X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Αύγουστος 28th, 2007

WHAT’S GOING ON?

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 28, 2007


“And so I wake in the morning
And I step outside
And I take a deep breath and I get real high
And I scream at the top of my lungs
What’s going on?”

Καμμιά φορά χρειάζεσαι λίγη αστρόσκονη να πάρεις μπρος, λίγες παραπάνω γνώσεις, κάποιον να σε πάρει απ΄το χεράκι και να σου πει δυό τρία πράγματα μπας και καταλάβεις που πατάς. Ο Πετεφρής με τρία κείμενα (1, 2, 3) κατέγραψε εξωφρενικά απλά, το σαθρό της ελληνικής πραγματικότητας.

Έχοντας αρχίσει να νοιώθω τα πράγματα κατά τις αρχές του ΄80 και μη ξέροντας γρι από ιστορία, για να καλυφθεί το κενό στο κεφάλι, δεν ήθελε μόνο διάβασμα – κι αυτό λειψό. Ήθελε και λίγη ζωή να του βάλεις μέσα. Να μάθω γιατί έφυγε η μισή Ελλάδα μετανάστες, γιατί και πότε γύρισαν, γιατί στην εφηβεία μου η γειτονιά ήταν γεμάτη αστραφτερά αμάξια που ΄τα πλεναν όλοι σαν μανιακοί, γιατί έπρεπε ντε και καλά να μάθουμε όλοι αγγλικά, γιατί όλοι υποστήριζαν κρυφά το κόμμα τους, γιατί γέμιζαν κόσμο συνέχεια οι πλατείες, γιατί οι ντουντούκες πέρναγαν κάτω από το σπίτι ασταμάτητα, γιατί παντού άκουγες τη λέξη αντιπαροχή, γιατί στα ξαφνικά κάποιοι στην γειτονιά έγιναν κροίσοι, γιατί γεμίσαμε πολιτικούς, πολυκατοικίες, πολίτες, γιατί…

Τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν από μέρα σε μέρα και πάλι δεν ξέρω γιατί. Λες και έχεις πάρει μια γέφυρα και την έχεις κόψει κομματάκια ενώ αυτή ακόμα αιωρείται. Η γιαγιά στέκεται στο πρώτο κομμάτι, η μαμά στο δεύτερο κι εγώ στο τρίτο. Ανάμεσά μας, κενό. Που δεν γεμίζει με τίποτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά το δικό μου κομμάτι γκρεμίζεται ίσα με τις φτέρνες. Έχω στριμωχτεί σε ένα τόσο δα κομματάκι και δεν μπορώ να κουνηθώ. Έτσι είναι η γενιά μου. Στριμωγμένη από παντού.

Μας λένε άχρηστους, βολεψάκηδες, αναίσθητους, του καναπέ και δεν έχουμε να ανταπαντήσουμε. Λες και ξέρουμε στ΄αλήθεια τί σημαίνει πόνος, πείνα, κακουχίες και αγώνες. Μεγαλώσαμε σε έναν πλασματικό παράδεισο όπου τέτοιες λέξεις ήταν ταμπού. Ήταν φόβος και τρόμος για τους δικούς μας. Επειδή τα ΄χαν ζήσει στο πετσί τους, θεώρησαν καλό να τα πάρουν μακριά μας και να τα κρύψουν απ΄τη ζωή μας.

Ο πλασματικός αυτός κόσμος, κατέρρευσε σε λίγες μέρες. Τελειωτικά δηλαδή, γιατί ως τώρα, όλο και κάτι σημαδάκια σε ψίλιαζαν. Ειδικά όταν μεγαλώνεις σε δικό σου κεραμίδι και καλείσαι να δίνεις ίσαμε έναν μισθό για το νοίκι. Ειδικά όταν βλέπεις ότι δεν τα βγάζεις πέρα. Όταν αρχίζεις για πρώτη φορά να νοιώθεις ανασφαλής. Όταν η ζωή σου όλο αργεί να αρχίσει. Μαλακίες φυσικά, γιατί έχεις πάντα την ευχέρεια να βάλεις ένα ντιβιντάκι να ξεχαστείς, να πεταχτείς στην τράπεζα να πάρεις ένα δάνειο, να ζητήσεις να σε τσοντάρουν οι δικοί σου. Αυτά όμως, σε έμαθαν ότι δεν είναι ζωή. Ότι δεν πρέπει να σε φτάνει. Πρέπει να το πάρεις το γαμημένο το κεραμίδι, πρέπει να γίνεις διευθύντρια, πρέπει να έχεις αστραφτερό αμάξι, πρέπει να λαδώσεις για να κάνεις τη δουλειά σου, πρέπει να πεις καλημέρα στον κλεφταρά τον γείτονά σου, πρέπει να κάνεις και μια αρπαχτή. Αυτά είναι ζωή. Κι εσύ την περιμένεις ν΄αρχίσει. Και όλο αργεί.

