λέξη μου καθόταν χωρίς φυσικά να προσπαθώ να είμαι σωστή. Απλά για να γελάσω λιγάκι με την κουλή επεξήγηση που προέκυπτε και για να παιδέψω μερικούς μερικούς.

Μου έλεγε ας πούμε η μάνα μου : «Θέλεις να σου μαγειρέψω ομελέτα;» Της έλεγα εγώ ξαφνιασμένη, ρε μαμά είναι σίχαμα αυτό που θες να κάνεις, είσαι και μεγάλη γυναίκα». Μαλάκας η μάνα μου. «Γιατί παιδάκι μου;» Γιατί μαμά, στο σχολείο μας μάθανε (εδώ ψάρωνε) ότι η λέξη μαγειρεύω βγαίνει από το μαγεία + ρεύομαι και σημαίνει κάτι πολύ σιχαμένο. Με κοίταγε απορημένη, το σχολείο ήταν τοτεμ πάντα για κείνη και άρχιζε κάτι περίεργα μουρμουρητά.

Μου έλεγε μετά από μέρες «πήγαινε τώρα να συμμαζέψεις το αχούρι σου, τσαπατσούλα». Ψευτολυπημένη εγώ της έλεγα, μα ρε μάνα πότε θα μάθεις επιτέλους να μιλάς όμορφα; Τί είναι αυτά τα πράγματα που λες στο παιδί σου; Κόλλαγε. «Τί είπα δηλαδή;» Ε να, με είπες τσαπατσούλα. Ξέρεις τώρα τί σημαίνει αυτή η λέξη και την πετάς έτσι απλά στα παιδιά σου; Άμα σε ακούσει κάνας μορφωμένος άνθρωπος, θα μας χώσουνε στο ίδρυμα και θα σου απαγορέψουνε να μας βλέπεις. «Γιατί ρε αγάπη μου, τί είπα πάλι;» Το τσαπατσούλα βγαίνει από το τσάπα + τσούλα. Δηλαδή δεν φτάνει που με λες πουτάνα, μου κολλάς από δίπλα και μια τσάπα για να μου ρίξεις στάχτη στα μάτια; Στο παιδί σου; «Μα κι εμένα έτσι με έλεγε η γιαγιά σου». Ωραίες δικαιολογίες μαμά. Και μετά μου λες να μην επαναλαμβάνω κακιές λέξεις! Έβαζε κάτω το κεφάλι και έψαχνε την επόμενη να βρει σωστές λέξεις για να με βάλει να καθαρίσω το δωμάτιό μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά την λέξη «καθαρίζω» δεν την ξεστόμιζε ποτέ.

Εντάξει, το παιχνιδάκι παρατράβηξε όταν μια μέρα που ήταν όλο το σόι στο σαλόνι άρχισα πάλι να εξηγώ λέξεις με την γνωστή δικαιολογία «στο σχολείο μας μάθανε» και την γιαγιά να βγάζει καπνούς. Κάτι είχε πάθει εκείνες τις μέρες και μας έλεγε ότι αν δεν πήγαινε στον γιατρό, σίγουρα θα πάθαινε πνευμονία. Αμάν ρε γιαγιά, της λέω, εσύ φταις που μιλάει έτσι η μαμά. «Τί λες παιδί μου;» Να, στο σχολείο μας μάθανε ότι η λέξη πνευμονία βγαίνει από τις λέξεις πνεύμα + μονία. Και μονία είναι ο πληθυντικός της λέξης «μουνί» στην καθαρεύουσα. Η μάνα μου πετάχτηκε πάνω και μου ΄κλεισε το στόμα. Με έπιασε στα κρυφά και μου είπε ότι θα ερχόταν την άλλη μέρα στο σχολείο.

Και ήρθε γαμώτο. Και έκατσε και είπε στην δασκάλα μου και για την πνευμονία. Δυστυχώς, είχα προλάβει να της μάθω και πώς κλίνεται κιόλας: Το μονί, τα μονία, ω μονία...

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 34 σχόλια »

ΠΕΡΙΕΡΓΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουλίου 28, 2006

Η ημέρα ξεκινούσε προβλέψιμα. Βλέπεις, όλοι είμαστε προγραμματισμένοι για να κάνουμε συγκεκριμένα πράγματα, σε συγκεκριμένους χρόνους ειδικά όταν δουλεύουμε. Έντεκα κορίτσια, σε ένα γραφειοκουζινάκι με έντεκα καρέκλες, ένα τασάκι, ένα γραφείο και ένα ψυγειάκι. Ήξερες τις κινήσεις απ΄έξω. Κάποια θα χτύπαγε τον καφέ με το κουταλάκι μέχρι να σιγουρευτεί ότι σε ξύπνησε για τα καλά, άλλη θα έτρωγε, άλλη θα έραβε μόνιμα την άσπρη ρόμπα, άλλη θα μας κατάβρεχε αγιασμούς και άλλη θα αργούσε.

Όλα αυτά, μέχρι να έρθει το πρώτο ραντεβού και να αρχίσουν οι καυγάδες. «Όχι, δεν μπορώ να την πάρω εγώ», «εμένα δεν με χωνεύει», «έχω περίοδο, δεν μπορώ να δουλέψω σήμερα», «βρωμάνε τα πόδια της», «όταν της κάνω μασάζ κλάνει» κ.τ.λ. Μέχρι την στιγμή που επενέβαινε η υπεύθυνη (άλλωστε άμα βάλεις ένα γραφείο ακόμη και μέσα σε ένα μικροσκοπικό κουζινάκι είναι σίγουρο ότι πάντα θα βρεις έναν κώλο υπεύθυνης πρόθυμο να κάτσει) και έκανε τον διαιτητή. Οι δουλειές μοιράζονταν και η μέρα άρχιζε. Αν σε κάποια από εμάς τύχαινε αποτρίχωση ή μασάζ, όλη την υπόλοιπη μέρα κάναμε καθιστές δουλειές για να ισοφαριστεί η κούραση και τούμπαλιν.

