ΑΠΩΘΗΜΕΝΑ
Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Δεκέμβριος 21, 2006
Μήνες ολόκληρους το χαλβάδιαζα. Και δεν μου το ΄παιρνε κανείς. Ούτε ένας. Χαλάλιζαν τα βρωμοδώρα τους σε πιο «χρήσιμα» πράγματα και σε πιο «μοντέρνα». Στο ποντικί παντελόνι με την ροζ μπεμπέ μπλούζα, στα μυστικά του κωλοβάλτου, κάνα καλτσάκι με φούντες για να κρέμονται από τα γκολφάκια, άντε και κάνα παιχνιδοειδές του τύπου ιχνογραφίες και παζλ. Μια μαλακία και μισή όλα τους. Και ΄γω φώναζα και χτυπιόμουν : «θέλω ένα καρότσι λαϊκής ρε ΄σεις». Τίποτα. Λες και δεν μίλαγα καν. Πάταγα κάτω το ποντικί παντελόνι, έσκιζα ιχνογραφίες, βούταγα μαρκαδόρους στη γυάλα με τα χελωνάκια κι έκοβα κρυφά μύτες απ΄τα κομματάκια των παζλ. Αλλά δεν έπαιρναν χαμπάρι.
Ό,τι συζήτηση κι αν γινόταν στο σπίτι, εγώ την έφερνα γύρω απ΄το δώρο μου. Ρώταγε ο παππούς τι θα φάμε, χωνόμουν εγώ: «είχε κάτι ωραίες πατατούλες στην λαϊκή παππού, αλλά ΔΕΝ χώραγαν στο καρότσι, τι λες να πάρουμε κι ένα για μένα;» Έπαιρνε τηλέφωνο καμιά θεία, έτρεχα, βούταγα πρώτη το ακουστικό και άρχιζα το παραμύθι: «καλέ θεία, πονάει πολύ το πόδι της γιαγιάς όταν σέρνει το καρότσι για τη λαϊκή, μήπως να παίρναμε κι ένα μικρό ροζ με κίτρινα ροδάκια, να τη βοηθήσουμε την καημενούλα;»
Φρικάριζαν οι θείες κι έτρεχαν πέντε πέντε να μάθουν πώς είναι το πόδι της γιαγιάς. Μέχρι έναν γείτονα αγγάρεψαν να την πηγαινοφέρνει με το αμάξι στην λαϊκή και η γκαντεμιά, δεν χρειαζόταν μετά ούτε το δικό της καρότσι. Μαλακία. Είχε φτάσει πια προπαραμονή Χριστουγέννων και τα πακέτα μου δεν φαίνονταν να έχουν ροδάκια. Τα έπαιρνα, τα ζύγιζα, τα τσούλαγα, κανένα δεν έκανε όπως θα ΄κανε ένα καρότσι. Όλα χύνονταν σαν σκατά στο πάτωμα και δεν έλεγαν να κουνηθούν. Ούτε καν ένα κιλό ντομάτες δεν μου ΄χαν πάρει για να είναι τουλάχιστον πιο κοντά στο κόνσεπτ. Απογοήτευση.
Αποφάσισα να κάνω αυτό που τους πόναγε περισσότερο. Απεργία πείνας. Μόνο έτσι καταλάβαιναν, αφού συνήθως είχα μόνιμα από πίσω μου μια ουρά που με κυνηγούσε να φάω ότι «δυναμωτική» μαλακία της είχαν σφυρίξει οι γειτόνισσες, η παιδίατρος και μια σιχαμένη γριά που διάβαζε φλιτζάνια και καρβούνιαζε μάγουλα με μαγουλάδες.
