X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχεί για 'MEMORIES' Κατηγορία


MINI ME

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 20, 2007


Έδειχνε χθες τις καταστροφές από τις πλημμύρες σε όλη την Ελλάδα και σε κάθε βίντεο έβλεπες κι ένα πιτσιρίκι τρελαμένο απ΄ την χαρά του. «Οφείλουν να μας αποζημιώσουν όπως έκαναν με τους πυροπαθείς» έλεγε μια γιαγιά ενώ ο μικρός από πίσω έχωνε το ποδήλατο μέσα στις λάσπες κι έκανε σούζες. «Καταστραφήκαμε» έλεγε ένας αγρότης και δύο μικρές παραδίπλα πέταγαν η μια στην άλλη λασπόβομβες. Ο καλύτερος, ήταν ένας φαφούτης πιτσιρικάς που έτρεχε πίσω από τον δημοσιογράφο με το μικρόφωνο και έκανε γκριμάτσες στην κάμερα.

Ήταν αδύνατο να μη παρατηρήσεις πόσο πολύ γαμάτες φαίνονται οι καταστροφές στα παιδιά. Μικρή, παρακαλούσα να ξαναγίνει ένας μεγάλος σεισμός για να πηγαίνουμε ατέλειωτες βόλτες κουκουλωμένοι με κουβέρτες στο αυτοκίνητο, να ανάψουμε μεγάλη φωτιά έξω από το δασάκι και να ζωγραφίσουμε με μαρκαδόρους τα μπεζ αντίσκηνα που μας είχε χαρίσει ο στρατός. Ένας γείτονας είχε ζωγραφίσει τον Εγκέλαδο (ένα χοντρό τέρας με αυτιά ελέφαντα αλλά με πολύ συμπαθητική φάτσα), κάτι αστείους πολιτικούς με μυτόγκες, ενώ σε κάθε αντίσκηνο έγραφε και μια αστεία λεζάντα. Εμείς απλά χρωματίζαμε τα ρούχα των σκίτσων και τα αφτιά του Εγκέλαδου.

Όταν πήγαμε εκδρομή στις Πλαταιές, θα βλέπαμε και το «ρήγμα» που έλεγε η μάνα μου και που σε γενικές γραμμές θεωρούσα ότι επρόκειτο για κάνα λούνα παρκ. Ε, ήταν καλύτερο. Για ώρες πετούσαμε πέτρες μέσα στο ρήγμα που τελικά ήταν μια πολύ μεγάλη σχισμή στην βάση ενός βουνού, βάζοντας στοιχήματα ότι σίγουρα η δική μας πέτρα θα βρει πάτο. Αλλά δεν. Το πιο απίστευτο ήταν ένα σωρό σκαλιά που στέκονταν μόνα τους. Το σπίτι που οδηγούσαν, είχε καταρρεύσει. Κι ένα σωρό άλλα. Τραγικά αν σου τύχουν αλλά για ένα παιδί, είναι ευκαιρία να ζήσει ασυνήθιστα.

Γενικά, οτιδήποτε συνέβαινε που θα σου άλλαζε στο τόσο τις συνήθειές σου ήταν καλοδεχούμενο. Όπως π.χ. να μην κοιμηθείς στο κρεβάτι σου κι ας ήταν έστω σε ένα αμάξι ή ένα αντίσκηνο. Ή να πετύχεις όλη τη γειτονιά γύρω από μια φωτιά να κάνει αστεία μέχρι το ξημέρωμα και κανείς να μην έχει παρατηρήσει ότι είσαι ξύπνια. Ή να μαγειρεύουν όλες οι γειτόνισσες μαζί, σε αυτοσχέδια τρίποδα και να τρως φαγητά από πλαστικά πιάτα που μετά μπορούσες να πετάξεις και που δεν ήσουν υποχρεωμένη να καθαρίσεις κανένα τραπέζι. Το πιο γαμάτο ήταν τα καινούργια σκηνικά παιχνιδιού. Ένα δέντρο που είχε πέσει ήταν το μόνιμο παιχνίδι μας. Έβλεπες πώς ήταν η κορυφή του, έπιανες τις κάμπιες από πάνω του, τις έβγαζες απ΄ το κουκούλι, τις ζούλαγες και με τα πράσινα ζουμιά έβαφες τα νύχια σου. Χώρια που σε βάζανε οι μεγάλοι να κάνεις πράγματα για τα οποία σε άλλες φάσεις έτρωγες της χρονιάς σου, όπως π.χ. να αλωνίσεις το δάσος και να μαζέψεις ξύλα για τη μεγάλη φωτιά.

Ένοιωθα για χρόνια μεγάλες τύψεις για τις καταστροφές που ευχόμουν να έρθουν. Βέβαια, τόνιζα στον καλό θεούλη ότι δεν ήθελα να πάθει κανένας κακό, μόνο αν γινόταν να καταστραφεί κάνα σπίτι για να έχουμε επιτέλους ένα καταφύγιο της προκοπής γιατί το ερείπιο της γειτονιάς το ΄χαμε βαρεθεί, να καεί κάνα αμάξι για να δούμε το μπαμ και οι καταστροφές να κρατήσουν πάνω από μήνα για να γλιτώσουμε το σχολείο και να κοιμόμαστε στα μπεζ αντίσκηνα με τα ζωγραφισμένα αστεία.

Ευτυχώς, δεν μου ΄χαν τύχει ποτέ αληθινές καταστροφές όπως αυτές που παρατηρώ τον τελευταίο καιρό. Αλλά βλέποντας όλα αυτά τα παιδάκια χθες βράδυ, θυμήθηκα αυτό που ενήλικη πια, ντρεπόμουν να παραδεχτώ. Ότι δηλαδή, για αρκετά χρόνια το «Ολοκαύτωμα» που όλοι έτρεμαν με τον τρελό και το δάχτυλο στο κόκκινο κουμπί - που ήταν πολύ της μοδός στα παιδικάτα μου - ήταν το πιο γαμιστερό σενάριο έβερ.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, SILLY | 47 σχόλια »

ΓΙΑΔΕ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 12, 2007

Κάτι μικρά πραγματάκια πάνω στους ανθρώπους που αγαπώ, κάποτε με έκαναν πύραυλο. Κι ενώ το κεκέδισμα του μικρού υποχώρησε νωρίς (κι ευτυχώς από πιο νωρίς μπορούσα κι εγώ να πω το σίγμα) όλα τα υπόλοιπα έμειναν ίδια κι απαράλλαχτα. Με μια διαφορά όμως. Τώρα τα λατρεύω. Άσε που τα προκαλώ κιόλας.

