Όταν με ρωτούσαν μικρή ποιό είναι το αγαπημένο μου παραμύθι, έλεγα καμιά Σταχτομπούτα, τίποτα Χιονάτες και γενικά ό,τι μέινστριμ και πολίτικαλ κορέκτ ήταν στην μόδα, γιατί το αγαπημένο μου παραμύθι δεν μπορούσα να το ξεστομίσω. Δηλαδή, μια χαρά μπορούσα αλλά μετά τις πρώτες χαστούκες ή τα κοροιδευτικά γέλια, αποφάσισα ότι ο εγκέφαλος της γιαγιάς ήταν πολύ διεστραμμένος για να εφεύρει τον «Μισοκωλάκη» και να με κάνει ρεζίλι όπου βρεθώ κι όπου σταθώ.
Αφού το είχα ακούσει εκατοντάδες φορές σε ό,τι παραλλαγή και με όση σάλτσα μπορείτε να φανταστείτε είπα, δεσποινίδα πια, να το αφήσω πίσω μου για πάντα. Τα παιδικά μας χρόνια πρέπει να είναι γεμάτα ζαχαρένιες, συννεφένιες αναμνήσεις και να συνδέονται με παραμύθια γεμάτα βασιλοπούλες, κακιές μάγισσες, καλές νεράιδες και όχι… κώλους. Πέρασαν τα χρόνια και το ξέχασα.
Λίγο καιρό πριν ένα φιλαράκι ανέβασε μια συνέντευξή του στο μπλογκάκι του και εκεί που λέω α, την ψωνάρα για να δούμε τί είπε να κουτσομπολέψουμε μετά, διαβάζω αυτό:
“Ποιον είχατε πρότυπο όταν είσαστε παιδί;
Το Μισοκωλάκι, ο ήρωας ενός μυκονιάτικου παραμυθιού”
Έμεινα Κάγκελο!!! Ο Μισοκωλάκης ήταν κατάδικός μου, απόρροια του διεστραμμένου μυαλού της γιαγιάς μου… ή μήπως όχι; Ένοιωσα τόσο πολύ χαρούμενη για τον φίλο μου, πρώτα πρώτα για το θάρρος του να πει την απαγορευμένη λέξη του παραμυθιού – ταμπού και δεύτερον θα το ξανάκουγα που το ΄χα μισοξεχάσει! Του ‘γραψα ένα ξετρελαμένο σχόλιο και περίμενα να μου γράψει το παραμύθι. Περίμενα… περίμενα….
Και μου ΄στειλε ένα τούβλο. Πέταξα απ΄τη χαρά μου! Ένα χορταστικότατο βιβλίο ΝΑ! με δυό cd παρακαλώ, γεμάτο παραμύθια, όλα ανθρώπινα, γήινα και ικανοποιητικά σπλάτερ. Ονομάζεται «Λουδοβίκου Ρουσέλ - Παραμύθια της Μυκόνου» που το έχει επιμεληθεί ο Παναγιώτης Κουσαθανάς από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Έχει μέσα δύο ολόκληρες βέρσιον του Μισοκωλάκη μου κι ένα σωρό άλλα πανέμορφα παραμύθια στην Μυκονιάτη διάλεκτο (έχει και γλωσσάρι) καθώς και όλη την ιστορία του φιλέλληνα Γάλλου Ρουσέλ που τα συγκέντρωσε και τα διέσωσε όταν είχε επισκεφτεί τη Μύκονο, για να βρεθούν τώρα στα χέρια μου με την επιμέλεια και σημειώσεις του Παναγιώτη Κουσαθανά.
Ξεκινώντας να διαβάζω το βιβλίο, η απορία μου παρέμενε όμως. Αν η γιαγιά μου, που ήταν απ΄τη Σύρο ήξερε τον Μισοκωλάκη, πώς γίνεται να είναι «Μυκονιάτικο Παραμύθι»; Ε, λοιπόν η εξήγηση είναι απλή. Τα παλιά τα χρόνια, μιλάμε πολύ πριν τις τηλεοράσεις, υπήρχαν κάτι τύποι που γύριζαν από τόπο σε τόπο λέγοντας παραμύθια και κερδίζοντας έτσι τα προς το ζην. Κάπως έτσι διαδίδονταν και περνούσαν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, χωρίς λογοκρισία και επιρροές από παραμύθια άλλων χωρών, φτάνοντας έτσι από κάποιους παραμυθάδες στην Σύρο στ΄αφτιά της γιαγιάς μου και μετά σ΄εμένα.
Το παραμύθι μου είναι τελικά παμπάλαιο και ταξίδεψε πολύ για να το αφήσω να ξεχαστεί λοιπόν. Πάρτε μια ιδέα, στην αυθεντική διάλεκτο φυσικά:
“Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά κι ένας γέρος. Η γριά ήτανε πολύ τεμπέλα κι ούλη μέρα ήκου’ες από τ’ς δύο το ίδιο βιολί:
-Σκούπισε, γέρο.
