X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Ιούνιος, 2006

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούνιος 29, 2006

Άμα πας σε έναν μανάβη της πλάκας να πάρεις μανταρίνια, θα σε βρίσει και θα σε πει και άσχετη που δεν ξέρεις ότι τέτοια εποχή δεν έχει μανταρίνια. Άμα όμως είσαι μάγκας ξέρεις ότι υπάρχουν κάτι μορφωμένοι μανάβηδες που βάζουν τα μανταρίνια σε ένα χάι τεκ πράμα με πολύ ντιζάιν σχεδιάκι που λέγεται θερμοκήπιο και δε πα ν΄αστράφτει όξω, δε πα να γίνεται καταστροφή, μέσα έχει μανταρινοεποχή και κάτι μανταρινάρες ΝΑ! Αυτό, κυρίες και κύριοι είναι ένα θερμοκήπιο. Απλά δεν θα κάτσω τώρα να τα πω και πολύ επιστημονικά για να μην χάσω τους κοινούς νούηδες.

Έτσι λοιπόν, οι μανάβηδες αυτοί, επειδή είχαν όλο τον χρόνο μανταρίνια και σταφίδες και μπαρμπούνια, γέμισαν την αγορά με προιόντα ότι εποχή και να΄χαμε. Έβλεπες κάτι φραουλάρες παρέα με πορτοκαλάρες και μπακαλιάρους και έλεγες δε μπορεί, σίγουρα ζω στον παράδεισο. Μόνο τα ουρί λείπανε γιατί και πιλάφια είχαμε και μέλια.

Οι υπόλοιποι αμόρφωτοι μανάβηδες απ΄την άλλη, με τα έιτις μπανάλ ξεσκέπαστα χωράφια καλλιεργούσαν τα τετριμένα. Κάνα μηλαράκι στην εποχή του, καμμιά πατατούλα και τους άλλους μήνες κάθονταν με σταυρωμένα χέρια. Ούτε φράουλες, ούτε μπαρμπούνια, ούτε κάστανο.

Άσε που λίγο να ΄ριχνε ο ουρανός αυτά τα άσπρα μπαλλάκια που πολλή πλάκα έχουν, αυτοί έβριζαν και βλαστημούσαν και μετά ο θεός τους έκαιγε λέει, την παραγωγή και κάθονταν όλο τον χρόνο με σταυρωμένα χέρια ή έκλειναν την εθνική και ζήταγαν λεφτά από το κράτος που τί να κάνει που αυτοί έβριζαν συνέχεια τα άσπρα μπαλλάκια του θεού!

Ένιχάου, πήγανε οι αμόρφωτοι και λαδώσανε κάτι και-καλά- επιστήμονες απ΄αυτούς που φοράνε γυαλιά και μούσια και ανάμεσα απ΄τα γυαλιά και τα μούσια, είναι όλοι ίδιοι και βγήκανε οι τζιμάνηδες να μας παραμυθιάσουν για το καινούργιο φαινόμενο, λέει. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Άμα πάρεις μια μανταρινιά και την φυτέψεις στο χωράφι και μια άλλη και την φυτέψεις στο θερμοκήπιο έχεις δυό μανταρινιές με μανταρίνια. Η πρώτη θα γεννάει στην εποχή της και η δεύτερη όποτε εσύ της λες ότι είναι η εποχή της. Η πρώτη θα γεννάει χαρούμενα μανταρίνια και η δεύτερη ψυχαναγκασμένα. Άμα εσύ τώρα, φας τα χαρούμενα μανταρίνια, όλα καλά. Άμα φας τα ψυχαναγκασμένα, τη γάμησες.

Αλλά δεν ισχύει φυσικά. Αρκεί να τεστάρεις καλά τα μανταρίνια σου. Μόλις τα αγοράσεις τα βγάζεις ένα ένα από τη σακούλα και τους λες ένα ανέκδοτο. Θα δεις ότι ξεκαρδίζονται.

Αυτό, για να μην πιστεύετε μαλακίες.