Η μάνα μου, με το παραμικρό χτυπάει τις παλάμες της στα γόνατα και φωνάζει πολλές φορές «αχού το παιδάκι μου»!
Η γιαγιά διακόπτει κάθε είδους συζήτηση, χτυπώντας σε στον ώμο και λέγοντας πολλές φορές το χαρακτηριστικό «γιάδε» μέχρι να γυρίσεις να την κοιτάξεις, ώστε να σε ρωτήσει συνήθως κάτι για τον θρύλο.
Ο μπαμπάς, οτιδήποτε καινούργιο κι αν συμβεί στην ζωή μου, αρχίζει και τελειώνει τις φράσεις του με αλλεπάλληλα «πρόσεχε».
Τέλος, ο μικρός, σε κάθε παρατήρηση που του κάνω είτε για κάτι που φοράει, είτε (συνήθως) για την κοτσίδα του που την αφήνει μες την ψαλίδα, απαντάει στάνταρ «στ΄αρχίδια μου» ενώ όταν του λέω κάτι που έκαναν άλλοι, η απάντηση είναι «στ΄αρχίδια σου».

Όταν πηγαίνω στο πατρικό μου, είναι η καλύτερη του άντρα μου. Κάθεται και χαζεύει τα χούγια της οικογένειας και γελάει σα βλαμμένο.

Ένας χαρακτηριστικός διάλογος, πάει κάπως έτσι:

Μαμά: Τί κάνετε παιδάκια μου; Είστε καλά;
Εγώ: Τα ίδια ρε μαμά. Άσε, χάλασε πάλι το πλυντήριο και μέχρι να ΄ρθει ο τεχνικός θα κοψομεσιαστώ να τα πλένω στο χέρι.
Αδελφός: Στ΄αρχίδια σου.
Γιαγιά: Γιάδε… γιάδε…
Μαμά: Αχού το παιδάκι μου!
Μπαμπάς: Πρόσεχε. Αυτοί οι τεχνικοί είναι λέρες.
Γιαγιά: Γιάδε… γιάδε…
Μαμά: Κάτσε βρε μαμά, τί θες; Αφού μιλάμε!
Γιαγιά: Ο Ολυμπιακός πότε παίζει γιε μου;
Σύζυγος: Την Κυριακή.
Μαμά: Πες ρε παιδί μου κι εσύ τίποτε στον αδελφό σου να την δώσει τη μηχανή. Τρώει τόσο κρύο, θα αρπάξει καμιά πούντα!
Εγώ: Ναι βρε ηλίθιο. Καλά λέει η μαμά! Το κορίτσι σου δεν το σκέφτεσαι;
Γιαγιά: Γιάδε…
Αδελφός: Στ΄αρχίδια μου.
Μπαμπάς: Μικρέ, θα τις φας, πρόσεχε!
Μαμά: Αχού το παιδάκι μου!
Γιαγιά: Γιάδε…
Μαμά: Έλα βρε μάνα. Τί ΄ναι πάλι;
Γιαγιά: Θα κερδίσουμε.
Σύζυγος: Άσε μη το γρουσουζέψουμε.
Γιαγιά: Γιάδε…
Μαμά: Τί λες βρε μάνα;
Γιαγιά: Για την Κυριακή λέω. Θα τους σκίσουμε τους κουρέλες.
Αδελφός: Στ΄αρχίδια μας.
Μπαμπάς: Ας προσέχαμε.

λοβ διζ γκάιζ! :D

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, MEMORIES | 39 σχόλια »

Ο ΜΙΣΟΚΩΛΑΚΗΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 12, 2007


Όταν με ρωτούσαν μικρή ποιό είναι το αγαπημένο μου παραμύθι, έλεγα καμιά Σταχτομπούτα, τίποτα Χιονάτες και γενικά ό,τι μέινστριμ και πολίτικαλ κορέκτ ήταν στην μόδα, γιατί το αγαπημένο μου παραμύθι δεν μπορούσα να το ξεστομίσω. Δηλαδή, μια χαρά μπορούσα αλλά μετά τις πρώτες χαστούκες ή τα κοροιδευτικά γέλια, αποφάσισα ότι ο εγκέφαλος της γιαγιάς ήταν πολύ διεστραμμένος για να εφεύρει τον «Μισοκωλάκη» και να με κάνει ρεζίλι όπου βρεθώ κι όπου σταθώ.

Αφού το είχα ακούσει εκατοντάδες φορές σε ό,τι παραλλαγή και με όση σάλτσα μπορείτε να φανταστείτε είπα, δεσποινίδα πια, να το αφήσω πίσω μου για πάντα. Τα παιδικά μας χρόνια πρέπει να είναι γεμάτα ζαχαρένιες, συννεφένιες αναμνήσεις και να συνδέονται με παραμύθια γεμάτα βασιλοπούλες, κακιές μάγισσες, καλές νεράιδες και όχι… κώλους. Πέρασαν τα χρόνια και το ξέχασα.

Λίγο καιρό πριν ένα φιλαράκι ανέβασε μια συνέντευξή του στο μπλογκάκι του και εκεί που λέω α, την ψωνάρα για να δούμε τί είπε να κουτσομπολέψουμε μετά, διαβάζω αυτό:


“Ποιον είχατε πρότυπο όταν είσαστε παιδί;
Το Μισοκωλάκι, ο ήρωας ενός μυκονιάτικου παραμυθιού”


Έμεινα Κάγκελο!!! Ο Μισοκωλάκης ήταν κατάδικός μου, απόρροια του διεστραμμένου μυαλού της γιαγιάς μου… ή μήπως όχι; Ένοιωσα τόσο πολύ χαρούμενη για τον φίλο μου, πρώτα πρώτα για το θάρρος του να πει την απαγορευμένη λέξη του παραμυθιού – ταμπού και δεύτερον θα το ξανάκουγα που το ΄χα μισοξεχάσει! Του ‘γραψα ένα ξετρελαμένο σχόλιο και περίμενα να μου γράψει το παραμύθι. Περίμενα… περίμενα….

