X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Σεπτέμβριος 15th, 2006

REALITY SHOPS

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Σεπτέμβριος 15, 2006

Μου τη δίνει να είμαι απόλυτη και κακιά αλλά μερικές φορές δεν κρατιέμαι. Ο σημερινός πονοκέφαλος με έριξε στο κρεβάτι απέναντι στην τηλεόραση. Ορδές καινούργια και παλιά ταλέντα και ατάλαντα, γέμισαν τα στούντιο. Και οι κριτές χαλαροί, αστείοι, πετάνε και κάνα πικρόχολο, κρίνουν το «μέλλον» τους και τσεπώνουν τα φράγκα εις βάρος τους. Μα πόσο μαλάκας πρέπει να είσαι για να πας σε ένα τέτοιο πράγμα; Θα μου πεις, έχω όνειρα, έχω σπουδές, έχω ταλέντο αλλά δεν υπάρχει τρόπος να τα καταφέρω αλλιώς.

Διαφωνώ. Αν δεν τσουλάει παράτα τα ή κάντο χόμπι. Τα «κυνήγα το όνειρό σου» και «μην τα παρατάς εύκολα» είναι μαλακίες και τα λένε κάτι τελειωμένα ρομποτάκια. Δεν αξίζει όλο αυτό αν είναι να φας την ζωή σου, αν είναι να δυστυχήσεις και να γίνεις και κλόουν από πάνω. Και όλα αυτά ΑΝ πετύχεις. Το άλλο το σκέφτηκες; Ότι δηλαδή μια χαρά την κάνουν την δουλειά τους όλοι αυτοί στις πλάτες των «ταλέντων» και έτσι διαιωνίζεις μια άρρωστη κατάσταση; Αύριο δηλαδή τί, θα τους βάζουνε να κάνουν live πλαστικές για να γίνουν πραγματικοί αστέρες;

Άκουσες πώς τα ονομάζουν; Ακαδημίες. Σιγά ρε μην είναι και ΤΕΙ. Δηλαδή πόσο πιο ψαρωτικό τίτλο να ψάξουν να σου βρουν για να καλύψουν την φόλα; Πόσους κλαψομούνικους ηθικοπλαστικούς διθυράμβους να βγάλει ο Μεταξόπουλος για να πείσει την θεία Νίτσα ότι αυτό το πράγμα είναι σχολείο; Ας πει κάποιος επιτέλους στον Μεταξόπουλο ότι η θεία Νίτσα καίγεται να μάθει ποιός πήδηξε ποιά στην τουαλέτα και όχι αν ο κάθε μαλάκας εκεί μέσα έχει καλή σκηνική παρουσία. Αλλά ο Μεταξόπουλος την γέμισε την σχολή του, γέμισε την τσέπη του, πέρασε και για «καλός πατέρας» και καλείσαι εσύ τώρα να βγάλεις από πάνω σου τη ρετσινιά «παιδί των reality» και να καταφέρεις να βρεις μια δουλίτσα.

Θεωρώ ότι το «όνειρο» του κάθενός πρέπει να έχει συγκεκριμένες οδούς. Αλλιώς δεν είναι όνειρο και δεν αξίζει για όνειρο. Τα όνειρα είναι συννεφένια, όχι χωμάτινα. Για τα όνειρα πρέπει να πετάξεις, όχι να κυλιστείς, γιατί ακόμη κι αν τα καταφέρεις θα είσαι βρώμικος και θα έχεις ξενερώσει. Όταν είσαι διατεθειμένος να παραμερίσεις την αξιοπρέπειά σου (ότι σημαίνει αυτή η λέξη για τον καθένα μας), την προσωπικότητά σου και την ευτυχία σου για να γίνεις αυτό που θέλεις, μετά ρε φίλε τί θα το κάνεις;

Η χειρότερη κατάταξη «ταλέντων» είναι οι αθώοι, αυτοί που δεν βλέπουν την εκμετάλλευση και την ξεφτίλα σε όλο αυτό. Που γλύφουν δεξιά αριστερά και παίζουν το παιχνίδι τους υπερασπιζόμενοι όλη αυτή τη φρίκη καταλήγοντας γραφικά ερείπια σε άλλα reality να παραπονιούνται που δεν τους θυμούνται ή δεν τους «στήριξαν». Ή η μειοψηφία που γίνεται μεγάλο όνομα και παρακινεί τα πιτσιρίκια να κάνουν το ίδιο.