[Μέχρι ψωμί αλειμμένο με ωμό κιμά την είχε βάλει η γριά να μου φτιάξει. Και της το ΄λεγα της γιαγιάς «μήπως ρε γιαγιά δε σου έδωσε όλη τη συνταγή; Μήπως να το τηγανίσουμε και να γίνει ένα ωραίο κεφτεδοψωμάκι και να σε κεράσω κιόλας να δεις ότι έχω δίκιο;» Τίποτα. Φαγώθηκε να το φάω, το ΄φαγα, το ξέρασα και της τα ΄χωσε και η παιδίατρος μετά που άκουγε τις πίπες δεξιά αριστερά]
Ανήμερα Χριστούγεννα, λυσασμένη απ΄την πείνα, δεν έλεγα να σηκωθώ απ΄το κρεββάτι. Ποιος ο λόγος; Δώρα που δεν τσουλάνε και δεν χωράνε πατάτες, δεν είναι δώρα. Η αδελφή μου είχε ξυπνήσει απ΄τις εφτά. Εμ βέβαια. Το μαλακιστήρι είχε παραγγείλει ένα βιβλίο και της είχαν πάρει τρία απ΄την χαρά τους. Το καρότσι μου δεν θα ήταν αρκετά κουλτουριάρικο φαίνεται. Φώναζαν όλοι να πάω για να τελειώνουμε με τα δώρα, εγώ μουλάρι. Τελικά με πήραν σηκωτή, με έχωσαν κάτω απ΄το δέντρο, βγάλαμε τις φωτογραφίες για να στείλουμε στην μαμά και αρχίσαμε να μοιραζόμαστε τα δώρα.
Τους είχα εκδικηθεί καλά όμως. Στην γιαγιά είχα πάρει ένα τάιντ για πλύσιμο στο χέρι (μόλις είχε αγοράσει πλυντήριο), στον παππού ένα 22 σπέσιαλ (κάπνιζε άσσο φίλτρο) και στο μαλακιστήρι ένα μολύβι (γιατί κοκορευόταν ότι ο δάσκαλος τους άφηνε να γράφουν με στυλό επειδή ήταν πια μεγάλοι). Τα δικά μου δώρα, τα γνωστά. Ήθελα να πάρω τα φουντάκια απ΄τα καλτσάκια και να τα χώσω στις μύτες τους.
Ε.. μέχρι που άνοιξε η γιαγιά την ντουλάπα φωνάζοντας «κοίτα καλέ που ξέχασα τα δώρα των παιδιών απ΄τη Γερμανία»! Κρυάδες. Αλλά.. το δώρο μου είχε ροδάκια. Καλό σημάδι αυτό. Είχε και χερούλι. Και έγραφε επάνω «ντηνούλα». Η μάνα μου το έγραφε έτσι. Χίλιες φορές της το ΄χα πει, ότι το παιδάκι της γράφεται με γιώτα αλλά πού αυτή. Φυσικά, δεν με χάλασε καθόλου.
Το είχα ξεχαρβαλιάσει εκείνο το καροτσάκι. Όλη μέρα κουβαλούσα. Ό,τι πλαστικά φρούτα είχε η γιαγιά στολισμένα στην φρουτιέρα, ό,τι σακούλες με σκουπίδια, ό,τι ρουχομάνι για σιδέρωμα και όοοολα τα παιχνίδια μου. Δεν ξεκόλλαγε απ΄το χέρι μου. Μέχρι που ένα πρωί σκέφτηκα να το πάρω στο σχολείο. Γιατί δηλαδή να έπρεπε να κουβαλάω την τσαντάρα στην πλάτη αφού είχα καρότσι με ροδάκια; Έφαγα τέτοια γιούχα που δεν ξανακράτησα καρότσι στα χέρια μου. Μέχρι σήμερα κουβαλάω όλα τα ψώνια στα χέρια. Μιλάμε για χοντρή καζούρα.
Λέω να το τελειώνω το θεματάκι αυτό φέτος. Λέω να πάρω ένα καροτσάκι λαϊκής και να το χώσω φάτσα κάρτα κάτω απ΄το δέντρο. Ροζ με κίτρινο. Κι ας με κράξουν.
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 34 σχόλια »