Και μου ΄στειλε ένα τούβλο. Πέταξα απ΄τη χαρά μου! Ένα χορταστικότατο βιβλίο ΝΑ! με δυό cd παρακαλώ, γεμάτο παραμύθια, όλα ανθρώπινα, γήινα και ικανοποιητικά σπλάτερ. Ονομάζεται «Λουδοβίκου Ρουσέλ - Παραμύθια της Μυκόνου» που το έχει επιμεληθεί ο Παναγιώτης Κουσαθανάς από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Έχει μέσα δύο ολόκληρες βέρσιον του Μισοκωλάκη μου κι ένα σωρό άλλα πανέμορφα παραμύθια στην Μυκονιάτη διάλεκτο (έχει και γλωσσάρι) καθώς και όλη την ιστορία του φιλέλληνα Γάλλου Ρουσέλ που τα συγκέντρωσε και τα διέσωσε όταν είχε επισκεφτεί τη Μύκονο, για να βρεθούν τώρα στα χέρια μου με την επιμέλεια και σημειώσεις του Παναγιώτη Κουσαθανά.

Ξεκινώντας να διαβάζω το βιβλίο, η απορία μου παρέμενε όμως. Αν η γιαγιά μου, που ήταν απ΄τη Σύρο ήξερε τον Μισοκωλάκη, πώς γίνεται να είναι «Μυκονιάτικο Παραμύθι»; Ε, λοιπόν η εξήγηση είναι απλή. Τα παλιά τα χρόνια, μιλάμε πολύ πριν τις τηλεοράσεις, υπήρχαν κάτι τύποι που γύριζαν από τόπο σε τόπο λέγοντας παραμύθια και κερδίζοντας έτσι τα προς το ζην. Κάπως έτσι διαδίδονταν και περνούσαν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, χωρίς λογοκρισία και επιρροές από παραμύθια άλλων χωρών, φτάνοντας έτσι από κάποιους παραμυθάδες στην Σύρο στ΄αφτιά της γιαγιάς μου και μετά σ΄εμένα.

Το παραμύθι μου είναι τελικά παμπάλαιο και ταξίδεψε πολύ για να το αφήσω να ξεχαστεί λοιπόν. Πάρτε μια ιδέα, στην αυθεντική διάλεκτο φυσικά:

“Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά κι ένας γέρος. Η γριά ήτανε πολύ τεμπέλα κι ούλη μέρα ήκου’ες από τ’ς δύο το ίδιο βιολί:
-Σκούπισε, γέρο.
-Σκούπισε, γριά.
Κι αλέστα τα ίδια:
-Σκούπισε γέρο.
-Σκούπισε, γριά.
Μια μέρα, εκεί που εσκούπιζεν ο γέρος βρίσκει ένα μπενταράκι. Η γριά εζηλέψενε και την άλλη μέρα πιάνει το φρόκαλο για να σκουπίσ’ και βρίσκει ένα εικοσαράκι.
-Τί να πάρομε γέρο, με τα λεφτά που βρήκαμε;
-Αν πάρομε, γριά μου, λαχανάκια, θα ρίξομε τα φυλλαράκια. Αν πάρομε ψαράκια, θα ρίξομε τα κοκκαλάκια. Αν πάρομε αχινουδάκια, θα ρίξομε τα αγκαθάκια. Αν πάρομε φυστικάκια, θα πετάξομε τα μισά. Εγώ λέου, γριά, ν’αγοράσομε κουκκάκια.
-Καλά τα λες γέρο.
Πά’ η γριά, αγοράζ’ εφτά κουκκάκια. Την ώρα που τα ‘χενε και τα ξεφ’τίλεζενε στο νταβά, λέει του γέρου:
-Ε, και να ‘χαμε, γέρο μου, τόσα παιδάκια όσα κουκκάκια έχει ο νταβάς!
Δεν προφταίνει να τα πει και, να, και παρουσιάζονται μπροστά τωνε έξε παιδάκια σαν τα κρύα νερά, και μαζί κι ένα Μισοκωλάκι. Το Μισοκωλάκι ήτανε το στερνό μισό κουκκάκι που ξεφ’τίλιζεν’ η γριά.”

Το παραμύθι συνεχίζει με τη Μαριωρή που ήθελε με λίγα λόγια να πηδήξει τον Μισοκωλάκι κι αυτό είναι κάτι που κατάλαβα τώρα (η γιαγιά έλεγε «κουτουπώσει» κι εγώ νόμιζα ότι θα τον πλάκωνε στις μάπες) και το αγαπημένο μου κομμάτι είναι όταν μετά από μια σελίδα περιπέτειες, ο Μισοκωλάκης για να γλιτώσει από την Μαριωρή ανέβηκε ψηλά στη στέγη:

“-Μισοκωλά-α-α-ακι, Μισοκωλά-α-α-ακι, δεν κατεβαίνεις να φάμε, που ‘χω όμορφο φαί στο ‘σ’κάλ;
-Και γιατί δεν ανεβαίνεις εσύ εδώ που ‘ναι πιο ωραία, κερά-Μαριωρή;
-Είνταμ’ω’ν’ ανέβω, Μισοκωλάκι, που ‘μαι γριά κι ανήμπορη και μονομάτα;
-Βάλε χίλια-δυό ‘σ’κάλια, το ΄να πάνω στ΄άλλο, και θ΄ανέβεις.
Βάνει η κερα Μαριωρή τα ‘σ΄κάλια, πα’να σκαρφαλώσ’, πάρ΄τηνε χάμω! Πάνε και τα ΄σ΄κάλια εχτός κάνα-δύο, θρύβουλα γενήκανε.

