X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Ιούνιος 1st, 2006

Η ΚΡΑΤΗΤΗΡΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούνιος 1, 2006

Το πατρικό μου ήταν λιγάκι περίεργο. Μπροστά απ΄την φάτσα ένα τριώροφο και πίσω μικρά μικρά κολλητά καμαράκια. Το τριώροφο ήταν καινούργιο και τα καμαράκια γύρω γύρω στην πίσω αυλή, τα απομεινάρια της παλιάς γειτονιάς που τα πρόλαβα λίγο πριν ερειμώσουν και γίνουν αποθήκες. Απ΄έξω είχαν σοβά και μέσα χώμα. Τόσο κόκκινο χώμα που όταν έπεφτε ο σοβάς το κάναμε λάσπη και βαφόμασταν Ινδιάνοι. Πού και πού έβγαινε από μέσα κάνα ποντίκι και το κρύβαμε απ΄τη γιαγιά για να μην το κάψει με λάδι. Με ένα μάλιστα, είχα μοιραστεί το μισό σάντουιτς. Η γιαγιά τράβαγε τα μαλλιά της.

Έξω απ΄την αυλή ένα δρομάκι γεμάτο τσουκνίδες δεξιά και αριστερά και στην πόρτα μας μπομπόνες τριανταφυλλιάς μαζί με φούλι, μωβ καμπανούλες και «σκουλαρίκια». Δεν ξέρω πώς τα κατάφερνα και κάθε μέρα σκουντούφλαγα μέσα στις τσουκνίδες. Απίστευτο τσούξιμο. Ειδικά αν ήταν καλοκαίρι και φόραγες σορτσάκι. Μετά λοιπόν την τούμπα στις τσουκνίδες το καλύτερο ήταν να τρέξεις να βουτήξεις με την μούρη στο οικόπεδο με τις μολόχες. Δυό τρεις κωλοτούμπες και πάει το τσούξιμο. Η γιαγιά έλεγε ότι για κάθε τι στην αυλή μας υπήρχε το αντίδοτο. Όπως οι μολόχες για τις τσουκνίδες, όπως ο παππούς για τον κόκκορα ή οι γάτες μας για τα ποντίκια. Έκανα ότι συμφωνούσα και δεν της έλεγα ότι υπήρχε κι άλλο αντίδοτο στην αυλή. Εγώ για τις γάτες. Τα ποντίκια στην δική μας αυλή δεν είχαν αντίδοτο.

Όταν ζούσαμε στα καμαράκια όλη η γειτονιά μαζευόταν στην κοινή αυλή. Όλες οι πόρτες έβλεπαν σ΄αυτή την αυλή. Καμμιά φορά έβαζαν πολύχρωμες λάμπες, έφτιαχναν μεζέδες και ερχόταν ο θείος Στεφανής που ήταν μεγάλος τραγουδιστής στην ταβέρνα της πλατείας και μας τραγουδούσε τσάμπα. Μου τραγουδούσε κάθε φορά το αγαπημένο μου τραγούδι «τα μαύρα μάτια σου» και η γιαγιά δάκρυζε. Άλλες φορές όταν ήθελαν να διασκεδάσουν στην πλατεία χωρίς πιτσιρίκια, μας έλεγαν να πάμε στην θεία και να φέρουμε την κρατητήρα. Η κρατητήρα ήταν κάτι σαν κλήρος για μια από τις γυναίκες της αυλής. Πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια και λέγαμε : «θεία, μας είπαν να μας δώσεις την κρατητήρα». Πάντα μας απαντούσαν : «καλά, παίξτε λιγάκι και την ετοιμάζω». Ήταν το σύνθημα για να μας κρατήσει μέχρι να επιστρέψουν οι δικοί μας. Και εμείς τα χαζά ποτέ δεν ρωτήσαμε τί ήταν αυτή η ρημάδα η κρατητήρα.

Η αγαπημένη μου δουλειά στα καμαράκια ήταν να φτιάχνω τα κεραμίδια. Ανεβαίναμε με την αδελφή μου γιατί η γιαγιά ήταν κουτσή και δεν μπορούσε και κλείναμε τις τρύπες με καινούργια κεραμύδια. Καμμιά φορά έκανα ότι γλιστρούσα και πέταγα δυό τρία κεραμύδια κάτω για να παρατείνω την παραμονή μου στην στέγη. Δαγκωνόταν η γιαγιά αλλά ήμουν πολύ ψηλά για να με πιάσει. Μια άλλη φορά πήγα άκρη άκρη για να δω την φωλιά που είχαν φτιάξει οι μέλισσες. Είχαν κάνει τον τοίχο σουρωτήρι και ο παππούς, μου είχε πει πως όταν το γκρεμίσουμε θα έχει μέσα μια τεράστια κυρήθρα. Πήγα πολύ κοντά όταν άρχισε ο παππούς να φωνάζει να πηδήξω. Δεν ήταν μέλισσες, ήταν λέει σφίγγες και μπούμπουνες. Μάλλον επειδή μπουμπουνίζανε αντί να ζουζουνίζουν. Του είπα, δεν πειράζει κι αυτές ωραίες είναι. Και τότε ήρθε ένας μπούμπουνας και μου μπουμπούνισε το κούτελο. Ανάμεσα στα μάτια. Και τότε έπεσα από τα κεραμύδια πάνω στην γάτα. Τίποτε δεν έπαθα. Η γάτα ούτως ή άλλως με μισούσε.

Τα καμαράκια γκρεμίστηκαν αργότερα. Τώρα είναι πάρκινγκ. Έμεινε μόνο η μπομπόνα με τα τριαντάφυλλα. Από εκείνα τα μεγάλα τα κόκκινα που μυρίζουν. Οι γάτες είναι ακόμα εκεί.

Τα ποντίκια κι εγώ φύγαμε για πάντα.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 30 σχόλια »