ΠΕΡΙΕΡΓΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούλιος 28, 2006
Η ημέρα ξεκινούσε προβλέψιμα. Βλέπεις, όλοι είμαστε προγραμματισμένοι για να κάνουμε συγκεκριμένα πράγματα, σε συγκεκριμένους χρόνους ειδικά όταν δουλεύουμε. Έντεκα κορίτσια, σε ένα γραφειοκουζινάκι με έντεκα καρέκλες, ένα τασάκι, ένα γραφείο και ένα ψυγειάκι. Ήξερες τις κινήσεις απ΄έξω. Κάποια θα χτύπαγε τον καφέ με το κουταλάκι μέχρι να σιγουρευτεί ότι σε ξύπνησε για τα καλά, άλλη θα έτρωγε, άλλη θα έραβε μόνιμα την άσπρη ρόμπα, άλλη θα μας κατάβρεχε αγιασμούς και άλλη θα αργούσε.
Όλα αυτά, μέχρι να έρθει το πρώτο ραντεβού και να αρχίσουν οι καυγάδες. «Όχι, δεν μπορώ να την πάρω εγώ», «εμένα δεν με χωνεύει», «έχω περίοδο, δεν μπορώ να δουλέψω σήμερα», «βρωμάνε τα πόδια της», «όταν της κάνω μασάζ κλάνει» κ.τ.λ. Μέχρι την στιγμή που επενέβαινε η υπεύθυνη (άλλωστε άμα βάλεις ένα γραφείο ακόμη και μέσα σε ένα μικροσκοπικό κουζινάκι είναι σίγουρο ότι πάντα θα βρεις έναν κώλο υπεύθυνης πρόθυμο να κάτσει) και έκανε τον διαιτητή. Οι δουλειές μοιράζονταν και η μέρα άρχιζε. Αν σε κάποια από εμάς τύχαινε αποτρίχωση ή μασάζ, όλη την υπόλοιπη μέρα κάναμε καθιστές δουλειές για να ισοφαριστεί η κούραση και τούμπαλιν.
Μεγάλος πρόλογος αλλά ένα-ένα μου ΄ρχονται. Οι τύποι κοριτσιών ήταν συγκεκριμένοι. Είχαμε την αναρχική με τα άρβυλα και τα κολλητά μαύρα παντελόνια, την αγχωμένη κοκκάλω πάλι-πάχυνα-στα-βλέφαρα, την είμαι-παρθένα-και-νηστεύω, την γεροντοκόρη, την Μις-Κερατσίνι-1964, την είμαι-νυκοκοιρά-και-αστράφτω και τέλος πάντων πολύ χτυπητούς τύπους ανθρώπων, προφανώς επελεγμένες για να «ταιριάξουν» με όλων των ειδών τις πελάτισσες.
Η αγαπημένη μου, ήταν η ξινή. Πολύ μου είχε κάνει εντύπωση αυτός ο τύπος ανθρώπου. Και δεν μιλάω για παροδικά νευράκια και ιδιοτροπίες. Μιλάω για έναν μόνιμα ξινό άνθρωπο που ζύγιζε την κάθε λέξη, το κάθε νεύμα και την κάθε γκριμάτσα έντεκα συναδέλφων από το πρωί ως το βράδι και είχε πάντα λόγους να βγάζει κακίες και ξινίλα. Ήμουν τότε 19, μες την τρελλή χαρά που δούλευα στην δουλειά που αγαπούσα και πρέπει σαν καινούργια να ήμουν τελείως ούφο για τις υπόλοιπες εκεί μέσα. Μέχρι που ανακάλυψα ότι η ξινή είχε πρόβλημα και μαζί μου. Στ’αρχίδια μου φυσικά, άλλο που δεν ήθελα να μην έχω πολλά πολλά μαζί της. Αλλά πού.
Συνήθως με τα άλλα κορίτσια, η φάση μαζί της, πήγαινε κάπως έτσι. Πέταγε η ξινή μια κακία του τύπου «και σταμάτα να με κοιτάς έτσι, τρεις φορές έχω ξεματιαστεί από το πρωί!», μετά τσίμπαγε η κακομοίρα που την «μάτιασε» και άρχιζαν τα δράματα. «Που εγώ ποτέ δεν ματιάζω», «ναι, αλλά προχθές που με κοίταξες, μου λερώθηκε η ρόμπα», «που είσαι κακιά», «που είσαι γκαντέμω και ζηλεύεις», «που τί να ζηλέψω, μάζεψε πρώτα τα βυζιά σου απ΄το πάτωμα», «δεν μπορώ σκοντάφτω στην κοιλιά σου» ε, τώρα μην τα γράφω όλα, καταλάβατε.
Πάω λοιπόν ένα πρωί και πετάει τη μαλακία η ξινή «τί θα γίνει Ντινάκι, θα σταματήσεις να φοράς κάθε μέρα τα ίδια παπούτσια με μένα;» (βέβαια, όταν έλεγε «παπούτσια», εννοούσε τα άσπρα σαμπό που φορούσαμε και οι ογδόντα κοπέλες υποχρεωτικά – αργότερα έμαθα ότι τα είχαμε πάρει από το ίδιο φαρμακείο γι΄αυτό τα θεωρούσε «ίδια»). Εννοείται ότι σε ένα τόσο μικροσκοπικό κουζινάκι με έντεκα άτομα γύρω γύρω στριμωχτά ήταν κομμάτι δύσκολο να κάνεις τον κινέζο. Ψιλοπροσπάθησα βέβαια να κάνω τον κινέζο βουτώντας τα μαλλιά της διπλανής με το ζόρι να της κάνω κοτσίδια, αλλά η ξινή εκεί «ε, μικρό, δεν πάλιωσες αρκετά για να μας γράφεις ακόμα». Οι άλλες…τους κινέζους και έτοιμες να ξεκαρδιστούν.
Και τότε είπα την πρώτη παπαριά που μου ΄ρθε στο κεφάλι για να την ξεφορτωθώ «αφού δεν έχω άλλα παπούτσια, κάτσε να πληρωθώ και θα πάω να πάρω, άσε που χρωστάω ακόμα τα σιάτσου στην σχολή». Κουβέντα η ξινή. Οι άλλες δεν το πίστευαν. Την άλλη μέρα ήρθε στα κρυφά και μου ζήτησε συγνώμη. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά που μου είπε : «κοίτα καλά να μην γίνεις σαν κι εμένα, για να μην χρειαστεί ποτέ να φέρεις ένα μικρό παιδί στο σημείο που σε έφερα εγώ».
Από εκείνη τη στιγμή ήμουν το υιοθετημένο της (ήταν μεγάλη σε ηλικία και δεν είχε παιδιά, ούτε οικογένεια). Ψιλογελούσε καμμιά φορά στα κρυφά όταν ήμασταν οι δυό μας και ποτέ μα ποτέ δεν με άφηνε χωρίς να μου συμπληρώσει τα ποσοστά μου για να μην χάσω το μπόνους. Κάτι, που το έμαθα χρόνια αργότερα. Α, και δεν με άφησε ποτέ ξανά να κάνω μασάζ σ’εκείνη που έκλανε.
Τί περίεργος άνθρωπος.
(αλλά όχι και τόσο για να μην γράψω δυό κουβέντες γι΄αυτήν)
Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 27 σχόλια »