-Πέ’μου, είνταμ’ω’ν’ ανέβω, Μισοκωλάκι, που ‘μαι γρια και άρρωστ’.
-Βάλε χίλια-δυό κουτάλια, το ‘να πάνω στ΄άλλο, και σκαρφάλωσε κερά-Μαριωρή.
Βαν’ η γρουσούζα η Μαριωρή τα κουτάλια,ξαναπέφτ’ και γένεται σουρός-κουβάρ’.
-Είνταμ’ω΄ν΄ανεβώ, Μισοκωλάκι, που ΄μαι γριά κι αδύναμη;
-Βάλε χίλια-δυό μαχαίρια, καλά ακονισμένα, το ‘να πάνω στ΄άλλο κι ανέβα.
Βάν’ η Μαριωρή τα μαχαίρια, πά’νά σκαρφαλώσει, βροντιέται χάμω και την κάνουν τα μαχαίρια λειανά λειανά κομμάτια”

Η Μαριωρή γίνεται χίλια κομμάτια έχοντας περάσει όλα αυτά τα βασανιστήρια που η γιαγιά βλέποντας τα γέλια μας σε κάθε προσπάθειά της να ανέβει στην στέγη, πρόσθετε και μια καινούργια δοκιμασία. Εκτός από τα τσουκάλια, τα κουτάλια και τα μαχαίρια, πρόσθετε και πηρούνια και καρφίτσες, ενώ το μάγκνουμ της ήταν πάντα τα πυρωμένα τούβλα. Όσο πιο σακατεμένη η Μαριωρή τόσο πιο πολύ γυαλίζανε τα μάτια μας στο «ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα».

Άει σιχτήρ, θα βάλω τη γιαγιά να μου το ξαναπεί.-

Δημήτρη και Φραντζέσκα, ευχαριστώ πολύ.  :)

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, METABLOGGING | 28 σχόλια »

RAM 89

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 5, 2007


Εκεί πίσω στο βρώμικο (κυριολεκτικά) 89, τα πράγματα ήταν πολύ σκούρα άμα ήσουν μαθήτρια και πήγαινες στο Λύκειο της γειτονιάς μου, γιατί δε φτάνει που πηγαίνανε και σε χώνανε με το ζόρι μέσα σ΄ένα τσιμεντένιο κτίριο να περάσεις τα πιο γαμιστερά σου χρόνια, είχανε πάει τα τζιμάνια και το είχανε χτίσει δίπλα σε κήπο με ανοιχτό θέατρο. Άντε να στρώσεις κώλο μέσα μετά. Καθόσουν στο θρανίο, κόλλαγες στις παραθυράρες και περίμενες πότε θα έρθει η ώρα της τρελής (που λιμάριζε τα νύχια της κι έτρωγε μανιωδώς σοκολατάκια γιατί «έχω περίοδο και χώρισααααααα», διαβάζοντας πάντα Άρλεκιν) για να δραπετεύσεις.

Μόλις έφτανε η ώρα της, τσούλαγες σιγά σιγά απ΄την καρέκλα δήθεν ανέμελα, είχες φροντίσει η υπόλοιπη παρέα να κάθεται κοντά στον τοίχο, τσούλαγες, τσούλαγες, έπεφτες στα γόνατα και μπουσούλαγες στα τέσσερα πίσω απ΄τους άλλους μέχρι την ανοιχτή πόρτα ακριβώς μπροστά απ΄την έδρα και κάτω απ΄τα σοκολατάκια της περιοδεύουσας. Τον Χ. τον βάζαμε τελευταίο γιατί ήταν βρωμίκουλας και μια φορά η Α. δεν άντεξε και ακριβώς κάτω απ΄την έδρα άρχισε να τον φαπακιάζει που βρήκε την ώρα ο μαλάκας κι αυτός να την κλάσει. Ήταν η μοναδική φορά που μας πήρε πρέφα η τρελή. Μπάφιασε η τάξη με τον βρωμόκωλο. Τρεις μέρες αποβολή όλη η σειρά.

Βγαίναμε συνήθως απ΄το σχολείο τοίχο τοίχο, μη μας πάρει χαμπάρι ο επιστάτης και τρέχαμε βουρ για την πόρτα του κήπου απέναντι μη μας δουν οι γείτονες γιατί ήταν κάτι καρφάρες κι αυτοί, (παναγίτσα μου πώς κάνανε έτσι άμα βλέπανε ξέμπαρκο πιτσιρίκι ή εξωσχολικό με μηχανάρα – ειδικά τα θεότεκνα γαμώτο). Όταν φτάναμε στον κήπο παίρναμε την πρώτη βαθιά ανάσα και ψάχναμε για συνένοχους. Άμα είχες ένα ελικόπτερο και κοίταγες τον κήπο από πάνω, θα έβλεπες τούφες τούφες γιαγιάδες με παιδάκια, καμιά μικρότερη τουφίτσα ζευγαράκια και κάτι τουφάρες ΝΑ! εμείς. Μαζεμένοι όλοι για παντομίμα.

Βρίσκαμε τίτλους από κάτι γαμιστερές τσόντες και αφού πείθαμε ότι υπάρχουν και παραυπάρχουν και δεν είναι της φαντασίας μας, βάζαμε την άλλη ομάδα να κάτσει να τους κάνει παντομίμα. Η άλλη ομάδα ήταν πολύ σπασαρχίδικια. Των κουλτουριαρέων. Μας είχαν πρήξει με κάτι «αβάσταχτες ελαφρόπετρες του είναι» και άλλα που δεν τα ΄χαμε ξαναματακούσει αλλά σιγά μη τους το λέγαμε. Η παντομίμα σύντομα πήρε μορφή μανίας. Οι ομάδες έγιναν γιγάντιες και τα απογεύματα αλωνίζαμε τα βίντεο κλαμπ μπας και βρούμε κάναν καλό τίτλο. Και οι κοπάνες, σύννεφο. Όλα αυτά, μέχρι τη μέρα που παίρναμε ελέγχους και ανακάλυψε η μάνα μου τις απουσίες. Και δε φτάνει αυτό αλλά είχα πατώσει και στα μαθήματα. Μόνο η τρελή μου είχε γαμάτο βαθμό, κι αυτό γιατί το επίθετό μου ήταν διάσημο στο σχολείο λόγω της αδελφής μου που ήταν φύτουκλας ξακουστός. Βουτάω τη μάνα μου και την πάω στην τρελή.

Με βλέπει αυτή ξαφνιασμένη λες και δεν με είχε ξαναδεί. Τι κάνετε κυρία της λέω και κοτσάρω και δίπλα ολοστρόγγυλο το επίθετό μου. Αγκαλιές, φιλιά, συγχαρητήρια αυτή στη μαμά μου και μια ωραιότατη ανάλυση για το πόσο καλή είμαι στα μαθηματικά. Αχαχαχαχχχχ. Οκ, δεν φάνηκε, από μέσα μου γέλασα. Με κοιτάει η μάνα μου με μισό μάτι καθώς ως γνωστόν, ποιος θα με ήξερε καλύτερα από τη μάνα μου και περνάει κατευθείαν στο ψητό. Πώς βρέθηκαν όλες αυτές οι απουσίες; Ο βρωμόκωλος με έσωσε.