Μεγάλος πρόλογος αλλά ένα-ένα μου ΄ρχονται. Οι τύποι κοριτσιών ήταν συγκεκριμένοι. Είχαμε την αναρχική με τα άρβυλα και τα κολλητά μαύρα παντελόνια, την αγχωμένη κοκκάλω πάλι-πάχυνα-στα-βλέφαρα, την είμαι-παρθένα-και-νηστεύω, την γεροντοκόρη, την Μις-Κερατσίνι-1964, την είμαι-νυκοκοιρά-και-αστράφτω και τέλος πάντων πολύ χτυπητούς τύπους ανθρώπων, προφανώς επελεγμένες για να «ταιριάξουν» με όλων των ειδών τις πελάτισσες.

Η αγαπημένη μου, ήταν η ξινή. Πολύ μου είχε κάνει εντύπωση αυτός ο τύπος ανθρώπου. Και δεν μιλάω για παροδικά νευράκια και ιδιοτροπίες. Μιλάω για έναν μόνιμα ξινό άνθρωπο που ζύγιζε την κάθε λέξη, το κάθε νεύμα και την κάθε γκριμάτσα έντεκα συναδέλφων από το πρωί ως το βράδι και είχε πάντα λόγους να βγάζει κακίες και ξινίλα. Ήμουν τότε 19, μες την τρελλή χαρά που δούλευα στην δουλειά που αγαπούσα και πρέπει σαν καινούργια να ήμουν τελείως ούφο για τις υπόλοιπες εκεί μέσα. Μέχρι που ανακάλυψα ότι η ξινή είχε πρόβλημα και μαζί μου. Στ’αρχίδια μου φυσικά, άλλο που δεν ήθελα να μην έχω πολλά πολλά μαζί της. Αλλά πού.

Συνήθως με τα άλλα κορίτσια, η φάση μαζί της, πήγαινε κάπως έτσι. Πέταγε η ξινή μια κακία του τύπου «και σταμάτα να με κοιτάς έτσι, τρεις φορές έχω ξεματιαστεί από το πρωί!», μετά τσίμπαγε η κακομοίρα που την «μάτιασε» και άρχιζαν τα δράματα. «Που εγώ ποτέ δεν ματιάζω», «ναι, αλλά προχθές που με κοίταξες, μου λερώθηκε η ρόμπα», «που είσαι κακιά», «που είσαι γκαντέμω και ζηλεύεις», «που τί να ζηλέψω, μάζεψε πρώτα τα βυζιά σου απ΄το πάτωμα», «δεν μπορώ σκοντάφτω στην κοιλιά σου» ε, τώρα μην τα γράφω όλα, καταλάβατε.

Πάω λοιπόν ένα πρωί και πετάει τη μαλακία η ξινή «τί θα γίνει Ντινάκι, θα σταματήσεις να φοράς κάθε μέρα τα ίδια παπούτσια με μένα;» (βέβαια, όταν έλεγε «παπούτσια», εννοούσε τα άσπρα σαμπό που φορούσαμε και οι ογδόντα κοπέλες υποχρεωτικά – αργότερα έμαθα ότι τα είχαμε πάρει από το ίδιο φαρμακείο γι΄αυτό τα θεωρούσε «ίδια»). Εννοείται ότι σε ένα τόσο μικροσκοπικό κουζινάκι με έντεκα άτομα γύρω γύρω στριμωχτά ήταν κομμάτι δύσκολο να κάνεις τον κινέζο. Ψιλοπροσπάθησα βέβαια να κάνω τον κινέζο βουτώντας τα μαλλιά της διπλανής με το ζόρι να της κάνω κοτσίδια, αλλά η ξινή εκεί «ε, μικρό, δεν πάλιωσες αρκετά για να μας γράφεις ακόμα». Οι άλλες...τους κινέζους και έτοιμες να ξεκαρδιστούν.

Και τότε είπα την πρώτη παπαριά που μου ΄ρθε στο κεφάλι για να την ξεφορτωθώ «αφού δεν έχω άλλα παπούτσια, κάτσε να πληρωθώ και θα πάω να πάρω, άσε που χρωστάω ακόμα τα σιάτσου στην σχολή». Κουβέντα η ξινή. Οι άλλες δεν το πίστευαν. Την άλλη μέρα ήρθε στα κρυφά και μου ζήτησε συγνώμη. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά που μου είπε : «κοίτα καλά να μην γίνεις σαν κι εμένα, για να μην χρειαστεί ποτέ να φέρεις ένα μικρό παιδί στο σημείο που σε έφερα εγώ».

Από εκείνη τη στιγμή ήμουν το υιοθετημένο της (ήταν μεγάλη σε ηλικία και δεν είχε παιδιά, ούτε οικογένεια). Ψιλογελούσε καμμιά φορά στα κρυφά όταν ήμασταν οι δυό μας και ποτέ μα ποτέ δεν με άφηνε χωρίς να μου συμπληρώσει τα ποσοστά μου για να μην χάσω το μπόνους. Κάτι, που το έμαθα χρόνια αργότερα. Α, και δεν με άφησε ποτέ ξανά να κάνω μασάζ σ’εκείνη που έκλανε.

Τί περίεργος άνθρωπος.