-Σκούπισε, γριά.
Κι αλέστα τα ίδια:
-Σκούπισε γέρο.
-Σκούπισε, γριά.
Μια μέρα, εκεί που εσκούπιζεν ο γέρος βρίσκει ένα μπενταράκι. Η γριά εζηλέψενε και την άλλη μέρα πιάνει το φρόκαλο για να σκουπίσ’ και βρίσκει ένα εικοσαράκι.
-Τί να πάρομε γέρο, με τα λεφτά που βρήκαμε;
-Αν πάρομε, γριά μου, λαχανάκια, θα ρίξομε τα φυλλαράκια. Αν πάρομε ψαράκια, θα ρίξομε τα κοκκαλάκια. Αν πάρομε αχινουδάκια, θα ρίξομε τα αγκαθάκια. Αν πάρομε φυστικάκια, θα πετάξομε τα μισά. Εγώ λέου, γριά, ν’αγοράσομε κουκκάκια.
-Καλά τα λες γέρο.
Πά’ η γριά, αγοράζ’ εφτά κουκκάκια. Την ώρα που τα ‘χενε και τα ξεφ’τίλεζενε στο νταβά, λέει του γέρου:
-Ε, και να ‘χαμε, γέρο μου, τόσα παιδάκια όσα κουκκάκια έχει ο νταβάς!
Δεν προφταίνει να τα πει και, να, και παρουσιάζονται μπροστά τωνε έξε παιδάκια σαν τα κρύα νερά, και μαζί κι ένα Μισοκωλάκι. Το Μισοκωλάκι ήτανε το στερνό μισό κουκκάκι που ξεφ’τίλιζεν’ η γριά.”
Το παραμύθι συνεχίζει με τη Μαριωρή που ήθελε με λίγα λόγια να πηδήξει τον Μισοκωλάκι κι αυτό είναι κάτι που κατάλαβα τώρα (η γιαγιά έλεγε «κουτουπώσει» κι εγώ νόμιζα ότι θα τον πλάκωνε στις μάπες) και το αγαπημένο μου κομμάτι είναι όταν μετά από μια σελίδα περιπέτειες, ο Μισοκωλάκης για να γλιτώσει από την Μαριωρή ανέβηκε ψηλά στη στέγη:
“-Μισοκωλά-α-α-ακι, Μισοκωλά-α-α-ακι, δεν κατεβαίνεις να φάμε, που ‘χω όμορφο φαί στο ‘σ’κάλ;
-Και γιατί δεν ανεβαίνεις εσύ εδώ που ‘ναι πιο ωραία, κερά-Μαριωρή;
-Είνταμ’ω’ν’ ανέβω, Μισοκωλάκι, που ‘μαι γριά κι ανήμπορη και μονομάτα;
-Βάλε χίλια-δυό ‘σ’κάλια, το ΄να πάνω στ΄άλλο, και θ΄ανέβεις.
Βάνει η κερα Μαριωρή τα ‘σ΄κάλια, πα’να σκαρφαλώσ’, πάρ΄τηνε χάμω! Πάνε και τα ΄σ΄κάλια εχτός κάνα-δύο, θρύβουλα γενήκανε.
-Πέ’μου, είνταμ’ω’ν’ ανέβω, Μισοκωλάκι, που ‘μαι γρια και άρρωστ’.
-Βάλε χίλια-δυό κουτάλια, το ‘να πάνω στ΄άλλο, και σκαρφάλωσε κερά-Μαριωρή.
Βαν’ η γρουσούζα η Μαριωρή τα κουτάλια,ξαναπέφτ’ και γένεται σουρός-κουβάρ’.
-Είνταμ’ω΄ν΄ανεβώ, Μισοκωλάκι, που ΄μαι γριά κι αδύναμη;
-Βάλε χίλια-δυό μαχαίρια, καλά ακονισμένα, το ‘να πάνω στ΄άλλο κι ανέβα.
Βάν’ η Μαριωρή τα μαχαίρια, πά’νά σκαρφαλώσει, βροντιέται χάμω και την κάνουν τα μαχαίρια λειανά λειανά κομμάτια”
Η Μαριωρή γίνεται χίλια κομμάτια έχοντας περάσει όλα αυτά τα βασανιστήρια που η γιαγιά βλέποντας τα γέλια μας σε κάθε προσπάθειά της να ανέβει στην στέγη, πρόσθετε και μια καινούργια δοκιμασία. Εκτός από τα τσουκάλια, τα κουτάλια και τα μαχαίρια, πρόσθετε και πηρούνια και καρφίτσες, ενώ το μάγκνουμ της ήταν πάντα τα πυρωμένα τούβλα. Όσο πιο σακατεμένη η Μαριωρή τόσο πιο πολύ γυαλίζανε τα μάτια μας στο «ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα».
Άει σιχτήρ, θα βάλω τη γιαγιά να μου το ξαναπεί.-
Δημήτρη και Φραντζέσκα, ευχαριστώ πολύ.