Δημοσιεύθηκε στο SILLY, SKEPTICISM N' SCIENCE | 34 σχόλια »

SHOPPING SUCKS

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούνιος 28, 2006

Πήγα μια βόλτα στην Αθήνα και γύρισα ένα ερείπιο αφού κατάφερα να μην λιποθυμήσω δυό στενά κάτω από σπίτι μου. Με έσωσε μια τσιχλίτσα, λίγο νερό και ένα πεζούλι. Οι βιτρίνες ήταν απλησίαστες και άσχημες. Τα μόνα παπούτσια που μου άρεσαν έκαναν 280 ευρώ και η τσαντούλα τους 450.

Για να τα πάρω θα έπρεπε να είμαι αυτή η ηλίθια από το sex and the city, η κοκκάλω που έχουν όλες για ίνδαλμα, με τα χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια που τα αγοράζει πανάκριβα, τα φοράει το πολύ μια φορά και μετά πάει και κλαίγεται στους γκόμενους γιατί ξέμεινε από λεφτά και καινούργια παπούτσια. Τελικά πήρα δύο κιλά κεράσια.

Το Μοναστηράκι πάμφτηνο αλλά πίττα στους τουρίστες, στις αρβύλες και σε σπινταρίσματα για να γλιτώσω σιχαμερά χουφτώματα. Μαρμελάδα έγιναν τα κεράσια από το στριμωξίδι. Και να ΄χω και τους τύπους στα μαγαζιά να προσπαθούν να τραβήξουν κόσμο κράζοντας το εμπόρευμα.

Εκεί που προχωρούσα τσουπ! ερχόταν από το πουθενά ένας τύπος μπροστά μου και άρχιζε να φωνάζει στ΄αυτί μου : «δεσποινίς, έχουμε μπλουζάκια, παντελονάκια, μπλα μπλα μπλα». Έλεγα ένα όχι ευχαριστώ και συνέχιζα. Μετά από λίγο ερχόταν ένας άλλος και φώναζε για πλάκα στ΄αυτί μου «Απ΄το Κωλοκοτρονίτσιιιιιιιι!» Και μετά γέλαγε με τους άλλους μαγαζάτορες για την εξυπνάδα που είπε. Μα και να ήθελα να ψωνίσω δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσουν.

Είτε θα έπεφτα σε κράχτη, είτε σε γκρίκ καμάκια που σε περιμένουν στην πόρτα του μαγαζιού και που αν έκανες πως κοιτάς την βιτρίνα τους, νόμιζαν ότι γούσταρες και άρχιζαν να κάνουν κάτι περίεργα σιχαμερά με την γλώσσα τους. Γαμώτο, λες και ολόκληρο το Μοναστηράκι είναι φτιαγμένο για να ψωνίζουν μόνο άντρες. Τα παράτησα.

Πήγα παραπέρα να χαζέψω κάτι παλιούς δίσκους. Βρήκα έναν του Τζων Τίκη. 2,50 ευρώ. Μα το θεό, θα το ΄παιρνα για να κάνω πλάκα στον Καλτσό. Έρχεται ο πωλητής και αρχίζει τα κουλά «άμα, σ΄αρέσει ο Τίκης έλα μέσα να σου δείξω ολόκληρη τη συλλογή». Και μου έκλεισε το μάτι. Μαζεύτηκαν και κάτι άλλοι, εγώ έφυγα τρέχοντας.

Γαμώτο, είναι πολύ άδικο όλο αυτό. Θα είχα πάρει και καπελάκι και κάτι σούπερ πολύχρωμα μαντηλάκια για το κεφάλι και τσοκαράκια με πεταλούδες και μια φουστίτσα μια σταλιά. Αλλά άντε πες στους μαλάκες ότι θέλεις να δοκιμάσεις φουστίτσα. Και μετά λένε ότι ακόμα και τα φτηνά μαγαζιά δεν έχουν δουλειά. Αρχίδια.

Πήρα τα κεράσια μου, πήρα κι ένα ταξί που με άφησε όπου του κάβλωσε του μαλάκα κι αυτού και σαν κοτόπουλο κατάφερα να μπω σπίτι.