(αλλά όχι και τόσο για να μην γράψω δυό κουβέντες γι΄αυτήν)

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 27 σχόλια »

ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουνίου 23, 2006

Το βασικότερο που έχω μάθει στις δουλειές που έχω κάνει είναι πως οι συνθήκες εργασίας είναι πάντα αντιστρόφως ανάλογες με τον χώρο εργασίας. Όσο πιο εντυπωσιακός ο χώρος και οι ανέσεις, τόσο πιο απάνθρωπες οι συνθήκες, τόσο πιο ξινά τα αφεντικά και οι συνάδελφοι.Το «πολιτισμένο περιβάλλον» ήταν πάντα κάτι που μου έκανε τζιζ.

Ο πιο όμορφος χώρος που έχω δουλέψει ποτέ, χωμένος κάπου στην Αθήνα, ήταν ένα τεράστιο γυάλινο κτίριο. Έξι ορόφοι καλλωπισμού με υπόγεια πισίνα, καφετέρια, κατάστημα με είδη ευζωίας, γυμναστήριο και γαμιστερό γραφείο. Όταν χρειαζόταν να ξεναγήσω τους πελάτες στον χώρο είχα beeper για να με εντοπίζουν οι συνάδελφοι και ειδικές τιμές σε ότι προιόν αγόραζα. Παράδεισος σκέτος.

Μέχρι που έμαθα τους κανόνες. Έναρξη ωραρίου 8,30 ακριβώς. Όποιος αργούσε πέρναγε πρώτα από το γραφείο του διευθυντή και ξεκινούσε την μέρα του με ένα ωραιότατο χεσίδι που δεν εξαντλούνταν ποτέ, ακόμα κι αν αργούσες τρεις μέρες στο σερί. Η ενδυμασία ήταν συγκεκριμένη. Ταγιέρ, τακούνια, λευκή ποδιά και απαραιτήτως έντονο μακιγιάζ.

Απαγορευόταν να μιλήσεις σε συναδέλφους στον ενικό και για οτιδήποτε πέραν της δουλειάς. Το διάλειμα ήταν είκοσι λεπτά και το τσιγάρο απαγορευόταν ακόμη και στην τραπεζαρία ενώ όσες καπνίζαμε το κρύβαμε γιατί μας θεωρούσαν στην καλύτερη, ζώα. Όταν δεν υπήρχαν πελάτισσες για πώληση, είτε έτρεχες στους ορόφους και μάζευες όλο σου το θάρρος να πιάσεις κουβέντα στις ήδη υπάρχουσες και να τους πουλήσεις  κάτι καινούργιο, είτε έπρεπε να τηλεφωνήσεις σε νέες πελάτισσες για telemarketing.

Όποιο από τα δύο διάλεγες ήσουν υποχρεωμένη να φέρεις γύρω στις δέκα πωλήσεις την ημέρα και να ενημερώσεις στο τέλος του ωραρίου σου τον διευθυντή, τί ακριβώς έκανες στο οχτάωρό σου. Ή (το πιο συχνό) γιατί δεν τα κατάφερες. Και τότε έβρισκε ευκαιρία ο κάθε μαλάκας που δεν είχε πουλήσει ούτε ένα τσιμπιδάκι στην ζωή του να σου κάνει κύρηγμα τί σημαίνει πώληση, πώς γίνεται και πόσο πιο χαμηλά πρέπει να πέσεις για να τα καταφέρεις. Η κουβέντα τελείωνε γύρω στις δύο ώρες μετά το πέρας του ωραρίου και το ρεζουμέ ήταν πάντα το ίδιο. Ότι ο μισθός έπρεπε να μειωθεί για να σου δοθεί κίνητρο να αυξήσεις τις πωλήσεις σου και να κυνηγάς περισσότερο τα ποσοστά.

Στην πορεία, ο μισθός εξαφανίστηκε εντελώς και πληρωνόμασταν αποκλειστικά με ποσοστά και μπόνους που ήταν κυριολεκτικά της πείνας. Η νοοτροπία των εργοδοτών που διαθέτουν τους πολιτισμένους χώρους είναι η εξής : «Έδωσα τα ωραία μου λεφτάκια για να σε κάνω άνθρωπο και είναι τιμή σου μόνο και μόνο που σε αφήνω και δουλεύεις εδώ».

Το πιο σπαστικό απ΄όλα ήταν ο ανταγωνισμός. Όταν πρέπει να ζήσεις την οικογένειά σου αποκλειστικά από ποσοστά που προέρχονται από συγκεκριμένο πελατολόγιο οφείλεις να γίνεις bitch. Ήταν όμως περισσότερο θέμα ανθρώπου. Εκείνες που τα κατάφερναν είχαν συνήθως περισσότερο θράσσος ή περισσότερη ανάγκη. Συνήθως ντρεπόμουν εκεί που καθόταν η πελάτισσα στην καφετέρια να πάω στην ψύχρα να καθίσω δίπλα της και να την ενημερώσω στο άσχετο για τις καινούργιες θεραπείες και «πόσο έπεσε το βλέφαρό σας» και «πόσο μεγάλωσε ο κώλος σας» και «πα πα πα τί κυτταρίτιδα είναι αυτή που έχετε, από μακριά την είδα».

Προτιμούσα πάντα το telemarketing. Οκτώ ώρες σε ένα γραφειάκι, μια λίστα μπροστά μου από 100 περίπου τηλέφωνα που ψάρεψαν παράνομα οι διευθυντές από διάφορους ανταγωνιστές, χωρίς καφέ ή τσιγάρο και καμμιά εκατοστή στην λιγότερη «άντε γαμήσου» απαντήσεις για ενθάρρυνση. Για περίπου πέντε χρόνια.