Έβλεπα reality αλλά δεν θέλω να ξαναδώ. Τα έβλεπα όχι για να ακούσω ωραίες φωνές αλλά γιατί είμαι κουτσομπόλα και έσπαγα πλάκα. Σήμερα όμως μου σφίχτηκε το στομάχι. Όπως ακριβώς όταν έβλεπα παλιά την Πάνια να ξεφτιλίζει τους Κάτμαν και τους Ταμπάκηδες. Τελικά έχω να ομολογήσω ότι η Πάνια είναι μια χαρά παιδί μπροστά στα λαμόγια της μικρούτσικης ακαδημίας.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 40 σχόλια »

ΛΑΣΠΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑΣΕΜΙΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Σεπτέμβριος 15, 2006

Δίπλα στο σπίτι μου στην παλιά γειτονιά είχε ένα δασάκι. Τριγύρω σπίτια, ανηφόρες, χωματόδρομοι και λάσπη. Καμμιά φορά διαβάζω στα κλασσικά μυθιστορήματα για όλη αυτή την εμμονή με την λασπουριά και τους καταλαβαίνω απόλυτα. Ήταν αδύνατο να μην σε επηρρεάσει τόση γλίτσα. Από το γήπεδο του Ιωνικού και μέχρι επάνω στο βουνό, κατσάβραχα και χωματόδρομοι. Κάποιοι γείτονες έστρωναν το κομμάτι έξω από το σπίτι τους με τσιμέντο και εμείς πηγαίναμε κρυφά και το κάναμε δρόμο του Χόλυγουντ. Με μούντζες, αστέρια και υπογραφές.

Το κάθε σπίτι τότε είχε το δικό του κομμάτι τσιμεντοπεζοδρομίου για αυστηρά προσωπική χρήση. Μπουγάδες, γλάστρες, ντιβάνια και τραπεζοκαρέκλες. Μια γειτόνισσα είχε βάλει αριστερά δεξιά τελάρα μόνο και μόνο γιατί την ενοχλούσαμε με τις λασπουριές μας. Τότε τα πεζοδρόμια ήταν κάτι σαν βεράντες και περπατούσες μόνο στον δρόμο εκτός αν σε καλούσαν να κάτσεις για ουζάκι ή σου’χαν σκάσει την μπάλλα και ήθελες να εκδικηθείς αφήνοντας πατημασιές.

Και μετά ήρθε η «αλλαγή». Οι μεγάλοι δρόμοι στρώθηκαν με άσφαλτο. Κάποιοι γείτονες έβαλαν άσπρες πλάκες στο πεζοδρόμιό τους και μάζεψαν τα σκοινιά με τα σώβρακα. Ένας πανέξυπνος δίπλα μας, έστρωσε γυαλιστερό μάρμαρο και όλη μέρα μαζεύαμε τις γριές που έτρωγαν σούπες η μιά μετά την άλλη. Η θεία Μιρέγιω ξήλωσε το γιασεμί και έβαλε τριαντάφυλλα ενώ ο ξινός απέναντι έβαλε κάγκελα. Ένα μπάχαλο.