Πιάνω την τρελή και της θυμίζω την τριήμερη αποβολή που σιγά μην είχα εγώ εμπλοκή, που όλα τα έκαναν οι κακοί μαθητές, που θα ΄πρεπε να μένουν στον τόπο και όχι να εμποδίζουν εμάς που διψάμε για μάθηση κ.α. Άστραψε από τη χαρά της αυτή. Έβγαλε το κλασσικό λογίδριο για τους «αλήτες» και τα «πορνίδια» που συμπαρασύρουν τους «καλούς μαθητές» και καθησύχασε τη μάνα μου ότι οι απουσίες ήταν αναγκαστικές για όλα τα θρανία της ακριανής σειράς. Μετά της θύμισα ότι τις τρεις αυτές μέρες πήγαινα κανονικά στο σχολείο που δεν θυμάστε κυρία που ερχόμουν για παράδοση στο β2 για να μην χάσω την ύλη; Ναι, λέει αυτή. Ουφ. Χεχε. Ο ρατσισμός απέναντι στους κακούς μαθητές με έσωσε για άλλη μια φορά.

Τέτοια θυμάμαι από το σχολείο. Από το βιβλίο ιστορίας ούτε το εξώφυλλο δεν θυμάμαι και σημειωτέον μιλάμε για Λύκειο και όχι για δημοτικό. Ψέμματα, θυμάμαι τον Σμιθ και τον Καντ αλλά παίζει αυτοί να ήταν στην κοινωνιολογία. Θυμάμαι επίσης ότι το ’89 τα ‘φτιαξα με το κολλητάκι μου. Α, κι ένα πράσινο βιβλίο του Έκο που ήταν προαιρετικό που τσακίστηκαν να μου το αγοράσουν και έλιωσα στα γέλια μόλις διάβασα την πρώτη σελίδα γιατί θα ήταν γαμάτοι οι ορισμοί του για παντομίμα.

Συμπέρασμα:  τυπώστε ό,τι βιβλίο γουστάρετε, μαλλιοτραβηχτείτε, και γενικά φαγωθείτε όσο θέλετε να μας πείσετε ότι έτσι θα μείνει κάτι παραπάνω στα παιδιά. Θέλω να πω ότι η μνήμη ενός εφήβου έχει συγκεκριμένη χωρητικότητα και αυτοματοποιημένους τρόπους ανάκλησης πληροφοριών που συνήθως χρειάζεσαι τα κατάλληλα ερεθίσματα για να τις επαναφέρεις ή τουλάχιστον περισσότερο ενδιαφέρουσες πληροφορίες (όπως θα τα ΄λεγε και ο Έκο στο πράσινο βλιβλίο).

Σε απλά ελληνικά, τόσα χρόνια, παρατήρησα πως έχω αναγκαστεί πολύ περισσότερες φορές να ανακαλέσω από τη μνήμη μου τον κώλο του Χ. για παράδειγμα, παρά οποιοδήποτε άλλο σημαντικό ιστορικό περιστατικό. :D

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, PHILOSOPHY, SILLY, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 39 σχόλια »

ΣΟΥΤΙΕΝ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 12, 2007


Ήταν πολύ μπερδεμένα τα πράγματα τότε. Μια κλωτσιά στο καλάμι και πουφ! Οι προσπάθειες εβδομάδων να δείχνεις γυναικωτή, στράφι. Ήταν τόσο πολύ δύσκολο το πέρασμα από το «σαμιαμίδι» στο «σωστή κοπέλα» που αρκούσε μία μόνο κίνηση και ξαφνικά, στα κεφάλια όλων των υποφηφίων γαμπρών, γκρεμιζόταν η… υποψηφιότητά σου για γκομενίτσα.

Μεγάλη μαλακία αυτό. Γιατί αν θέλανε να το πάρουμε λογικά, τί πιο γκομενέ απ΄το να βαράς γαμάουα σουτ, να τρέχεις σαν κατσίκι, να καρουμπαλιάζεις τους άλλους υποψήφιους γαμπρούς και να ξέρεις κι από σφεντόνα. Αλλά τα ΄χουμε ξαναπεί, στερεότυπα και πάλι στερεότυπα. Έτσι λοιπόν, η ηλικία του Γυμνασίου πια, οι ορμόνες, η άτιμη κοινωνία και ένα καλό γκομενάκι απ΄την Τρίτη, πρόσταζαν μεταμόρφωση. Φούστες και δη κοντές όχι μόνο την Κυριακή. Λουστρίνια τριμμένα με πατάτα στη σόλα για να τρως λιγότερες σούπες, καλτσόν αλλά χωρίς να ξύνεσαι…

…και σουτιέν. Νούμερο… μηδέν. Ναι, υπάρχει τέτοιο. Και μάλιστα έβγαινε μόνο σε ροζ. Αφού ήξεραν οι άνθρωποι ότι με άβυζα είχαν να κάνουν, σου λέει μην τα κάνουμε και πολύ χάρντκορ. Ίσα δυό ραντάκια και μια φάσα τούλι. Έλα μου όμως που αν δεν είχες ξαναβάλει τέτοιο, ένοιωθες λες και φόραγες αλεξίπτωτο. Νόμιζες ότι στην παραμικρή κίνηση, θα ξεκουμπωθεί το λουράκι, θα ανοίξει και θα πεταχτείς στον αέρα σαν τον Αστυνόμο Σαίνη (εμπρός λοιπόν καλό μου σουτιέεεεεν).

Περπατούσες προσεκτικά έτσι φασκιωμένη και φυσικά φορούσες λαιμόκοψη να φαίνεται το λουράκι. Άλλωστε ποιός ο λόγος να δεθείς στα καλά καθούμενα αν δεν το παρατηρούσαν οι παραλίγο Άντρες του σχολείου! Το ότι δεν είχες βυζί δεν είχε σημασία φυσικά. Σημασία είχε ότι είχες φτάσει στην σωστή ηλικία να κάτσεις να σκεφτείς να το βάλεις σε θήκη (το όποιο, τέλος πάντων). Γι΄αυτούς μόνο τότε το μυαλό σου είχε ωριμάσει. Το απέξω σου που δεν είχε ωριμάσει δεν μέτραγε. Άλλωστε αργότερα έμαθα ότι αυτά τα πράγματα τελικά, ξεκινούν πάντα απ΄το μυαλό.