Και τώρα για να ψωνίσω θα πρέπει να επιλέξω ανάμεσα σε δύο μαλάκες. Σε αυτούς που δεν σου κολλάνε αλλά με ένα ζευγάρι παπούτσια περιμένουν να βγάλουν το νοίκι του μαγαζιού, είτε σε αυτούς που για να πάρεις μια φουστίτσα με 30 ευρώ ή θα τους κάτσεις ή πρέπει να συνοδεύεσαι.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 22 σχόλια »

ΑΓΝΟΙΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούνιος 27, 2006

Πάντα μου την έδινε αυτό εκεί το πράγμα που μου σφύριζαν κάθε τρεις και λίγο «η άγνοια είναι επικίνδυνη» ή κάτι τέτοιο. Έλεγα, αφού ρε γαμώτο δεν ξέρω, πώς είναι δυνατόν κάποιος να με κατηγορεί γι΄αυτό; Έλεγα επίσης ότι αυτά είναι φασιστικά κατασκευάσματα αυτών που ξέρουν πολλά πράγματα για να με μπουρδουκλώσουν.

Υπάρχει όμως ένα δυνατότερο πόρισμα για την άγνοια που μου κόστισε πολύ περισσότερο από την επικινδυνότητα : «η άγνοια καραστάνταρ θα σε κάνει ρόμπα».

Γιατί αν δεν ξέρεις κάτι καλά, μπορεί πολύ εύκολα να πέσεις στην παγίδα να φωνάξεις, να βρίσεις, να γράψεις και πέντε μαλακίες στο μπλογκ σου και μετά να αναρρωτιέσαι γιατί όλοι γελάνε με την πάρτη σου και να αρχίσεις να μάχεσαι ηλιθιωδώς ανεμόμυλους νομίζοντας ότι θα ρίξεις την κυβέρνηση και το κατεστημένο.

Βέβαια, στις περισσότερες περιπτώσεις, εγώ ήμουν τυχερή. Μερικοί ζεστοί φίλοι, μερικά μαθηματάκια μέσω mail και καταλάβαινα – όχι και τόσο γρήγορα τις περισσότερες φορές – πόσο άσχετη ήμουν με το ίντερνετ, για παράδειγμα.

Τώρα, αυτό ήταν ένα πάρα πολύ καλυμένο και ευφυέστατο και πετυχημένο μεταμπλόγκινγκ και όσοι δεν το καταλάβατε δεν πειράζει. Ας ξέρω κι εγώ έστω για μια φορά κάτι που δεν ξέρετε εσείς. Έτσι, για να μου βγει το άχτι.

Όσα εξυπνοπούλια απ΄ την άλλη, πάτε να το αποκωδικοποιήσετε, επειδή έχετε άγνοια, υπάρχει περίπτωση να πέσετε εύκολα στην λούμπα του δεύτερου ρητού και να γίνετε ρόμπα. Όχι, για να μην ρωτάτε μετά γιατί γελάω. Γιατί θα γελάσω.

Δεν θα γίνομαι μόνη μου ρόμπα έβερι φάκινγκ τάιμ!

:P

Δημοσιεύθηκε στο METABLOGGING, PHILOSOPHY, Uncategorized | 28 σχόλια »

ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑΜΙΕΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούνιος 26, 2006

Γέμισα μυρμήγκια. Είναι τελείως τρελλό ένα τόσο δα κομματάκι φαγητό πόσους πειναλέους μυρμήγκους μπορεί να μαζέψει. Η μάνα μου λέει ότι τα μυρμήγκια είναι ευτυχία. Αναλογικά πάντα, οι κατσαρίδες είναι και γαμώ τις ευτυχίες δηλαδή; Άσε μας ρε μάνα. Πήγα από πάνω από τους μυρμήγκους και έκανα δολοφονικά πλάνα. Αυτό που λένε «είναι καλός άνθρωπος, ούτε μυρμήγκι δεν μπορεί να σκοτώσει», ποτέ δεν ίσχυε για μένα.