Μέχρι σήμερα βλέπω τηλέφωνο και τρέχω. Το μίσησα. Ζήτημα είναι να μιλήσω για ένα λεπτό και αυτό αν με πάρουν. Οι φίλοι μου ξέρουν ότι πολύ σπάνια θα τους τηλεφωνήσω. Μέχρι σήμερα βλέπω γυάλινα κτίρια και «πολιτισμένα περιβάλλοντα» και τρέμω. Βλέπω στις διαφημίσεις χαρούμενους υπάλληλους ντυμένους στην τρίχα και ανατριχιάζω.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 24 σχόλια »

ΝΙΝΤΖΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουνίου 13, 2006

Η συμμορία της γειτονιάς μου ήταν όλοι αγόρια. Με πήραν χατιρικά γιατί ήξερα καράτε και στίβο. Άμα έβλεπα τα σκούρα, τουλάχιστον ήξερα κι έτρεχα οπότε είχαν το κεφάλι τους ήσυχο. Λεγόμασταν «νίντζα». Ήταν τότε που είχε πρωτοέρθει η μόδα του βίντεο και οι πατεράδες μας είχαν μπαστακωθεί και έβλεπαν Μπρους Λι και Τσάκι Τσαν από το πρωί ως το βράδι. Με έστελναν στο βίντεο κλαμπ να πάρω τις καινούργιες κασέτες καράτε και έλεγα και το ποιηματάκι στον κυρ Γιάννη τον βιντεοκλαμπά «και ένα καουμπόικο για τον μπαμπά μου». Αυτά τα «καουμπόικα» ήταν λέει, στα γερμανικά και γι΄αυτό ποτέ δεν με άφησαν να τα δω. Αργότερα κατάλαβα ότι οι γερμανικές τσόντες ήταν πολύ μπροστά για την εποχή τους.

Η συμμορία μας ήταν ντυμένη πάντα στα μαύρα και οι μόνιμοι εχθροί μας ήταν η απάνω γειτονιά. Τα όπλα μας ήταν κάτι ξύλα που είχαμε κόψει απ΄το δασάκι παραδίπλα και πέτρες από τον δρόμο. Άσφαλτο δεν είχαμε, μόνο στον κεντρικό δρόμο παρακάτω που δεν πολυγουστάραμε. Άμα δεν είχε χώμα και πέτρες σκατά πόλεμο θα παίζαμε. Είχαμε όλοι αγοράσει παπούτσια κουγκ-φου. Ήταν κάτι άθλια λαστιχένια παντοφλέ κατασκευάσματα του πεντακοσάρικου. Άσπρο λεπτό λάστιχο κάτω και μαύρο σφιχτό λάστιχο πάνω. Τα βλέπαμε στις ταινίες του Τσάκι Τσαν και θέλαμε όσο να πεις να είμαστε αυθεντικοί.

Το πρόβλημα ήταν τα εξειδικευμένα όπλα. Τί σόι νίντζα θα είμασταν χωρίς αστεράκια; Οι άλλες συμμορίες άρχισαν τις κοροιδίες. Μας έλεγαν καλόγριες, κοράκια και άλλα κοσμητικά και δεν υπήρχε τότε μαγαζί να πουλάει αστεράκια. Μόνο κάτι άθλια πλαστικά σπαθιά, τόξα με βέλη και πιστόλια με καψούλια. Ή θα ΄σουν σαμουράι ή ινδιάνος ή καουμπόυς. Καμμία πρωτοτυπία. Τουλάχιστον να έβλεπαν τα καουμπόικα του μπαμπά, να είχαμε και καμμιά εναλλακτική, αλλά τίποτα.

Το πρόβλημα λύθηκε την Κυριακή που ο Ιωνικός είχε ένα ματς με μεγάλη ομάδα. Μαζεύτηκε κόσμος και ντουνιάς. Δεν ήταν τότε πρώτη εθνική οπότε ήταν μεγάλο γεγονός για την γειτονιά. Ήρθαν κάμερες, αυτοκίνητα και καμμιά δεκαριά πούλμαν. Γεμίσαμε αστραφτερές κούρσες και χούλιγκμαν (που έλεγε η γιαγιά). Πρώτη φορά είδαμε στην γειτονιά τα αυτοκίνητα νίντζα. Λες και το τεράστιο εργοστάσιο των νίντζα είχε φτιάξει αυτά τα αυτοκίνητα μόνο για μας. Μεγάλα, γυαλιστερά και μπροστά ένα τεράστιο ασημένιο αστέρι. Πιάσαμε αμέσως δουλειά. Βρήκαμε τέσσερα τέτοια αμάξια και ξεκολλήσαμε τ΄αστέρια. Τέσσερα ολοκαίνουργια αστέρια κατευθείαν από το εργοστάσιο των νίντζα. Γαμούσε και έδερνε η συμμορία μας.

Μας έδειξε και η τηλεόραση. Μας είπαν «βάνδαλους» και δείχνανε συνέχεια τα αυτοκίνητα χωρίς τ΄αστέρια. Μας άρεσε πολύ αυτή η λέξη και αλλάξαμε όνομα. Παρατήσαμε το «Νίντζα» και γίναμε «οι βάνδαλοι».