Ξαφνικά άρχισα να κάνω λίγη παρέα με τα μικρομέγαλα της τάξης. Τις πιο ξεπεταγμένες. Εκείνες που στα διαλείματα συζητούσαν για τα σουτιέν τους, σήκωναν κρυφά τις μπλούζες (αλλά όχι και πάρα πολύ κρυφά) να δείξουν τα δικά τους που είχαν και δαντέλα ενώ επέμεναν να φοράς σερβιέτα «Ντάλια» γιατί «φαίνεται». Μπλιάχ! Αλλά είπαμε, έπρεπε να κάνουμε μπαμ από μακριά ότι μεγαλώσαμε, ακόμα κι αν τις δύσκολες μέρες περπατούσαμε σαν πάπιες με τις «Ντάλιες» μας.

Η παρέα μαζί τους, μου έμαθε πολλά. Όχι ότι τις συμπαθούσα, αλλά έπρεπε κάπως να μυηθώ κι εγώ στον αστραφτερό κόσμο της Γυναίκας. Άλλες εύκαιρες δεν είχα να μου τα μάθουν, η γιαγιά τα ΄λεγε μασημένα, η μαμά δεν τα ΄λεγε (και σ΄έχωνε κιόλας και τιμωρία), η αδελφή μου ήξερε λιγότερα, η προχώ μαμά μιας φίλης όλο έλεγε «ό,τι κι αν κάνετε να ΄χετε πάντα δεμένο το βρακί» (και το δικό μου ήταν πάντα πολύ στενό να το δέσω – άσε που δεν πολυπίστευα σε χαζοπρολήψεις) ενώ οι κολλητές που είχαν μείνει στις σφεντόνες, επέμεναν να δοκιμάσουμε το σουτιέν μου «γιατί θα ρίχνει σίγουρα πάνω από πέντε μέτρα». Πφφφ παιδιά ακόμη!

Η καινούργια μου παρέα άρχισε κανονικότατα τα μαθήματα. Πώς περπατάς (αυτό το πέτυχα μάλλον γιατί ήμουν το μόνο γυμνασιοκόριτσο με λουμπάγκα), πώς μιλάς στ΄αγόρια (με μια λέξη: σανηλίθια), τί λες άμα σε καλέσουν σε πάρτι (ναι.- αλλά διστακτικά), τί σημαίνει «τα φτιάχνουμε» (σου κάνει δώρα ο γκόμενος κιεσύταπαίρνεις) και το σημαντικότερο, πώς φιλάς Σαν Γυναίκα (με τη γλώσσα να κάνει τραμπάλα), Οκ, λοιπόν, είχα όλα τα απαραίτητα εφόδια. Ο γκόμενος έλειπε. Όοοοχι επέμεναν οι άλλες. Έχει κι άλλο μάθημα: Τί κάνεις άμα σου πιάσει το βυζί;;;

Ααααα όλα κι όλα! Εκεί επαναστάτησα. Δε φτάνει που κοψομεσιάστηκα, που σαβουριαζόμουν κάθε τρεις και λίγο με τα κωλοπάπουτσα της εκκλησίας, που δεν έλεγα πια Ρε-Μπίχλα αλλά Μωρό μου στον κάθε Μπίχλα, που έτρεχα δεξιά αριστερά σε πάρτια και δε με χόρευε κανείς ενώ απαγορευόταν λέει να χορεύω μόνη μου, που θα έπρεπε να κάνω λούνα παρκ τη γλώσσα μου άμα κάποιος μου «τα έφτιαχνε» και μου χάριζε κάνα σαβουροαρκουδάκι, θα καθόμουν αποπάνω να μου πιάσει ΚΑΙ το βυζί;

Αυτό λοιπόν που διαπίστωσα αμέσως μετά, είναι πως τα σουτιέν νούμερο μηδέν σφεντονάνε στα οχτώ μέτρα ακριβώς. Καρατσεκαρισμένο. :D

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, SILLY | 42 σχόλια »

Η ΑΛΛΗ MYKONOS

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούλιος 3, 2007


Όταν ακούς lifestyle, αν είσαι περίπου η φτιαξιά μου, τρέχεις μακριά. Δεν έχεις κότερο, ενώ πολλές φορές δεν είσαι σίγουρη ότι μπορείς να παραμείνεις σοβαρή βλέποντας ένα κανονικότατο τσίρκο να περνάει καμαρωτό από μπροστά σου. Απ΄αυτά τα τσίρκα, που πληρώνεις πανάκριβα για να τα δεις, το θέαμα είναι μοναδικά αστείο αλλά παραδόξως πρέπει να μην ακουστεί το γέλιο σου.

[Άλλες κάνουν bottox και γελάνε χωρίς να προδοθούν, άλλες μαζεύουν τα γέλια χρόνων, κάνουν ένα lifting και μετά γελάει η φάτσα τους μέχρι θανάτου ενώ άλλες γελάνε... επιτόπου και πολύ. Οι τελευταίες, δεν είναι ευπρόσδεκτες σ΄αυτό το τσίρκο. Ή μάλλον το αποφεύγουν ]

Αυτή τη φορά, είπα το μεγάλο «ναι». Δυό μερούλες όλες κι όλες λέω, θα κάνω την καρδιά μου πέτρα και θα πάω στη… Μύκονο (προσοχή στις μούτζες, τυφλώνουν λέει η γιαγιά μου).
Ήθελα όμως. Είχα κάτι ψυχούλες να γνωρίσω, ήταν και αυτή η ρημάδα η περιέργεια. Όλα όσα είχα ακούσει ως τότε, περιελάμβαναν γκλάμουρ, δόξες, όργια και βαβούρα. Είπα οκ, ένα μπανάκι θα το κάνω, ένα χρυσό πέδιλο κάπου θα το ξεχώσω, κάτι αγκαλίτσες θα τις δώσω, στα όργια θα πω ένα «όχι, ευχαριστώ» και σιγά το πράμα.

