ΠΩΣ ΝΑ ΚΟΨΕΙΣ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ
Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 26, 2007
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή αποτυχημένη ψιλικατζού. Κάπνιζε σαν φουγάρο και οι δουλειές της πήγαιναν απ΄το κακό στο χειρότερο. Έφτασε δε μια εποχή που δεν είχε ευρούλι τσακιστό να πάρει τσιγάρα ενώ η πίστωση στα πρατήρια είχε φτάσει στο όριο. Πίσω της, τα ράφια γεμάτα διάφορες μάρκες τσιγάρα και καπνούς αλλά πουθενά ο δικός της. Έπρεπε να περιμένει μια ολόκληρη βδομάδα να πουληθεί το στοκ για να μπορέσει να αγοράσει καινούργια πακέτα και μαζί το δικό της.
Αυτή λοιπόν την εβδομάδα, προκειμένου να μην χαρμανιάσει, αποφάσισε να καπνίσει ό,τι βρει γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να ρίξει την περήφανη μούρη της και να ψωνίσει καπνό από άλλο ψιλικατζίδικο. Χώρια ότι δεν έπρεπε να ξοδεύει τα λεφτά της μπας και μαζέψει το υπέρογκο ποσό μέχρι την επόμενη Δευτέρα για το πρατήριο, το τέβε, τη Δεή, τα νοίκια και τον δοσατζή με τα παιχνίδια.
Ήταν εξαιρετικά απλό. Άπλωσε το χέρι και βούτηξε ένα λίντερ μπλε που τα ΄χε πολλά. Βρώμα και δυσωδία αλλά τουλάχιστον η νικοτίνη… νικοτίνη. Την επόμενη, οι πελάτες είχαν αφήσει όλο κι όλο ένα μόνο λίντερ μπλε οπότε αποφάσισε να καπνίσει μια κασετίνα σαντέ που είχε ξεμείνει πίσω πίσω και κανείς δεν την ζητούσε. Ο λαιμός γρατζάναγε αλλά η νικοτίνη… νικοτίνη.
Πώς τα ΄φερνε η γκαντεμιά της και πάντα το πακέτο που ήθελε να καπνίσει, είτε τελείωνε είτε έπρεπε να το καβατζώσει για τους πελάτες, οπότε κάθε μέρα έκανε κι άλλη μάρκα τσιγάρα. Μετά από μία εβδομάδα, κι ενώ φυσικά ήταν αδύνατο να μαζέψει τα λεφτά του πρατηρίου συνέχισε την ίδια τακτική, με αποτέλεσμα να βλέπει τσιγάρο και να ξερνάει επιτόπου.
Για κακή της τύχη ένα απόγευμα, μόλις είχε αποφασίσει να μην ξαναβάλει τσιγάρο στο στόμα, ήρθε ο άντρας της στο μαγαζί (παρτ τάιμ ψιλικατζής) και της έφερε δώρο ένα πακέτο καπνό απ΄τον δικό της. Στο παρατσάκ δηλαδή να το ΄κοβε το ρημάδι αλλά ήταν αδύνατο να αντισταθεί σε τέτοια δωράκλα. Είχε όμως στα χέρια της πια, ένα πολύ δυνατό όπλο.
Ψιθύρισε το μυστικό σε μερικούς καρδιοπαθείς πελάτες, με απώτερο σκοπό φυσικά, να ξεπουλήσει ό,τι αντίκα τσιγάρο της είχε φορτώσει το πρατήριο, όπως κάτι κούτες «Άριστα» μπλε και κόκκινα, κάτι «22» και κάτι «Σαντέ» άφιλτρα. Σε μια βδομάδα είχε ξεσκαρτάρει. Οι πελάτες ήταν πολύ ευχαριστημένοι, τρεις το ΄κοψαν εντελώς κι ένας συνέχιζε για ένα μήνα να παίρνει άλλ΄αντ΄άλλων μπας και το σιχαθεί (αυτός ήθελε παραπάνω χρόνο γιατί ήταν μόνιμα άφραγκος οπότε δεν του ΄κανε μεγάλη διαφορά να καπνίζει ότι βρει).
Η γκαντεμιά όμως… γκαντεμιά. Η ψιλικατζού, αποτυχημένη γαρ, δεν είχε συνειδητοποιήσει πως με αυτόν τον τρόπο έχανε τον έναν πελάτη μετά τον άλλον. Σύντομα, το μυστικό μαθεύτηκε, μικρή η γειτονιά, οπότε υπήρχε κίνδυνος να σταματήσουν κι άλλοι το κάπνισμα. Έτσι, έβγαλε βρώμα ότι αυτή η μέθοδος δεν επιτυγχάνει «γιατί μην τους ακούτε, έρχονται κάθε μέρα και παίρνουν κρυφά τσιγάρα». Τούρκοι έγιναν όλοι και ειδικά οι γυναίκες τους.
Ουφ. Το μυστικό είχε απομυθοποιηθεί. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί ήταν στο παρατσάκ να πιάσει τα πιτσιρίκια και να τους πει για το άλλο μυστικό που ανακάλυψε, “πώς να κόψεις τον πύραυλο σοκολάτα”.
Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 28 σχόλια »