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 20 σχόλια »

Η ΚΡΑΤΗΤΗΡΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιουνίου 1, 2006

Το πατρικό μου ήταν λιγάκι περίεργο. Μπροστά απ΄την φάτσα ένα τριώροφο και πίσω μικρά μικρά κολλητά καμαράκια. Το τριώροφο ήταν καινούργιο και τα καμαράκια γύρω γύρω στην πίσω αυλή, τα απομεινάρια της παλιάς γειτονιάς που τα πρόλαβα λίγο πριν ερειμώσουν και γίνουν αποθήκες. Απ΄έξω είχαν σοβά και μέσα χώμα. Τόσο κόκκινο χώμα που όταν έπεφτε ο σοβάς το κάναμε λάσπη και βαφόμασταν Ινδιάνοι. Πού και πού έβγαινε από μέσα κάνα ποντίκι και το κρύβαμε απ΄τη γιαγιά για να μην το κάψει με λάδι. Με ένα μάλιστα, είχα μοιραστεί το μισό σάντουιτς. Η γιαγιά τράβαγε τα μαλλιά της.

Έξω απ΄την αυλή ένα δρομάκι γεμάτο τσουκνίδες δεξιά και αριστερά και στην πόρτα μας μπομπόνες τριανταφυλλιάς μαζί με φούλι, μωβ καμπανούλες και «σκουλαρίκια». Δεν ξέρω πώς τα κατάφερνα και κάθε μέρα σκουντούφλαγα μέσα στις τσουκνίδες. Απίστευτο τσούξιμο. Ειδικά αν ήταν καλοκαίρι και φόραγες σορτσάκι. Μετά λοιπόν την τούμπα στις τσουκνίδες το καλύτερο ήταν να τρέξεις να βουτήξεις με την μούρη στο οικόπεδο με τις μολόχες. Δυό τρεις κωλοτούμπες και πάει το τσούξιμο. Η γιαγιά έλεγε ότι για κάθε τι στην αυλή μας υπήρχε το αντίδοτο. Όπως οι μολόχες για τις τσουκνίδες, όπως ο παππούς για τον κόκκορα ή οι γάτες μας για τα ποντίκια. Έκανα ότι συμφωνούσα και δεν της έλεγα ότι υπήρχε κι άλλο αντίδοτο στην αυλή. Εγώ για τις γάτες. Τα ποντίκια στην δική μας αυλή δεν είχαν αντίδοτο.

Όταν ζούσαμε στα καμαράκια όλη η γειτονιά μαζευόταν στην κοινή αυλή. Όλες οι πόρτες έβλεπαν σ΄αυτή την αυλή. Καμμιά φορά έβαζαν πολύχρωμες λάμπες, έφτιαχναν μεζέδες και ερχόταν ο θείος Στεφανής που ήταν μεγάλος τραγουδιστής στην ταβέρνα της πλατείας και μας τραγουδούσε τσάμπα. Μου τραγουδούσε κάθε φορά το αγαπημένο μου τραγούδι «τα μαύρα μάτια σου» και η γιαγιά δάκρυζε. Άλλες φορές όταν ήθελαν να διασκεδάσουν στην πλατεία χωρίς πιτσιρίκια, μας έλεγαν να πάμε στην θεία και να φέρουμε την κρατητήρα. Η κρατητήρα ήταν κάτι σαν κλήρος για μια από τις γυναίκες της αυλής. Πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια και λέγαμε : «θεία, μας είπαν να μας δώσεις την κρατητήρα». Πάντα μας απαντούσαν : «καλά, παίξτε λιγάκι και την ετοιμάζω». Ήταν το σύνθημα για να μας κρατήσει μέχρι να επιστρέψουν οι δικοί μας. Και εμείς τα χαζά ποτέ δεν ρωτήσαμε τί ήταν αυτή η ρημάδα η κρατητήρα.

Η αγαπημένη μου δουλειά στα καμαράκια ήταν να φτιάχνω τα κεραμίδια. Ανεβαίναμε με την αδελφή μου γιατί η γιαγιά ήταν κουτσή και δεν μπορούσε και κλείναμε τις τρύπες με καινούργια κεραμύδια. Καμμιά φορά έκανα ότι γλιστρούσα και πέταγα δυό τρία κεραμύδια κάτω για να παρατείνω την παραμονή μου στην στέγη. Δαγκωνόταν η γιαγιά αλλά ήμουν πολύ ψηλά για να με πιάσει. Μια άλλη φορά πήγα άκρη άκρη για να δω την φωλιά που είχαν φτιάξει οι μέλισσες. Είχαν κάνει τον τοίχο σουρωτήρι και ο παππούς, μου είχε πει πως όταν το γκρεμίσουμε θα έχει μέσα μια τεράστια κυρήθρα. Πήγα πολύ κοντά όταν άρχισε ο παππούς να φωνάζει να πηδήξω. Δεν ήταν μέλισσες, ήταν λέει σφίγγες και μπούμπουνες. Μάλλον επειδή μπουμπουνίζανε αντί να ζουζουνίζουν. Του είπα, δεν πειράζει κι αυτές ωραίες είναι. Και τότε ήρθε ένας μπούμπουνας και μου μπουμπούνισε το κούτελο. Ανάμεσα στα μάτια. Και τότε έπεσα από τα κεραμύδια πάνω στην γάτα. Τίποτε δεν έπαθα. Η γάτα ούτως ή άλλως με μισούσε.

Τα καμαράκια γκρεμίστηκαν αργότερα. Τώρα είναι πάρκινγκ. Έμεινε μόνο η μπομπόνα με τα τριαντάφυλλα. Από εκείνα τα μεγάλα τα κόκκινα που μυρίζουν. Οι γάτες είναι ακόμα εκεί.

