X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Ιανουάριος 20th, 2007

ΠΟΥΘΕΝΑΔΕΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 20, 2007

Υπήρχε κάποτε ένας αρχαίος πολιτισμός, πολύ έξω απ΄τα τετριμένα. Κι ενώ θα περίμενες να μεταδώσουν γνώση, φώτα, σοφία και τίποτα αγάλματα απ΄αυτά με τα μικρά πουλιά, αυτοί έκαναν τη ζωή τους. Κατάλαβαν νωρίς το βάρος της ευθύνης να είσαι ένας αρχαίος κι έτσι περιορίζονταν στα βασικά: φαί-χέσιμο-ύπνος. Βέβαια, έκαναν κάποιες προόδους αλλά το μετάνοιωναν αμέσως μετά.

Ανακάλυψαν δικιά τους γλώσσα και γραφή αλλά αποφάσισαν ότι οι μεταγενέστεροι θα της αλλάξουν τον αδόξαστο. Άσε που θα τους μνημόνευαν αιώνες για τους λόγους π.χ. που ονόμασαν τον ήλιο «γκαβ» (και σιγά μην πήγαινε το μυαλό τους στο προφανές: ότι ήλιος=γκάβλα). Το πιθανότερο θα ήταν, να έδιναν τόμους εξήγησης για το κάθετί και να άφηναν την ουσία. Που φυσικά η ουσία ήταν ότι πέρναγαν καλά. Έτσι, για να μην μπερδέψουν τους απογόνους αποφάσισαν ότι αυτά είναι μαλακίες στο τετράγωνο και χρησιμοποιούσαν την γλώσσα κάτι παραδιπλανών αρχαίων για να θολώσουν τα νερά.

Τέχνες δεν είχαν. Κι αν εμπνέονταν κάτι κατά λάθος, το κατάστρεφαν. Μια φορά ένας μεθύστακας πήγε και σκάλισε μια γκόμενα στην κεντρική πλατεία, γουστάριζαν σαν παλαβοί αλλά και πάλι σκέφτηκαν ότι ίσως οι μαλάκες απόγονοι τους πέρναγαν όλους για στρέητ και ξενέρωτους. Έσβησαν την γκόμενα και σκάλισαν έναν σκύλο. Μετά σκέφτηκαν ότι υπήρχε περίπτωση να νομίζουν ότι είχαν κάνα θεό τύπου σκύλο και προτιμούσαν χίλιες φορές να αφήσουν κάνα σπόρι πανούκλας για τους επόμενους παρά τέτοιες υποτιμητικές υποθέσεις. Πάει κι ο σκύλος. Στο τέλος παρέμειναν στις «μινιμάλ» τέχνες: απόλυτο κενό. Κι άσε τους μαλάκες να ψάχνονται.

Τα ρούχα τους ήταν οικολογικά. Τα έφτιαχναν από ένα ειδικό φυτό που έλιωνε σε δύο χρόνια. Δεν θα σωζόταν κανένα ρούχο με εξωφρενικά σκισίματα, βαθιά ντεκολτέ και καμπάνα στο μπατζάκι. Τεσπα, δεν άφησαν πίσω τους ούτε ίχνος. Οι μεταγενέστεροι, το ίδιο. Είχε περάσει από στόμα σε στόμα η πεποίθηση να σβήνουν όλα τα ίχνη τους και κανείς ποτέ δεν το αμφισβήτησε, εκτός από κάτι καραψωνάρες που είχαν φάει τα λυσσακά τους να τους θυμούνται. Τους έστελναν εξορία με τη μία. Κι έτσι, παρέμειναν (α)γνωστοί στους τριγύρω, ως «οι πουθενάδες».

Μέχρι… την εποχή της μεγάλης φτώχειας. Όταν γέμισε ο τόπος τους κόσμο και κοσμάκη από όλο τον πλανήτη. Οι άλλοι λαοί είχαν πολλά να υπερηφανευτούν και να μεταδώσουν. Γλώσσες, τέχνες, τόνους πολιτισμού και μια βαριά ευθύνη να μην τα ξεχάσουν. Είχαν κουβαλήσει αυτό το «βαρύ» φορτίο μαζί τους και όλη τους η ζωή κινούταν γύρω απ΄αυτό. Άλλοι ένοιωθαν ντροπή που δεν κατάφερναν πράγματα, άλλοι υπερήφανοι που ζούσαν σύμφωνα με τα αρχαία ήθη, άλλοι επόπτευαν όσους πήγαιναν να ξεφύγουν. Οι πουθενάδες απ΄την άλλη, σφουγγάρια. Μάθαιναν, ρώταγαν, έφτιαχναν, εξελίσσονταν. Οι άλλοι, δύσπιστοι, υπερόπτες, μονόχνωτοι και με το αιώνιο κόλλημα της υστεροφημίας…

Μέχρι την εποχή του μεγάλου πολέμου. Ο λόγος απλός για την φιλοσοφία όλων αυτών: άμα έχεις πολλές πούτσες, η φυσική αντίδραση είναι να τις μετρήσεις. Για την φιλοσοφία των πουθενάδων τα πράγματα ήταν διαφορετικά: άμα έχεις πολλές πούτσες, έχεις πολλούς λόγους να χαρείς. Έτσι, οι διαμάχες μεταξύ πολιτισμών είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Έπρεπε να κάτσουν να μετρήσουν ποιός την έχει πιο μεγάλη (την ιστορία). Ο κάθε λαός πίστευε ότι ήταν ο πιο καλός, ο πιο φιλοσοφημένος, ο πιο «βαρύς». Έτσι, ο καθένας συσπειρώθηκε, προσευχήθηκε στον θεό του, έφτιαξε τις παραδοσιακές στολές πολέμου, αποστήθισε όλα τα σημεία της ιστορίας του, σήκωσε τις δικές του σημαίες και βουτήχτηκε στο αίμα σίγουρος για την νίκη του.

Οι πουθενάδες τότε συνειδητοποίησαν την σοφία των προγόνων τους. Ήταν οι μόνοι που εξαιρέθηκαν απ΄τον πόλεμο αυτό… λόγω «βλακείας». Δεν είχαν έναν θεό να υπερασπιστούν, δεν είχαν ιστορία να αποστηθίσουν, δεν είχαν γλώσσα να διατηρήσουν, ούτε σημαία με συγκεκριμένα χρώματα. Όλα τα χρώματα τους άρεσαν. Το μόνο που ήθελαν, ήταν να μαθαίνουν για τους άλλους, να κρίνουν, να φιλοσοφούν και να πορεύονται χωρίς ίχνος.

…ήταν οι μόνοι επιζώντες.

Δημοσιεύθηκε στο PHILOSOPHY, SILLY | 37 σχόλια »