X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Δεκέμβριος 11th, 2006

ΠΩΣ ΕΠΙΒΙΩΝΟΥΝ;

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Δεκέμβριος 11, 2006


Καμμιά φορά θυμάμαι το τρέξιμο για ν΄ ανοίξω το μαγαζί και φρικάρω. Περνώ έξω από μικρά εμπορικά και στο τσακ είμαι να μπω μέσα να συλλυπηθώ. Βλέπω καταστηματάρχες να στέκονται όρθιοι στην πόρτα χωρίς πελάτες, τα φώτα τους σβηστά για οικονομία και άλλοι να σπάνε εξωφρενικά τις τιμές για να τα βγάλουν πέρα. Κάθε φορά που μπαίνω σε μικρό μαγαζί σχεδόν νοιώθω την αγωνία του καταστηματάρχη μέχρι να ψωνίσω και την απογοήτευσή του όταν φύγω άπραγη.
Όταν αποφάσισα ν΄ανοίξω το μαγαζί, η αλήθεια είναι ότι είχα πνιγεί στην χαρτούρα και στις υπηρεσίες. Δεν πήγε ποτέ το μυαλό μου ότι οι μηνιαίες υποχρεώσεις θα ήταν τόσο υπέρογκες, παρόλα αυτά είχα βάλει στην άκρη κάποια χρήματα για το πρώτο τετράμηνο ώστε να είναι πληρωμένα τουλάχιστον τα πάγια. Οι λογαριασμοί έρχονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα όσο και να αυξανόταν η πελατεία. Όταν μπήκα για τα καλά στο παιχνίδι προσπάθησα να υπολογίσω με στοιχεία πια, τα πάγια ενός καταστήματος και δεν το πίστευα.

Ρωτώντας τριγύρω στα καταστήματα, δεν βρήκα ούτε έναν να μην χρωστάει στο τέβε, επιταγές, νοίκια. Κανείς. Όλοι περίμεναν κάτι. Άλλος τις γιορτές, άλλος τις εκπτώσεις, άλλος το Μετρό «που κάποτε θα γίνει στην Νίκαια και μετά θα βγάζουμε εκατομμύρια» και οι υπόλοιποι τα χρωστούμενα απ΄το τεφτέρι. Παρατήρησα μόνο μία υγιή επιχείρηση στις περίπου εκατό που είχα τριγύρω. Ένα καφενείο. Που ουσιαστικά έβγαζε χρήματα από τα τραπέζια για πρέφα, για μπαρμπούτι και άλλα τραγικά. Αλλιώς κλάφτα. Η κοπέλα που είχε το πιο όμορφο μαγαζί με δώρα, δούλευε το βράδι σε μια γραμμή 090 ως αστρολόγος για να πληρώνει τον διακανονισμό του Τέβε.

Ανά καιρούς, η μόνιμη συζήτηση που πάντα μα πάντα ακούω σε ένα σωρό παρέες είναι «πώς θα πιάσουμε την καλή» και «τι μαγαζί ν΄ανοίξουμε». Αν καμμιά φορά τύχει στην παρέα κάποιος που έχει ήδη εμπορική επιχείρηση και αρχίσει την κλάψα, όλοι υποθέτουν ότι το κάνει για να τους αποθαρρύνει. Κάποιοι άλλοι βλέποντας μερικές φορές την ρευστότητα ενός καταστηματάρχη υποθέτουν ότι για να έχει πάντα χρήματα, πάει καλά. Λάθος.

Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο με την μάνα μου. Πήρε να μου πει για την κοπέλα που είχε ψιλικατζίδικο στην λαική της Παρασκευής πίσω απ΄τον πάγκο μας. Το έκλεισε προ διμήνου για «ανακαίνιση» και ακόμα ν΄ανοίξει. Οι λογαριασμοί και οι κλητήρες πηγαινοέρχονται και η κοπέλα άφαντη. Τα παράτησε ένα πρωί και τώρα την κυνηγάνε από παντού. Είχαμε επαφή μ΄αυτή την κοπέλα όταν το άνοιξε. Την σύστησα σε προμηθευτές και της έλεγα τα «μυστικά» της δουλειάς. Η μάνα μου επιμένει ότι είχε πάρα πολλή δουλειά. Εγώ ξέρω ότι το τόσο, ο πελάτης το κάνει τόοοοοσο. Άσε που όσο και να΄ναι, τελικά δεν φτάνει. Το τηλέφωνο όμως δεν έγινε για κουτσομπολιό. Έγινε για να μου πει πόσο ευτυχισμένη είναι που κατάφερα και πούλησα το μαγαζί χωρίς να τρέχω στα δικαστήρια και πόσο χαρούμενος είναι ο μπαμπάς που κοιμάται ήσυχος πια τα βράδια.

Ο λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι για όλους αυτούς που έχουν σκοπό ν΄ανοίξουν εμπορικό κατάστημα και το βλέπουν το ίδιο ρομαντικά όπως εγώ τότε. Τα έξοδα που κάποιος υπολογίζει για ένα κατάστημα (εκτός απ΄το κεφάλαιο που απαιτεί απόσβεση και δεν είναι να το ξεχνάς καθώς και ο «αέρας») είναι συνήθως τα γνωστά: φως, νερό, τηλέφωνο, νοίκι, τέβε. Χίλια πεντακόσια ευρώ όλα αυτά, στην καλύτερη (ή μάλλον, στην πολύ καλύτερη). Ξεκινώντας με αυτά τα χρήματα ανά μήνα και μάλιστα απ΄το κέρδος και όχι απ΄τον τζίρο, μιλάμε για ήδη δύσκολη κατάσταση.

Τα υπόλοιπα, έρχονται κατακέφαλα: δήμος, επιμελητήρια, εφορίες, αναλώσιμα και ίσως τα έξοδα ενός υπαλλήλου. Δυσβάσταχτα ποσά ακόμα και για μια «υγιή» επιχείρηση. Γιατί τα έξοδα είναι έτσι «φτιαγμένα» πλέον ώστε να είναι αναλογικά των εσόδων.

Θα μου πείτε, πώς επιβιώνουν όλα αυτά τα μικρά εμπορικά καταστήματα. Ειλικρινά αρχίζω και αναθεωρώ για την δύναμη της φρούδας ελπίδας, του ηλίθιου εγωισμού και της επιδειξιομανίας. Κανένα μαγαζί δεν πήγαινε καλά αλλά κανείς δεν το έβαζε κάτω. Επιταγή στην επιταγή, διακανονισμός στον διακανονισμό και ένα σωρό τερτίπια για να κρύβονται απ΄τους πιστωτές. Κάποιοι έβαλαν συνεταίρους, άλλοι πήραν δάνεια, άλλοι πούλησαν οικόπεδα και άλλοι έσβηναν τα φώτα για οικονομία.

Σήμερα νοιώθω ήσυχη. Μπορεί να μην καταφέρω ποτέ να «πιάσω την καλή», μπορεί να κουράζομαι εξίσου αλλά τουλάχιστον ο μπαμπάς μου κοιμάται ήσυχος πια το βράδι και αυτό -αν και άργησα πολύ να το συνειδητοποιήσω- είναι το πολυτιμότερο πράγμα του κόσμου όλου.

p.s. Μόλις έμαθα, ότι το μαγαζάκι μου δεν υπάρχει πια. Έκλεισε. Δεν ξέρω τι να αισθανθώ.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, POLITICS | 31 σχόλια »