Τα ποντίκια κι εγώ φύγαμε για πάντα.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 30 σχόλια »

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Μαΐου 14, 2006

Ποτέ δεν μου άρεσε το μάθημα της Ιστορίας. Ίσως επειδή έχω γενικότερα πρόβλημα με πράγματα που θέλουν μνήμη και επεξεργαστή άνω του μετρίου. Αυτά που συγκρατούσα μόνο ήταν περιστατικά κοσμογονικά που είναι αδύνατον να αφήσεις να ξεχαστούν. Παράδειγμα, ο Καποδίστριας με τις πατάτες. Μέγας ευεργέτης. Ή ιστορικές τοποθεσίες που είχα φροντίσει να τις αποστηθίσω σαν ποίημα και μου μείνανε : «Εσκί Σεχίρ Κιουτάχεια Αφιόν Καραχισάρ – δεν γουστάρω χίστορι, της θειάς σας το σερβάν». Αρκεί να θυμόμουν να μην έγραφα ολόκληρα τα ποιήματά μου στα διαγωνίσματα.

Η χειρότερή μου ήταν οι τοποθεσίες και τα ονόματα. Σαν να είσαι μάγειρας και η χειρότερή σου να είναι το μαγείρεμα. Με τίποτα δεν υπήρχε περίπτωση να μην τα κάνω σκατά. Μια άλωση της Πόλης θυμάμαι και τον χρυσό αιώνα του Περικλέους. Πάλι καλά που δεν με είχαν ρωτήσει για τον αργυρό και τον χάλκινο. Αλλά ήταν και τόσο σιχαμένα τα βιβλία της ιστορίας που δεν σε τραβούσαν καθόλου. Όπως και οι καθηγητές. Λες και είχαν συννενοηθεί όλους τους άχρωμους, άγευστους, αγέλαστους και ξενέρωτους ανθρώπους να τους κάνουν καθηγητές ιστορίας.

Αν δηλαδή έβγαινε νόμος να κάνουν οι Γαλλικούδες ιστορία, εγώ τώρα θα ήμουν αστέρι. Γιατί το μάθημα της ιστορίας θέλει το πιπεράκι του, θέλει το κουτσομπολιό του, θέλει να ασχολείσαι λιγάκι με τα κοσμικά ή έστω την μόδα. Αν για παράδειγμα κάποιος μου έλεγε ότι η τάδε Βασίλισσα της Αγγλίας δεν έκανε ποτέ μπιντέ και πηδιόταν για όλη της την θητεία από τότε μέχρι τότε με το αγαπημένο της άλογο, δεν θα υπήρχε καμμία μα καμμία περίπτωση να το ξεχάσω.

Στην Τρίτη Λυκείου ήμουν υποχρεωμένη να αποστηθίσω κάτι συνθήκες για τις Πανελλήνιες. Μαζεύονταν όλοι οι μαλάκες όλη την ώρα, κάποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες στου διαόλου την κάλτσα και άρχιζαν τ’ αλισβερίσια. Η Πολωνία έπαιρνε πίπες στην Γερμανία που έχυνε με την Ρωσσία που γυάλιζε τον κώλο της Πρωσίας και όλοι μαζί γαμούσαν την Ελλάδα. Ναι, πάντα αυτό ήταν το ηθικό δίδαγμα των συνθηκών. Όλοι κυνηγούσαν τον κώλο μας.

Κάπως έτσι τα μετέφραζα μπας και τα καταλάβω καλύτερα. Θα έφταιγαν και οι εφηβικές ορμές και βρήκα να ξεσπάσω στην Ιστορία. Βέβαια όταν γράφαμε διαγωνίσματα έβαζα και λίγο έρωτα στα γαμήσια για να γουστάρει η καθηγήτρια. Και γούσταρε η ηλίθια. Αγάμητη γαρ. Μιλάμε άμα της έγραφα άρλεκιν, πάλι ιστορία θα νόμιζε ότι διάβαζε. Μια φορά βέβαια μου την είπε, ότι και καλά πρέπει να γράφω επακριβώς ότι λέει το βιβλίο και να μην κάνω παρομοιώσεις ή εκτενείς αναλύσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις των κρατών αλλά εκτιμούσε λέει, την συνθετική μου σκέψη.

Μέχρι τα είκοσι νόμιζα ότι «συνθετική σκέψη» είναι να τα αναγάγεις όλα σε γαμήσια. Αν μου κάνει κάποιος τώρα τεστ για τις συνθήκες, θυμάμαι μόνο την σος. Την συνθήκη των Σεβρών. Που φυσικά ήταν ένα από τα θέματα. Και που φυσικά ήταν το μόνο που απάντησα. Μόνο που δεν είχα προλάβει να της φτιάξω ποιηματάκι και την έγραψα «συνθήκη των Σερβών». Πέντε ήταν ο βαθμός μου στην Ιστορία. Η καθηγήτρια μου είπε ότι οι εξεταστές δεν εκτίμησαν την συνθετική μου σκέψη και ότι είναι πολύ οπισθοδρομικό το σύστημα για δεχτεί προσωπικές κρίσεις.

Πρέπει δηλαδή να παίρνεις το βιβλίο, να το αποστηθίζεις, να μην πάει με τίποτε το μυαλό σου στο πονηρό, να μην κουτσομπολέψεις, να μην κρίνεις και να μην κάνεις ποιήματα. Και να είσαι και έφηβη.

Αναρρωτιέμαι τί άνθρωπος θα γινόμουν αν το έκανα όλο αυτό.

Μπορεί και καθηγήτρια Ιστορίας. Μπρρρρρ...

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , | 21 σχόλια »

WHAT A WONDERFUL WORLD…

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Μαΐου 10, 2006

Αυτό είναι το πρώτο βραδινό μου κείμενο. Πάντα λειτουργούσα καλύτερα τη νύχτα. Ας το κάνω λιγάκι πιο «σκοτεινό» λοιπόν όπως ακριβώς είναι και η αίσθηση που μου αφήνει αυτές τις μέρες η μικρή μας κοινωνία ηλεκτρονίων. Που κάποιες στιγμές εύχομαι να ήμασταν μονάχα ηλεκτρόνια και όχι άνθρωποι. Θα ήταν όλα πιο εύκολα έτσι.