Έχω να πω πολλά για τη Μύκονο. Είναι όντως ένα εκθαμβωτικό νησί αλλά δεν γυαλίζει από γκλάμουρ και διαμάντια. Γυαλίζει μέσα από την φοβερή φυσική ομορφιά της που σχεδόν κανείς ποτέ δεν αναφέρεται, παρεκτός κι αν έχει μπακγκράουντ τον κώλο καμιάς Ατζολίνας (ή πώς την λένε αυτή που κάνει συλλογή βρεφών).

Οι άνθρωποί της, είναι όπως κι εμείς. Δυό πόδια, δυό χέρια, μια καρδιά ΝΑ και προπάντως φιλόξενοι και απλοί. Ναι, απλοί. Έχουν φάει όλο το lifestyle στη μάπα και προσπαθούν να επιβιώσουν στον τόπο τους. Δεν είναι όλοι οι ντόπιοι κροίσοι, ξέρετε. Υπάρχουν και οι σκέτοι Μυκονιάτες – μετανάστες ή μη - που αναγκάζονται χρόνια τώρα, να πληρώνουν εμφιαλωμένα νερά, ενώ οι βιλάρες από δίπλα ξοδεύουν το λιγοστό νερό τους για πισίνες (πετώντας το μετά στα χωράφια που ψοφάνε απ΄το χλώριο).

Υπάρχουν εκείνοι που προτιμούν να καμαρώνουν έναν κήπο κι ένα αμπέλι τόσο δα, παρά να επιβαρύνουν κι άλλο το νησί με μόστρες και πισίνες. Υπάρχουν οι Μυκονιάτες που αναγκάζονται να πληρώνουν τριπλά και τετραπλά μια βόλτα στο σούπερ μάρκετ ενώ υπομένουν σιωπηλοί όλη αυτή τη βαβούρα που δεν σταματά πριν τις τέσσερις το πρωί. Είναι εκείνοι που κοιτούν απορημένοι την παραλία τους να τεμαχίζεται και ξαφνικά να χρειάζεται να πληρώσουν αδρά για ένα μπάνιο. Ή εκείνοι που νοιώθουν παράταιροι σε τόσο lifestyle και προτιμούν να γεμίζουν λεκανάκια θαλασσινό νερό για να βουτήξουν τον φλεβίτη, κρυμένοι στο σπίτι.

Ξυπνήσαμε στις έξι να προλάβουμε το πλοίο και στο Κάτω Λιβάδι δυό παιδιά έπλεναν τα χλιδάτα μαγαζιά. Μια κυρία καθάριζε την άμμο, εκεί που σε λίγες ώρες θα ξάπλωναν οι προνομιούχοι των διάσημων ξαπλωτών καθισμάτων, των 3,000 ευρώ τη σεζόν. Οι σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι είναι αόρατοι στη Μύκονο τη μέρα. Λες και μερικές ώρες μετά, ανατέλλει ένας τεράστιος κώλος και τα σκεπάζει όλα. Δεν βλέπεις τίποτε γύρω σου πέρα από σφιχτά κορμιά και πόρσε.

…όλα αυτά φυσικά, αν πας εκεί που όλοι κάνουν ΟΥΑΟΥ! Γιατί υπάρχουν και μέρη που δεν σου βγαίνει άχνα απ΄το δέος. Κάτι σπίτια ψαράδων κρυμμένα στα βράχια, κάτι μικρές παραλίες με κανονικές οικογένειες και ταπεράκια, εκεί που γελάς με την καρδιά σου και παίζεις με την άμμο χωρίς να φοβάσαι μη φανεί η ετικέτα του μαγιό.

Υπάρχουν βίλες αληθινές, δυό δωματιάκια όλες κι όλες, που θα φας τα νοστιμότερα εδέσματα, που μια ζωή δεν θα σε έφτανε να πληρώσεις. Μικρά παιδιά που θα σου ετοιμάσουν το καλύτερο γλυκό - τέτοιο γλυκό δεν έχεις ματαφάει, γλυκαίνει από μόνο του πριν καν το αγγίξει τέτοιο ταλέντο.

Τριγύρω σου, γεμάτο ζωγραφιές, σάλτα και παιχνίδια, η πανσέληνος πιο πορτοκαλιά από ποτέ, βγαίνει απ΄τον βράχο τρία μέτρα λες πιο πέρα και μπροστά σου μόνο φίλοι κι αγκαλιές από οικογένειες που απορείς πώς έβαλαν τρικλοποδιές σε τόσο lifestyle και γελούν όταν το νοιώθουν στ΄αλήθεια.

Ήταν ένα αξέχαστο ταξίδι, που τελείωσε με μία πανέμορφη πρωινή ξενάγηση. Λίγες ώρες μετά στο γραφείο, ακόμη ταξίδευα σ΄εκείνα τα βράχια με το πράσινο αναπαλαιωμένο Μυκοκονιάτικο καραβάκι. Πήγα σε μέρη που δεν προτιμά κανείς άλλος, πέρα από τους ανθρώπους που αγαπούν στ΄αλήθεια την Μύκονο, γιατί είναι ο τόπος τους, με όλα όσα περιλαμβάνει αυτό, χωρίς τα αστραφτερά ανταλλάγματα που συνήθως υπόσχονται τα περιοδικά.

Έχουν άλλωστε πολύ καλύτερα πράγματα να χαρούν και άλλα τόσα να σου εξιστορήσουν, που είναι αποκάλυψη σκέτη να μαθαίνεις τους σληθινά σημαντικούς λόγους για να αγαπήσεις αυτό το νησί.

(αφιερωμένο στην πιο όμορφη και αγκαλιαστή Μυκονιάτικη οικογένεια)

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, MEMORIES | 40 σχόλια »

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ: GTPK

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Μάιος 22, 2007


Λογικά αν είσαι γύρω στα 17 αυτή την εποχή, την πούτσισες. Πρέπει να ξημεροβραδιάζεσαι πάνω από ηλίθια και παράλογα βιβλία, - πράγμα που θα έπρεπε να το είχες ήδη κάνει εδώ και μια ολόκληρη σχολική χρονιά αλλά ναι, υπάρχουν πολύ καλύτερα πράγματα να κάνεις στα 17 σου, ή μάλλον υπάρχει τουλάχιστον ένα καλύτερο πράγμα να κάνεις στα 17 σου, αντί να τρέχεις σε χαζοεξετάσεις.