Η κόλαση των μυρμηγκιών έχει ειδικό τμήμα και με περιμένει. Πήρα την σκούπα και τα πέταγα έξω από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας. Τα μισά έλιωσαν. Τα άλλα μισά τα΄κανα ιπτάμενα από το μπαλκόνι. Ένας μαλάκας μυρμήγκος είχε κάτσει παραπέρα και δεν έλεγε να αφήσει κάτω το μπαλάκι με το φαί. Και επειδή εγώ πάντα βραβεύω την επιμονή και την υπομονή αλλά ποτέ την μαλακία, έφαγε μια ξεγυρισμένη σκουπιά. Θα σε δώ στην κόλαση μικρέ. Όχι, που θα με αναγκάσετε εσείς να βάλω παντόφλες καλοκαιριάτικα.

Για αλλού ξεκίνησα και πάλι για τα δικά μου γράφω. Λοιπόν, σιχαίνομαι τις προξενήτρες. Τις παλαιών αρχών εννοώ. Αυτούς που θα μεσολαβήσουν για να βρεις τον άνθρωπο της ζωής σου αλλά όπως θέλουν εκείνοι. Από την πρώτη στιγμή σου εκθειάζουν τα καλά, τα επαγγελματικά, τα οικονομικά και μετά περνάνε στο παρασύνθημα. «Αχ, καλέ και τί ωραία παιδάκια που θα κάνετε», «αχ πόσο θα ταιριάξετε», «έχει και ένα εξοχικό στο Κατάκωλο» και άλλα εμετικά.

Θα ήθελα πάρα πολύ να υπήρχε μια προξενήτρα για ένα πήδημα, ας πούμε. Να πιάσει την καλαμιά-στον-κάμπο και να αρχίζει να εκθειάζει αυτά που πραγματικά μετράνε. «Θα σε βουτήξει και θα σε πηδάει τρεις μέρες. Μαλάκας είναι, λεφτά δεν έχει, άνεργος είναι αλλά έχει να πάει με γκόμενα κάτι χρόνια οπότε θα περάσεις καλά. Άσε που την έχει τεράστια». Θα ήταν πολύ πιο τίμιο και κατευθείαν εκεί που «πονάει» η καλαμιά.

Γιατί σε όλα είμαστε μια χαρά προχώ, όταν είναι όμως για σχέσεις ακούω κάτι κουλά που ούτε οι προξενήτρες του ‘60 δεν τα ΄λεγαν. Μια φορά είχα κάνει προξενιό για one night stand. Βρήκα ένα ρεμάλι μπάρμαν και μια φρεσκοχωρισμένη τίμια κορασίδα και της άρχισα τα κυρήγματα με βασικές λέξεις «φεμινισμός», «απελευθέρωση», «πολυγαμία», «ρεμάλι», «κωλόπαιδο». Πολύ δυνατές λέξεις, σας λέω. Πηδήχτηκαν one night, πηδήχτηκαν και second night και μετά η τύπισα τον ερωτεύτηκε και το ρεμάλι, ως ρεμάλι, δεν ήθελε να την ξέρει.

Τί να κάνω, σαν καλή προξενήτρα άρχισα πάλι το κύρηγμα με πιο γερές λέξεις : «άντρες γουρούνια», «αξιοπρέπεια», «σύφιλη» και κάτι άλλα πιασάρικα. Μετά την άφησα να πάει να προξενηθεί μόνη της γιατί μάλλον ήθελε κάτι σε πιο κλασσικό. Και προξενήθηκε.

Τώρα ο καινούργιος, της κάνει σκέτο stand. Στήσιμο.

Έμεινε ένας μυρμήγκης. Πάω. Αυτόν θα τον κάνω μάρτυρα.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, SILLY, Uncategorized | 38 σχόλια »

ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ,

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούνιος 25, 2006

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΑΓΝΕΙΑΣ

«Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940, πέντε και μισή το πρωί. [...] Οι Ιταλοί μας κύρηξαν τον πόλεμο. Έλα αμέσως! [...]