Μέχρι την ημέρα που αναγκάστηκε να παρέμβει ο Δήμαρχος. Ανακοίνωσε σε όλους ότι τα πεζοδρόμια είναι «δημόσιοι χώροι» και ότι πρέπει η πόλη μας να έχει σχέδιο και αισθητική. Της πουτάνας έγινε. Η διπλανή αρνήθηκε να ξανασκουπίσει το δικό της και φώναζε «τόσα χρόνια τα πλένουμε, τα καθαρίζουμε και θα έρθετε τώρα να μας πείτε ότι δεν είναι δικά μας; Τσάμπα σας ψηφίσαμε». Ο άλλος που τον υποχρέωσαν να ξηλώσει τα κάγκελα, πήρε επιτόπου έναν κασμά και άρχισε να ξηλώνει την άσφαλτο. Ο θείος Μιχάλης που δούλευε κορδελιάστρης πήρε την φαλτσέτα απ΄τα φόντια και άρχισε να κυνηγάει τον Δήμαρχο. Δεν ξανάρθε. Έβαλαν όλοι καρέκλες στα πεζοδρόμια και φύλαγαν καραούλι, μην τους τα πάρουν για “δημόσια”.

Σύντομα άρχισαν τα έργα. Αυτά που για μια δεκαετία ταλάνιζαν τα προάστια του Πειραιά. Τότε κάθε δίμηνο ξήλωναν την άσφαλτο, άνοιγαν τρύπες, έβαζαν πελώριους σωλήνες και ξαναέστρωναν την άσφαλτο. Αλλά ήταν ξεχασιάρηδες οι μπαγάσες. Μετά από λίγο άλλα συνεργεία ξεκινούσαν το ξήλωμα και φτου κι απ΄την αρχή. Η γιαγιά είχε βαρεθεί να ψήνει καφέδες στους εργάτες. Τότε στην Νίκαια ήταν δήμαρχος ο Στέλλιος. Όταν τον ρώτησε η μάνα μου γιατί όλο αυτό το ράβε – ξήλωνε, της έδωσε την πιο αστεία απάντηση ever «ε, κυρά Λίτσα, περίσεψαν κάτι λεφτά και είπαμε να το κάνουμε σιγά σιγά».

Λάσπη και των γονέων. Αν δηλαδή τότε είχαμε κάνα Ντοστογιέφσκι στην Νίκαια, θα σκίζαμε στην λασπολογοτεχνία. Κάποια στιγμή οι δρόμοι μπαλώθηκαν για τα καλά (φαίνεται του τέλειωσαν τα λεφτά του Στέλλιου) και τα πεζοδρόμια ξανάγιναν ιδιωτικά. Οι περαστικοί είχαν άπλα να περπατούν πια στην άσφαλτο.

Το δασάκι γέμισε κάγκελα τριγύρω και ο κυρ Θόδωρας πήρε τα κλειδιά της μεγάλης σιδερένιας πόρτας που την άνοιγε μόνο Κυριακές. Αν ήθελες να μπεις να μαζέψεις χόρτα για πίτα, έπρεπε να πας να του χτυπήσεις το κουδούνι, να σε βρίσει, να στείλεις την γιαγιά σου να τον βρίσει κι αυτή και μετά να έρθει η κόρη του, να του πάρει τα κλειδιά με το ζόρι και να σου ανοίξει. Ευτυχώς ο θείος μου στράβωσε ένα κάγκελο και μπαίναμε όλοι από εκεί και φτιάχναμε χορτόπιτες όποτε θέλαμε.

Στην γειτονιά μου ακόμα τα πεζοδρόμια είναι ιδιωτικής χρήσης. Άλλα με μάρμαρο, άλλα με κάγκελα, άλλα με ντιβάνια. Το αγαπημένο μου είναι με φούλι και βασιλικό. Ο κυρ – Θόδωρας πέθανε και το δασάκι είναι πάντα ανοιχτό. Ο Στέλλιος κατεβαίνει λένε πάλι για δήμαρχος. Άμα θέλεις να γράψεις λογοτεχνία για λάσπες με αισθητική, νομίζω ότι σύντομα θα είναι το καταλληλότερο μέρος.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 9 σχόλια »