Κι άμα τα καταφέρνεις στους βαθμούς, τζετ. Αν όμως είσαι τόσο σκράπας όσο ήμουν εγώ, πιθανόν αυτή να είναι η χειρότερη περίοδος της ζωής σου. Να πρέπει να αποστηθίσεις ό,τι προλαβαίνεις μέχρι τις εξετάσεις, να ξέρεις ότι θα αποτύχεις σιγουρότατα και να μην έχεις την παραμικρή ιδέα τί στο διάολο «θα γίνεις όταν μεγαλώσεις… oops λάθος, τί θα γίνεις ακριβώς ΤΩΡΑ».

Ακόμα χειρότερα; Να ξέρεις επακριβώς τί θέλεις να γίνεις αλλά να μην υπάρχει καμία περίπτωση στον κόσμο να συγκεντρώσεις ποτέ τα κωλομόρια ή να είναι πολύ ακριβές σπουδές για να πας σε ιδιωτικό. Κι εσύ να μην θέλεις τίποτε άλλο να σπουδάσεις αλλά για τα μάτια του κόσμου (οκ, και των γονιών σου) να πρέπει να συνεχίσεις να ρημαδοδιαβάζεις, να τρως όλες αυτές τις δυναμωτικές μαλακίες που σε μπουκώνει η μάνα σου, να μην επιτρέπεται να λιώσεις στο σεξάκι που μόλις ανακάλυψες (νταξ άργησες σε σχέση με τ΄αγόρια, αλλά βρήκες κι εσύ την εποχή να ανακαλύψεις ένα από τα σημαντικότερα πράγματα της ενήλικης ζωής σου), να πρέπει να αποστηθίσεις κεφάλαια ηλιθιότητας που δεν καταλαβαίνεις ή αρνείσαι να καταλάβεις και κάπου γύρω στο Σεπτέμβριο να πάρεις «καινούργιες αποφάσεις» για όλη σου τη ζωή. Τουτέστιν, είτε να ξαναδώσεις Πανελλήνιες ή να πιάσεις καμιά κωλοδουλειά για να πληρώσεις την ιδιωτική σχολή ή να πιάσεις καμιά κωλοδουλειά πίριοντ. Παλιοκατάσταση.

Επειδή λοιπόν η φάση είναι δώρο - άδωρο και επειδή δεν πρόκειται να ζήσεις δεύτερη φορά (τα ΄παμε, τα ξαναλέμε, όταν πεθάνεις - που θα πεθάνεις - θα σε φάνε τα σκουλήκια) κι επειδή έχω σκυλομετανιώσει για άπειρα θεματάκια - και θα το λέω και θα το φωνάζω, δεν είναι ντροπή να μετανιώνεις - αν μπορούσα να γυρίσω πίσω θα έκανα τα πράγματα πολύ πολύ διαφορετικά. Τα μόνα που θα κράταγα θα ήταν τα γκομενιακά μου (εκτός από έναν αρχιμαλάκα που τα ΄χα ένα χρόνο στο γυμνάσιο αλλά τεσπα έμαθα από νωρίς πόσο αρωστημένο πράγμα είναι η ζήλια, οπότε θα τον κρατούσα χατηρικά αλλά για ένα δίμηνο το πολύ. Δεν αντεχόταν για παραπάνω με τρίποτα).

Γουέλ, ένα το κρατούμενο, δεν θα υπήρχε καμία περίφτωση να παρατούσα τα Γαλλικά μου. Μη σου πω ότι θα μάθαινα και Γερμανικά όπως τ΄αδέλφια μου και δεν θα έστηνα ομηρικούς καυγάδες για το «πόσο χοντροκομμένοι είναι οι Γερμανοί» και ότι «εγώ θέλω να μάθω αληθινές γλώσσες και όχι γλώσσες που ροχαλίζουν». Ούτε θα χασκογέλαγα όταν όλοι στο σπίτι μιλούσαν γερμανικά κι εγώ σνόμπαρα σαν το χαζό δείχνοντας με το δάχτυλο αλλά μαθαίνοντας μετά ότι με κοροίδευαν πίσω από την πλάτη μου οικογενειακώς τα σκουλήκια. Ναι, βλαμένα, έμαθα τί είναι «σάιζερ».

Άλλο σημαντικό βήμα, δεν θα έδινα ποτέ Πανελλήνιες στην κατάστασή μου. Λέγοντας «κατάσταση» εννοώ το χάλι μου (δηλαδή βαθμολογία από 19 και κάτω. Βασικά 15 και κάτω ήταν, αλλά και οι μέχρι το 19 δεν είχαν καμιά καλύτερη τύχη). Άσχετη σε όλα τα μαθήματα πέρα από σκόρπια πράγματα εδώ κι εκεί, που έπιανα κατά τύχη στον αέρα όταν δεν σκεφτόμουν γκόμενους ή όταν βαριόμουν να γράψω σκονάκια. Κι όλα αυτά προτού ανακαλύψω το σεξ. Μετά, το μυαλό μου ένα τεράστιο κρεβάτι.

Το λοιπόν, αυτό που θα ΄κανα ασυζητητί, θα ήταν να πάρω το μωρό μου και να τρέξουμε στα εξωτερικά. Οπουδήποτε. Μακριά. Έξω. Σε μια χώρα που θα επιτρεπόταν να σπουδάσεις αυτό ακριβώς που θέλεις με λογικά λεφτά, χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις και ας έπρεπε να δουλέψουμε (αφού αυτό κάναμε κι εδώ). Αλλά θα ζούσαμε κάθε δευτερόλεπτο μαζί (ήταν αφόρητο τότε να πρέπει να είμαστε μακριά ο ένας απ΄τον άλλο) και θα σπουδάζαμε και οι δύο επακριβώς τα όνειρά μας. Ατόφια. Όχι μισά, όχι καθόλου ή ξημεροβραδιάζοντας πάνω από ανούσια βιβλία, όχι με χαζές εξετάσεις που θα ΄πρεπε στην καλύτερη να πιάσεις γκόμενο τον καθηγητή για να σε περνάει τα εξάμηνα, όχι με ηλίθιες κομματικές οργανώσεις που θα ΄πρεπε να πουλήσεις τις ιδέες σου για να σου δίνουν τα θέματα των εξετάσεω