Το σπίτι, σαν να είχε ξεκολλήσει από χρόνο και τόπο, έστεκε απροστάτευτο, πολιορκημένο από τη σιωπή. Ένα δρεπανηφόρο άρμα μας πλησίαζε. Να που η ζωή μας δεν ήταν πλάτανος, βαλανιδιά ή πεύκο. Χορτάρι ήταν, βρούβα ή ραδίκι, το ΄πιανες με τα δάχτυλα και το ξερίζωνες. Ξάφνου, ένα ξεφωνητό ανατριχιαστικό ξέσκισε τον αέρα και τα σωθικά μας. Η σειρήνα του Λυκαβηττού ούρλιαξε απάνθρωπα, επίμονα ως την τρέλλα. [...] Μουσική για τέρατα.[...]

Κάτω στον Πειραιά, μέσα από την πόλη και το λιμάνι ανέβαιναν θεόρατοι στύλοι καπνού στον ουρανό, ξεπηδώντας από λάμψεις και πυρκαγιές, ενώ ψηλά σαν μαύρα έντομα τριγύριζαν τα ιταλικά αεροπλάνα.[...]

Όλος ο κόσμος είχε βγει στους δρόμους, οι καμπάνες χτυπούσαν ξέφρενα όπως στην Ανάσταση, σημαίες ξεδιπλώνονταν στα μπαλκόνια, εμβατήρια έστελναν τα ραδιόφωνα από από τα παράθυρα των σπιτιών, ανοργάνωτα συνθήματα ουρλιάζονταν από οργισμένα πρόσωπα. [...]

Έχουν περάσει σαράντα χρόνια, το κορμί μου έχει στεγνώσει, έχει καθηλωθεί μέσα σ΄αυτή τη γαμημένη ξηρασία, το καλύπτει μια πέτσα αφυδατωμένη και η ανάσα μου ζέχνει σαπίλα. Όλα έχουν ξεραθεί, ιδέες, ιδεολογίες, επιθυμίες – μια μούμια χωρίς τις γάζες της, χωρίς το πορτραίτο του «Φαγιούμ» και το πορσελάνινο κιβούρι της. Θυμάμαι τώρα εκείνες τις ημέρες, εκ των υστέρων, μέσα από το φίλτρο όσων μεσολάβησαν. Τώρα ξέρω. Ο Μεταξάς ήταν ένα συμπλεγματικό ανθρωπάκι, ο βασιλιάς ένα καρκινοειδές απόστημα, η τάξη μου μια αγέλη ηλιθίων που είχε την ικανότητα να γεννάει καλούς ποιητές, καλούς ζωγράφους και καλούς μουσικούς, ο κομμουνισμός μια γιγαντιαία ονειροπόληση, ο άνθρωπος ένα ταπεινωμένο ζώο που ξέρει μόνο να ταπεινώνει. [...]

Εκείνοι έξω που είχαν στήσει ένα λαικό πανηγύρι με σημαίες, με καμπάνες, με κόρνες, με ουρλιαχτά, ποιοί ήσαν; Ξένοι, άγνωστοι, αφόρητοι».

Αποσπάσματα από το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Γιώργου Μιχαηλίδη «Η Μύηση» από τις εκδόσεις Καστανιώτη (δέκατη έκτη έκδοση).

[Είπα να γράψω μια βιβλιοκριτική και μετά το μετάνοιωσα. Δεν γίνεται να κρίνεις κάτι που δεν έχεις ζήσει. Ό,τι ιστορικά στοιχεία παραθέτονται στο βιβλίο αυτό είναι αληθινά και μου χαρίστηκε πριν λίγες μέρες με μια ζεστή αφιέρωση και έναν γαργαλιστικό πρόλογο  : «άνθρωποι που τα έζησαν, θεωρούν πως αυτό είναι το μόνο βιβλίο που τα περιγράφει όπως ακριβώς έγιναν».

Θα πω μόνο αυτό. Ήταν ένα εκπληκτικό ταξίδι με ένα φοβερό δίδαγμα. Ο πόλεμος δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να έχει γοητεία. Παρά μόνο πολύ πολύ πόνο.]

