X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Σεπτέμβριος 30th, 2007

ΣΟΣΙΑΛΑΙΖΙΝ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Σεπτέμβριος 30, 2007


Η συναναστροφή με όλο και περισσότερους ανθρώπους και δη τουρίστες λόγω μετρού, που καθόλου δεν έχουν πάρει χαμπάρι ότι μπορεί να φοράω τα ακουστικά αλλά ως σωστή κουτσομπολίτσα έχω φροντίσει να κλείσω τη μουσική μόλις παίξει ψιλή κουβεντούλα μεταξύ τους, με έχει κάνει και γαμώ τους κατάσκοπους. Γιατί κύριοι μια σωστή πατριώτισα πρέπει να ξέρει επακριβώς τί γνώμη έχει η αλλοδαπή για την Ελλαδάρα μας ή τέλος πάντων απλά να ξέρει τί λένε οι διπλανοί της.

Ε, λοιπόν το πρώτο πράγμα που κάνει ένας τουρίστας μόλις πατήσει την ποδάρα του στο μετρό είναι να κάνει μαθήματα ελληνικής. Τσάμπα είναι άλλωστε. Με το που θα μπω στο βαγόνι βλέπεις καμιά δεκαριά ροζ φάτσες να κοιτάνε κάπου ψηλά και να επαναλαμβάνουν μετά την κοπέλα που τα φωνάζει «εκεί ψηλά»: Pa-li-ni και μετά να κοιτιώνται μεταξύ τους και να γελάνε απ΄τη χαρά τους που τα κατάφεραν τόσο καλά. Κάπου εκεί είναι η σειρά μου να γελάσω. Χεχε, ο επόμενος σταθμός για κακή τους τύχη λέγεται Dou-ki-sis Pla-ke-nti-as. Ε ρε γέλια. Στρουμπουλάνε τη γλώσσα τους, βγαίνουν κάτι α-πί-στευ-τα και μετά για καμιά δεκαριά σταθμούς ανοίγουν ψιλή κουβεντούλα για το πόσο δύσκολη και αστεία είναι η γλώσσα μας.

Τα υπόλοιπα είναι ψιλοστάνταρ: πόσο καθαροί είναι οι σταθμοί του μετρό, πόσο ωραία ήταν στους Ολυμπιακούς και… αυτά. Μετά το γυρίζουν στις γκατζετιές και σε κάτι περίεργα για κομπιούτορες και δεν καταλαβαίνω τίποτα – γιατί οι περισσότεροι έρχονται για συνέδρια ή τέλος πάντων είναι τόσο γκίκουλες που ούτε στις διακοπές τους δεν ξεκολάνε. Η κυρία «εκεί ψηλά» συνεχίζει το μάθημα, κάπου σταματάνε, λένε πάλι κάνα ελληνικό, γελάνε λες και είναι στο λούνα παρκ και γυρνάνε πάλι στις γκατζετιές. Κάπως έτσι.

Προχθές πέτυχα μια πολύ περίεργη παρέα. Μπαμπάς, μαμά γύρω στα εξήντα και γιος γύρω στα είκοσι. Οι τρεις τους κι εγώ, στις τέσσερις αντικρυστές θέσεις. Στρίγγλαγε το βαγόνι με την ταχύτητα που έτρεχε κι εκείνο το ζώον ο οδηγός, εγώ κλασσικά έτοιμη να ξεράσω (να φανταστείτε την προηγούμενη βδομάδα που δεν είχε θεσούλα, λιποθύμησα από την ναυτία και τον ίλλιγο και γκρεμοτσακίστηκα κιόλας – φακ ακόμα πονάωωωω - σιχτήρ), και οι τρεις τους ψιλή κουβεντούλα. Κλείνω τη μουσική με τρόπο και πέρα από τα “mum” και “dad” αρχίζω να πέφτω απ΄τα σύννεφα. Οι τυπάδες είχαν να δουν τον γιό τους καμιά τριετία. Ήρθαν στην Αθήνα για διαφορετικούς λόγους και τα ΄λεγαν λιγάκι μέχρι να κατέβει ο μικρός στο Σύνταγμα (που δεν το ΄πε ακριβώς έτσι αλλά το εκπαιδευμένο αφτί τα πιάνει πια) και αυτοί στο Μοναστηράκι (μα τί παράξενο,όοοοολοι μα όλοι να το λένε mistiraki). Προφανώς είχαν έρθει από διαφορετικές χώρες ή πόλεις και είχαν δώσει ραντεβού στο αεροδρόμιο. Μέσα στο μετρό διασταύρωναν τους χάρτες τους, αντάλλασαν διευθύνσεις και κανόνιζαν να βρεθούνε κάνα βράδι για να δουν όλοι μαζί την Ακρόπολη όσο θα έμεναν Αθήνα.

Σε όλη τη διαδρομή ο μικρός εξιστορούσε πώς ζει, πού δουλεύει, πόσα παίρνει, ότι είχε έρθει για ένα συνέδριο και πόσο χαρούμενος ήταν που κάνει αυτή τη δουλειά (τεχνική ήταν, δεν πολυκατάλαβα). Οι γονείς του λες και μιλούσαν σε ξένο. Πού και πού κάνα τυπικό μπράβο, μερικές ερωτήσεις αμηχανίας και τίποτα άλλο. Απλά άκουγαν. Μάλλον διακοπές είχαν έρθει γιατί κάτι έπιασα για νησιά. Όταν κατέβηκε ο μικρός απ΄το βαγόνι κι έμειναν οι δυό τους, ρώτησε ο φάδερ «τί λες, να συναντηθούμε με τον άντριου αύριο». Και η μάδερ απάντησε «νόου, χι ιζ ολντ ιναφ νάου, έχουμε χρόνο ντίαρ να δούμε τον άντριου, καλύτερα ας μείνουμε οι δυό μας εν λετς ιντζόι γκρις ». Μαλάκας εγώ.

Τί στο διάολο ήθελα και έκλεισα τα ακουστικά. Έβαλα τέρμα τη μουσικούλα μου και σκεφτόμουν τον πουρ άντριου. Α ρε άντριου να μην είσαι Έλληνας. Βγαίνω απ΄το μετρό και βλέπω τρεις αναπάντητες στο κουνητό. Φτού! Δεν έχουν σήμα εκεί κάτω στα λαγούμια και με έψαχνε η πεθερά μου: «Πού ΄σαι ρε παιδί μου; Σου ΄στειλα ένα ταψί παστίτσιο, κοτόπουλο με πατάτες και ζυμωμένα μπιφτέκια, για την κατάψυξη τα μπιφτέκια ε; και το νου σας μη τα ξεχάσετε. Θα σας πάρω το βράδυ να μου πείτε αν σας άρεσαν και να σας θυμίσω να βάλετε τα μπιφτέκια στην κατάψυξη. Όχι στην ψύξη ε; Στην κα-τά-ψυ-ξη».

Ε σας το χρώσταγα, στο όνομα της πεθερούλας μου, του ξεροψημένου παστίτσιου, του θεικού κοτόπουλου με τις πατατούλες και τα μπιφτεκάκια (ζγκαταψυξ) πώς να το κάνουμε, έχω κι εγώ μερικούς λόγους να είμαι περήφανη που είμαι ελληνίδα. :D

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, PHILOSOPHY | 67 σχόλια »