Για κάποιους από τη γενιά μου, όλα αυτά έγιναν πραγματικότητα. Για όσους όμως ακόμα περιμένουμε, άρχισε ο παράδεισος να ξεφτίζει. Ένα φιλαράκι παράτησε την πόλη του και ήρθε για πάντα στην Αθήνα να βρει δουλειά. Πάνω-κάτω δρομολόγια κάθε Σαββατοκύριακο να δει την πόλη του και ξανά μανά πίσω. Δόξα τω θεώ που έχω δουλειά, λέει. Για άλλους, ληγμένοι λογαριασμοί, ώρες στήσιμο στη στάση, ακριβό το πετρέλαιο, οι ευκαιρίες σπάνιες, μελαγχολία, θυμός και επιτέλους αναθεώρηση. Τί είναι ζωή; Πότε στ΄αλήθεια αρχίζει η πουτάνα;

Θύματα πάντα υπήρχαν. Στους δρόμους, στα νοσοκομεία, στα δασάκια δίπλα σε σύριγγες, μέσα στην οθόνη της τηλεόρασής σου. Απλά τώρα ήταν μαζεμένα. Η στάχτη πάντα υπήρχε. Στον αέρα, στο νερό, στην τροφή. Απλά τώρα είναι ορατή σε όλους. Το μόνο που χρειάζεται είναι να ξεπλύνεις τα μάτια σου από δαύτη και να δεις το γυμνό τοπίο. Μόνο τότε καταλαβαίνεις τί πρέπει να κάνεις στ΄αλήθεια. Δέκα μύρια νοματαίοι και βρίζουμε το ένα. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό.

Ψάχνεις τη λύση στους μεσάζοντες και ενώ ξέρεις ακριβώς πώς θέλεις τη ζωή σου και τί πρέπει να γίνει για να αρχίσει, περιμένεις απαθώς Εκείνους. Κι Εκείνοι, τα ΄ρίχνουν στον Εχθρό. Δεν είναι η μόνη λύση οι εκλογές. Είναι όμως μια ωραία δικαιολογία για να συνεχίσεις απαθώς να περιμένεις τους επόμενους ικανούς, ενώ στο μεσοδιάστημα λυσσάς να διατηρήσεις άθικτο τον παράδεισό σου. Κι ας ξέρεις πια ότι είναι χάρτινος. Δε σε νοιάζει μία. Αρκεί να μη τον χάσεις.

Και γίνεται στάχτη μεμιάς…

“And I pray, oh my god do I pray
I pray every single day
For a revolution”

Η ζωή μου άρχισε. Ακόμα κι αν δεν προλάβω να την κάνω όπως ακριβώς την ονειρεύτηκα, οι επόμενες γενιές θα την απολαύσουν. Θα τρίβουν τα μάτια τους και δεν θα το πιστεύουν. Ένας παράδεισος με αληθινά πόδια. Γερά. Από πλατάνια και έλατα και κέδρους. Δεν είναι καθόλου εύκολο να γίνει αλλά αφού τα θέλω γρήγορα και σωστά, θα τα κάνω μόνη μου. Θα πάρω πάνω μου το κομμάτι μου και το πρόγραμμά μου δεν θα είναι τετραετίας. Αστραπή θα εφαρμοστεί. Αμέσως θα αποδόσει. Λίγο υπουργός πολιτισμού, λίγο χωροταξίας, λίγο δημόσιας τάξης, λίγο παιδείας, το κομματάκι μου θα είναι έτοιμο. Θα ενωθεί με όλα εκείνα τα κομματάκια άλλων ανθρώπων που ξεκίνησαν τη ζωή τους μαζί μου.

Θα ΄ναι σαν το πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι μου. Που μαζεύεις, συγυρίζεις, καθαρίζεις, στολίζεις και στο τέλος, πλένεις και το πεζοδρόμιο απ΄έξω. Είναι το κομμάτι που αναλογεί στο σπίτι σου. Αν η μέση σου βαστάει, σκουπίζεις και λίγο πιο ΄κει. Ρίχνεις και κάνα λάστιχο να το πλύνεις. Κι άμα είναι Κυριακή όλα τα σπίτια και τα πεζοδρόμια λάμπουν λες και ο δήμος έβαλε μπουγάδα. Εγώ δεν παίρνω πρέφα, δεν πολυκουράζομαι για λίγα ακόμα τετραγωνικά, αλλά ο περαστικός τα καμαρώνει. Έτσι και η ζωή μου. Θα βγει λίγο παραέξω απ΄το σπίτι μου και πριν το πάρω μυρωδιά, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια της ζωής μου θα καθαρίσουν. Αν ο περαστικός έχει λάσπες στα πόδια, θα του βάλω χέρι και θα τον διώξω απ΄το πεζούλι μου. Αν η γειτόνισα μου κλέψει τη γλάστρα, θα της πάρει ο διάολος τη μάνα.

Ένα τετραγωνικό παραπέρα θέλει. Να ξεχυλώσεις λίγο τα προσωπικά σου όρια. Να νοιώθεις δικά σου λίγα τετραγωνάκια παραπάνω. Να τα πονάς, να τα πλένεις, να τα καθαρίζεις και να τα προσέχεις. Όταν ενώσουμε τα πεζοδρόμιά μας, κανένας δεν θα ΄ναι ανάξιος να ψηφίσεις. Ο Πρωθυπουργός Των Καθαρών Πεζοδρομίων, θα ΄χει άλλα να καταπιαστεί. Μπορεί να βάλει ζωγράφους να τα ζωγραφίσουν, παιδιά να παίζουν, τουρίστες να τα θαυμάζουν…

Θα έχεις πέντε ψηφοδέλτια στα χέρια και το μόνο που θα σε νοιάζει, θα είναι τί χρώμα θα σου βάψουν το πεζοδρόμιο ή αν σου αρέσει το δέντρο που υποσχέθηκαν να σου βάλουν στην αυλή.

Αυτή είναι η δική μου επανάσταση και βάρδα σ΄όποιον έχει λασπωμένο παπούτσι.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE | 73 σχόλια »