Μικρά φλασάκια από όλα τα χρόνια της ζωής μου περνούν από τα μάτια μου όλο και πιο έντονα αυτές τις μέρες. Επιμένουν να μου θυμίζουν πράγματα που θα ΄θελα να ξεχάσω, να μην χρειαστεί να ξανασυναντήσω.

Πέντε ετών...Στα βαγόνια του τραίνου της Γερμανίας έκανα κάποτε ένα μεγάλο λάθος. Έτρεξα μπροστά αφήνοντας το χέρι της μάνας μου για να προλάβω το τελευταίο σφύριγμα. Μπήκα στο βαγόνι που καθόταν μια φίλη μας με τον γιο της. Έντρομη η μητέρα μου με βούτηξε, με έβγαλε από το βαγόνι και προχωρήσαμε μπροστά. Στα «δικά μας» βαγόνια. Θα συναντούσε την φίλη της μετά. Εκείνο το κομμάτι του τραίνου που είχα μπει κατά λάθος δεν ήταν για μας, ήταν για τους Τούρκους. Όταν ρώτησα την μητέρα μου γιατί οι Γερμανοί, οι Έλληνες και όλοι οι άλλοι κάθονται μπροστά και όχι μαζί με την φίλη μας, μου απάντησε ότι έτσι λέει ο νόμος. Αργότερα έμαθα ότι ο «νόμος» αυτός καθιερώθηκε διότι οι Τούρκοι μύριζαν άσχημα.

Έντεκα ετών...Στο σχολείο πήγαινα μαζί στην ίδια τάξη μαζί με τον ξάδελφό μου. Ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά. Μέχρι να ξεκαθαρριστεί από την γιαγιά μου ότι εγώ ήμουν χριστιανή ορθόδοξη, περνούσα καθημερινά τεστ από άλλες μαμάδες : «κάνε το σταυρό σου», «πες μου το πάτερ ημών», «πήγες την Κυριακή στην εκκλησία;» Ο ξάδελφός μου σύντομα απομονώθηκε τελείως από τα υπόλοιπα παιδιά. Όταν κάναμε προσευχή στο προαύλιο εκείνος ήταν ήδη στην αίθουσα και μας περίμενε. Η απομόνωση αυτή τον έκανε εσωστρεφή, ντροπαλό και φοβισμένο. Έγινε πολύ κακός μαθητής, πήγε αργότερα φυλακή στο στρατό περίπου πέντε χρόνια διότι η θρησκεία του δεν του επέτρεπε να βαστήξει όπλο και τώρα εργάζεται στις λαικές αγορές. Ακόμη μισεί το σχολείο.

Δεκαεφτά ετών... Ο πατέρας μου έπαθε ατύχημα στα καράβια και αναγκάστηκαν με την μητέρα μου να εργαστούν σε λαικές αγορές στα προάστια της Αττικής. Μόλις είχε έρθει το πρώτο κύμα μεταναστών και πήγαινα να βοηθήσω γιατί οι κλοπές ήταν απίστευτες με αποκορύφωμα το Κορωπί και τον Ωρωπό. Οι μητέρες είχαν εκπαιδεύσει τα πιτσιρίκια να κρύβονται κάτω από τον πάγκο και όσο εκείνες διάλεγαν, εκείνα βουτούσαν ότι έφτανε το χέρι τους. Οι πάγκοι με τα λαχανικά είχαν κυριολεκτικά ρημαχτεί και αυτοί οι άνθρωποι κυριολεκτικά πεινούσαν. Εκτός λοιπόν από την υπερβολική αστυνόμευση, οι λαικατζήδες αποφάσισαν να δράσουν κι εκείνοι. Προμηθεύτηκαν ξύλινα γκλομπ και παρέδιδαν οι ίδιοι τους κλέφτες στους αστυνομικούς μετά την δημόσια «περιποίηση». Τόσο πολύ ξύλο δεν έχω δει ποτέ άλλοτε στην ζωή μου. Τον καιρό εκείνο θυμάμαι μονίμως να προσπαθώ με τον πατέρα μου να συνεφέρουμε την μητέρα μου που λιποθυμούσε από τα κλάμματα.

Τριάντα δύο ετών... Η Ρ. από την Αλβανία νοίκιασε σπίτι απέναντι από το μαγαζί μου. Μια πολύ αγαπημένη οικογένεια με δυό κοριτσάκια. Ο σύζυγος δούλευε σε οικοδομές και εκείνη καθαρίστρια σε σπίτια. Η γειτονιά κυριολεκτικά τους αγκάλιασε, αφού φυσικά εκείνη ξεβρώμισε όλα τα σπίτια της και εκείνος έκανε όλες τις χαμαλοδουλειές των γειτόνων. Όλα αυτά βέβαια, μέχρι που ανακάλυψαν ότι ήταν Μουσουλμάνοι. Πολύ σύντομα δεν έβρισκαν δουλειά. Μέσα σε δύο μήνες εκείνοι και τα παιδιά τους βαφτίστηκαν χριστιανοί με νονάδες δυό «κυρίες» της γειτονιάς. Τώρα ζουν ήσυχα και έχουν πολλή δουλειά. Μονάχα που καιγόταν η καρδιά μου όταν έβλεπα μέσα από το παράθυρό τους να στρώνουν το χαλί και να κάνουν κρυφά την προσευχή τους στον Αλλάχ.

