X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Ιούνιος 23rd, 2006

ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούνιος 23, 2006

Το βασικότερο που έχω μάθει στις δουλειές που έχω κάνει είναι πως οι συνθήκες εργασίας είναι πάντα αντιστρόφως ανάλογες με τον χώρο εργασίας. Όσο πιο εντυπωσιακός ο χώρος και οι ανέσεις, τόσο πιο απάνθρωπες οι συνθήκες, τόσο πιο ξινά τα αφεντικά και οι συνάδελφοι.Το «πολιτισμένο περιβάλλον» ήταν πάντα κάτι που μου έκανε τζιζ.

Ο πιο όμορφος χώρος που έχω δουλέψει ποτέ, χωμένος κάπου στην Αθήνα, ήταν ένα τεράστιο γυάλινο κτίριο. Έξι ορόφοι καλλωπισμού με υπόγεια πισίνα, καφετέρια, κατάστημα με είδη ευζωίας, γυμναστήριο και γαμιστερό γραφείο. Όταν χρειαζόταν να ξεναγήσω τους πελάτες στον χώρο είχα beeper για να με εντοπίζουν οι συνάδελφοι και ειδικές τιμές σε ότι προιόν αγόραζα. Παράδεισος σκέτος.

Μέχρι που έμαθα τους κανόνες. Έναρξη ωραρίου 8,30 ακριβώς. Όποιος αργούσε πέρναγε πρώτα από το γραφείο του διευθυντή και ξεκινούσε την μέρα του με ένα ωραιότατο χεσίδι που δεν εξαντλούνταν ποτέ, ακόμα κι αν αργούσες τρεις μέρες στο σερί. Η ενδυμασία ήταν συγκεκριμένη. Ταγιέρ, τακούνια, λευκή ποδιά και απαραιτήτως έντονο μακιγιάζ.

Απαγορευόταν να μιλήσεις σε συναδέλφους στον ενικό και για οτιδήποτε πέραν της δουλειάς. Το διάλειμα ήταν είκοσι λεπτά και το τσιγάρο απαγορευόταν ακόμη και στην τραπεζαρία ενώ όσες καπνίζαμε το κρύβαμε γιατί μας θεωρούσαν στην καλύτερη, ζώα. Όταν δεν υπήρχαν πελάτισσες για πώληση, είτε έτρεχες στους ορόφους και μάζευες όλο σου το θάρρος να πιάσεις κουβέντα στις ήδη υπάρχουσες και να τους πουλήσεις  κάτι καινούργιο, είτε έπρεπε να τηλεφωνήσεις σε νέες πελάτισσες για telemarketing.

Όποιο από τα δύο διάλεγες ήσουν υποχρεωμένη να φέρεις γύρω στις δέκα πωλήσεις την ημέρα και να ενημερώσεις στο τέλος του ωραρίου σου τον διευθυντή, τί ακριβώς έκανες στο οχτάωρό σου. Ή (το πιο συχνό) γιατί δεν τα κατάφερες. Και τότε έβρισκε ευκαιρία ο κάθε μαλάκας που δεν είχε πουλήσει ούτε ένα τσιμπιδάκι στην ζωή του να σου κάνει κύρηγμα τί σημαίνει πώληση, πώς γίνεται και πόσο πιο χαμηλά πρέπει να πέσεις για να τα καταφέρεις. Η κουβέντα τελείωνε γύρω στις δύο ώρες μετά το πέρας του ωραρίου και το ρεζουμέ ήταν πάντα το ίδιο. Ότι ο μισθός έπρεπε να μειωθεί για να σου δοθεί κίνητρο να αυξήσεις τις πωλήσεις σου και να κυνηγάς περισσότερο τα ποσοστά.

Στην πορεία, ο μισθός εξαφανίστηκε εντελώς και πληρωνόμασταν αποκλειστικά με ποσοστά και μπόνους που ήταν κυριολεκτικά της πείνας. Η νοοτροπία των εργοδοτών που διαθέτουν τους πολιτισμένους χώρους είναι η εξής : «Έδωσα τα ωραία μου λεφτάκια για να σε κάνω άνθρωπο και είναι τιμή σου μόνο και μόνο που σε αφήνω και δουλεύεις εδώ».

Το πιο σπαστικό απ΄όλα ήταν ο ανταγωνισμός. Όταν πρέπει να ζήσεις την οικογένειά σου αποκλειστικά από ποσοστά που προέρχονται από συγκεκριμένο πελατολόγιο οφείλεις να γίνεις bitch. Ήταν όμως περισσότερο θέμα ανθρώπου. Εκείνες που τα κατάφερναν είχαν συνήθως περισσότερο θράσσος ή περισσότερη ανάγκη. Συνήθως ντρεπόμουν εκεί που καθόταν η πελάτισσα στην καφετέρια να πάω στην ψύχρα να καθίσω δίπλα της και να την ενημερώσω στο άσχετο για τις καινούργιες θεραπείες και «πόσο έπεσε το βλέφαρό σας» και «πόσο μεγάλωσε ο κώλος σας» και «πα πα πα τί κυτταρίτιδα είναι αυτή που έχετε, από μακριά την είδα».

Προτιμούσα πάντα το telemarketing. Οκτώ ώρες σε ένα γραφειάκι, μια λίστα μπροστά μου από 100 περίπου τηλέφωνα που ψάρεψαν παράνομα οι διευθυντές από διάφορους ανταγωνιστές, χωρίς καφέ ή τσιγάρο και καμμιά εκατοστή στην λιγότερη «άντε γαμήσου» απαντήσεις για ενθάρρυνση. Για περίπου πέντε χρόνια.

Μέχρι σήμερα βλέπω τηλέφωνο και τρέχω. Το μίσησα. Ζήτημα είναι να μιλήσω για ένα λεπτό και αυτό αν με πάρουν. Οι φίλοι μου ξέρουν ότι πολύ σπάνια θα τους τηλεφωνήσω. Μέχρι σήμερα βλέπω γυάλινα κτίρια και «πολιτισμένα περιβάλλοντα» και τρέμω. Βλέπω στις διαφημίσεις χαρούμενους υπάλληλους ντυμένους στην τρίχα και ανατριχιάζω.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, MEMORIES | 24 σχόλια »