X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Ιούλιος 11th, 2006

ΠΑΕΙ Η ΠΑΡΟΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούλιος 11, 2006

(two to go)

Το ταξίδι ξεκίνησε με απειλές από τον γιατρό : «έφερα δέκα σαμαρόπετρες, μία για τον καθένα». Φυσικά, έπρεπε να το είχα καταλάβει. Δηλαδή ρε γιατρέ όταν πάνε και δίνουν ένα τέτοιο όνομα σε κρασί, εγώ τί ακριβώς περιμένεις να καταλάβω; Χάθηκε να το ονομάσουν «γλυκόπιοτο», «ελαφροκέφαλο» ή «το κρασί της παρέας»; Όχι βέβαια. Οι άνθρωποι είναι τίμιοι. Όχι σαν κάτι απατεώνες διαφημιστές. Σου λέει, να το πιεί το θύμα, αλλά να ξέρει και τί τον περιμένει. Μυαλό θέλει; Το ότι βέβαια φέρανε γιατρό στην παρέα έπρεπε να μας υποψιάσει, αλλά πού.

Ως λογική συνέχεια, η παρέα ασχολήθηκε εκτενώς με το πόσο πόρνες θα γίνουν οι κόρες του επίτιμου ζευγαριού που έμειναν στα πονηρά χέρια του παππού και της γιαγιάς στην Αθήνα. Που μπορεί να είναι νιάνιαρα αλλά ο πατέρας πληροφορήθηκε εκτενώς πώς, πότε και τί θα κάνουν. Οι συμβουλές ήταν να αρχίσει από τώρα να μετράει ωάρια. Που σιγά το δύσκολο γιατί αν είχε γιο, το εγχείρημα θα ήτο απείρως δυσκολότερο. Και φαντάσου αδελφάκι μου να έχει ο γιός σου παραπάνω σπερματοζωάρια κατά την καταμέτρηση. Φρικάρισε ο πατέρας και άρχισε τα συνθήματα «γαμιέται ο Πειραιάς» και κάτι άλλα απελπισμένα. Ο γιατρός πήρε το εργαλείο και του το έχωσε στην μύτη.

Μόνο ένας Πικάσο θα μπορούσε να σου αποδώσει το σουρεάλ της εικόνας αν φυσικά δεν έχεις πιει ποτέ σαμαρόπετρα.

Το παράνομο ζευγαράκι έκανε την δουλειά του άψογα. Αγκαλίτσες, χαιδέματα, ώρες κολλημένοι ή χαμένοι στο δωμάτιο, φιλάκια, φωτογραφίες και όλα αυτά τέλος πάντων που φέρνουν σε δύσκολη θέση έναν παντρεμένο άντρα αλλά εγγυώνται ότι η γυναίκα του θα περάσει ΠΟΛΥ καλά. Καλτσό, στημένη στην είχα. Από ΄δω και πέρα θα έχω πάντα δυό ερωτευμένα μαζί μου.

Βέβαια, θα αποφεύγω να παίρνω μαζί μου λεσβίες και ειδικά αυτές που παίζουν παιχνίδια όπως «κουνουπιέρα». Μαλακία. Όλη νύχτα η μία έκανε το κουνούπι και η άλλη φλίταρε. Μα καλά ρε κορίτσια, δηλαδή πόσο γκαβλωτικό είναι να κάνεις το κουνούπι; Και ΄μεις έχουμε κορεστεί αλλά χάθηκε ρε παιδί μου να παίξετε τίποτε κοκκινοσκουφίτσες να κοιμηθούμε και μεις; Το πρωί το «κουνούπι» ήταν μαστουρωμένο από το φλιτ και φώναζε συνέχεια «τράβα μαλλί». Ετοίμαζε το επόμενο ρεπερτόριο προφανώς. Η γκόμενά της, με- τα- μαύρα- μάτια- και- τα- χοντρά- πόδια πρότεινε Άλτις. Αυτό ξέρει, αυτό εμπιστεύεται (sic).

Η οικοδέσποινα απ΄την άλλη, κυρία. Ε, όχι και τόσο κυρία μεταξύ μας. Το να φοράς το πιο σέξι μαγιό του κόσμου, πλαστικά γάντια και να σκύβεις διαρκώς κάνοντας τον και-καλά-κηπουρό θα ΄πρεπε να με είχε υποψιάσει. Η αμέσως επόμενη ένδυση με την σέξι ποδίτσα και το κουζινομάχαιρο, τα εξήγησε όλα. Ο καφές φουντούκι ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Ζούμε σε έναν πολύ διεστραμμένο κόσμο τελικά.

Πίκτσουρ δις. Κάθομαι πάνω σε πέτρινο πεζούλι, ο αέρας βαράει όπως βαράει συνήθως ο αέρας αφού χέσεις πατόκορφα τον Αίολο και όλο του σόι, από κάτω η πισίνα, η αιώρα και οι ξαπλώστρες, ο αράπης να τρώει χόρτα και να γλυκοκοιτάζει τον πόντικα, το παράνομο ζευγαράκι τα γνωστά, η υπόλοιπη παρέα να σαπίζει τριγύρω και η Πάρος εκεί. Από κάτω. Σα να σου λέει, «μαλάκα κάτσε όσο θες. Να ξέρεις όμως ότι θα φροντίσω να διαρκέσει πολύ λιγότερο απ΄ότι νομίζεις. Δέκατα δευτερολέπτου κι ας κάθεσαι ώρες. Έτσι, για να ξανάρθεις και να νομίζεις ότι δεν έχεις πατήσει ποτέ ξανά το πόδι σου εδώ».

Και εσύ ανυποψίαστη. Σαν χάνος κοιτάς τα ηλιοβασιλέματα, συνεχίζεις να ξεχέζεις τον Αίολο και λες δε μπορεί, στ΄αλήθεια το ζω. Δεν μπορεί όλο αυτό ποτέ να τελειώσει.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, Uncategorized | 31 σχόλια »