Θα έδινα τα πάντα για να μην ξαναζήσω τέτοιες στιγμές. Και πιστέψτε με δεν έχω αναφέρει ούτε τις μισές. Δεν ξέρω αν κάνω κακό στην πατρίδα να σκέφτομαι έτσι, δεν με ενδιαφέρει αν συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την απομόνωση ανθρώπων αλλά ακόμα κι αν βουλιάξει η πατρίδα μου, πιστεύω ότι όλοι οι παραπάνω άνθρωποι δεν το αξίζουν όλο αυτό.

Κι ας μυρίζουν, κι ας πιστεύουν όπου θέλουν, κι ας είναι αναγκασμένοι να βάλουν τα παιδιά τους να κλέψουν για να φάνε.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: , , | 18 σχόλια »

ΜΠΡΟΣ ΓΚΡΕΜΟΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Απριλίου 19, 2006

(και πίσω πόλη)

Κάθε φορά που είναι γιορτές παθαίνω ένα κάτι. Όλοι ετοιμάζονται για εκδρομούλες στο χωριό τους, να δουν τους συγγενείς τους, να κάνουν πράγματα παραδοσιακά που εννοείται ότι σημαίνουν ασυνήθιστη μάσα που δεν την κάνεις στην Αθήνα, καθαρός αέρας και επιστροφή στις ρίζες.

Εγώ δεν έχω χωριό. Μην παρεξηγηθώ, μια χαρά βλαχάρα είμαι. Εννοώ έχω αλλά δεν έχω πάει ποτέ. Είναι το πιο ψηλό χωρό στην Μυτιλήνη εξ΄ου και τ΄όνομα «Υψηλομέτωπον» όπως το ΄γραφε ο παππούς στα δέματα που μας έστελνε με τα λαδότυρα και τα σύκα με μέλι. Μια θεά Μυτιληνιά που γνώρισα χθες βράδι με μάλλωσε : «δεν το λες σωστά, Ψηλομέτωπο λέγεται».

Κάποιος μου ΄κοψε τις ρίζες μου και άντε να τις ξανακολλήσω. Δεν έχει μείνει ούτε σπίτι ούτε χωράφι να πας να δεις. Ήταν λιγάκι περίεργη ιστορία με την περιουσία μας στο χωριό.

Ήρθε ο μπαμπάς στην Αθήνα να σπουδάσει ψυκτικός, είδε την μαμά από μακριά και την δεύτερη μέρα, πάει και της λέει «αν δεν με παντρευτείς πέφτω τώρα απ΄τον γκρεμό». Η μάνα μου μικρούλα και αθώα, τον έγραψε στ΄αρχίδια της και συνέχισε τον δρόμο της. «Ωραία» της είπε, «πάω τώρα στον γκρεμό». Κοντά στο πατρικό μου, αν περπατήσεις ίσα πάνω είναι ένας μεγάλος γκρεμός που τώρα του έχουν βάλει συρματόπλεγμα γιατί προφανώς οι Μυτιληνιοί δεν είναι για να παίζεις.

Η μάνα μου δεν τον ήξερε καθόλου, αλλά επειδή μου εκμυστηρεύτηκε ότι ήταν ωραίο γκομενάκι και θα ήταν κρίμα να πάει χαμένο, είπε να ρίξει μια ματιά να δει αν το εννοεί. Ο τύπος μιλάμε πήγαινε ντουγρού για τον γκρεμό. Λίγα μέτρα πριν το σάλτο, φώναξε η μάνα μου «έλα εδώ ρε άνθρωπε να το συζητήσουμε». Τότε ο πατέρας μου της είπε «δεν συζητάω τίποτε, αν δεν με παντρευτείς πέφτω τώρα».

Όταν μου το εξιστορούσαν, μου φάνηκε μεγάλη μούφα και τους την είπα κανονικά, γιατί και ένα απλό «τα φτιάχνουμε» ή κάνα «μωρουδέλλι μ΄ είσαι τρέλλα» μια χαρά θα ΄ταν, αλλά υπάρχουν και μάρτυρες της ιστορίας. Τί να κάνει λοιπόν η μάνα μου, είχε μαζευτεί και όλη η γειτονιά, είπε το «ναι» και ο τυπάς το ΄δεσε.

Όμως τις υποθέσεις του στο χωριό δεν τις είχε κλείσει. Είχε και ένα τσούρμο αδελφές να παντρέψει. Φωνές, παράπονα, χαμός, ο πατέρας μου ανένδοτος. Είχε βρει λέει τον έρωτα της ζωής του και δεν θα τον άφηνε να περιμένει λεπτό. Μεταξύ μας, οι αδελφές του ήταν και για τα μπάζα οπότε το ήξερε ο άνθρωπος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βρει τέσσερις γαμπρούς να κάνουν όλα αυτά τα ψυχικά. Και τί έκανε ο φωστήρας; Τους έδωσε όλη την περιουσία, πήρε ένα σώβρακο και ήρθε στην Αθήνα να μην χάσει την νύφη.

Τις αδελφές του πατέρα μου, δεν τις έχω γνωρίσει. Δεν του ξαναμίλησαν που παντρεύτηκε πρώτος. Βρήκαν σχεδόν αμέσως όλες γαμπρούς, με τέτοια προίκα και εκείνος έγινε Αθηνέζος για τα καλά. Τί κατάλαβες τώρα ρε άνθρωπε;

Και φτάνουμε στο προκείμενο : Ζητείται χωριό. Στοπ.

Δημοσιεύθηκε στο Χωρίς κατηγορία | Με ετικέτα: | 23 σχόλια »