Δημοσιεύθηκε στο POLITICS | 11 σχόλια »

ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιούνιος 23, 2006

Το βασικότερο που έχω μάθει στις δουλειές που έχω κάνει είναι πως οι συνθήκες εργασίας είναι πάντα αντιστρόφως ανάλογες με τον χώρο εργασίας. Όσο πιο εντυπωσιακός ο χώρος και οι ανέσεις, τόσο πιο απάνθρωπες οι συνθήκες, τόσο πιο ξινά τα αφεντικά και οι συνάδελφοι.Το «πολιτισμένο περιβάλλον» ήταν πάντα κάτι που μου έκανε τζιζ.

Ο πιο όμορφος χώρος που έχω δουλέψει ποτέ, χωμένος κάπου στην Αθήνα, ήταν ένα τεράστιο γυάλινο κτίριο. Έξι ορόφοι καλλωπισμού με υπόγεια πισίνα, καφετέρια, κατάστημα με είδη ευζωίας, γυμναστήριο και γαμιστερό γραφείο. Όταν χρειαζόταν να ξεναγήσω τους πελάτες στον χώρο είχα beeper για να με εντοπίζουν οι συνάδελφοι και ειδικές τιμές σε ότι προιόν αγόραζα. Παράδεισος σκέτος.

Μέχρι που έμαθα τους κανόνες. Έναρξη ωραρίου 8,30 ακριβώς. Όποιος αργούσε πέρναγε πρώτα από το γραφείο του διευθυντή και ξεκινούσε την μέρα του με ένα ωραιότατο χεσίδι που δεν εξαντλούνταν ποτέ, ακόμα κι αν αργούσες τρεις μέρες στο σερί. Η ενδυμασία ήταν συγκεκριμένη. Ταγιέρ, τακούνια, λευκή ποδιά και απαραιτήτως έντονο μακιγιάζ.

Απαγορευόταν να μιλήσεις σε συναδέλφους στον ενικό και για οτιδήποτε πέραν της δουλειάς. Το διάλειμα ήταν είκοσι λεπτά και το τσιγάρο απαγορευόταν ακόμη και στην τραπεζαρία ενώ όσες καπνίζαμε το κρύβαμε γιατί μας θεωρούσαν στην καλύτερη, ζώα. Όταν δεν υπήρχαν πελάτισσες για πώληση, είτε έτρεχες στους ορόφους και μάζευες όλο σου το θάρρος να πιάσεις κουβέντα στις ήδη υπάρχουσες και να τους πουλήσεις  κάτι καινούργιο, είτε έπρεπε να τηλεφωνήσεις σε νέες πελάτισσες για telemarketing.

Όποιο από τα δύο διάλεγες ήσουν υποχρεωμένη να φέρεις γύρω στις δέκα πωλήσεις την ημέρα και να ενημερώσεις στο τέλος του ωραρίου σου τον διευθυντή, τί ακριβώς έκανες στο οχτάωρό σου. Ή (το πιο συχνό) γιατί δεν τα κατάφερες. Και τότε έβρισκε ευκαιρία ο κάθε μαλάκας που δεν είχε πουλήσει ούτε ένα τσιμπιδάκι στην ζωή του να σου κάνει κύρηγμα τί σημαίνει πώληση, πώς γίνεται και πόσο πιο χαμηλά πρέπει να πέσεις για να τα καταφέρεις. Η κουβέντα τελείωνε γύρω στις δύο ώρες μετά το πέρας του ωραρίου και το ρεζουμέ ήταν πάντα το ίδιο. Ότι ο μισθός έπρεπε να μειωθεί για να σου δοθεί κίνητρο να αυξήσεις τις πωλήσεις σου και να κυνηγάς περισσότερο τα ποσοστά.

Στην πορεία, ο μισθός εξαφανίστηκε εντελώς και πληρωνόμασταν αποκλειστικά με ποσοστά και μπόνους που ήταν κυριολεκτικά της πείνας. Η νοοτροπία των εργοδοτών που διαθέτουν τους πολιτισμένους χώρους είναι η εξής : «Έδωσα τα ωραία μου λεφτάκια για να σε κάνω άνθρωπο και είναι τιμή σου μόνο και μόνο που σε αφήνω και δουλεύεις εδώ».

Το πιο σπαστικό απ΄όλα ήταν ο ανταγωνισμός. Όταν πρέπει να ζήσεις την οικογένειά σου αποκλειστικά από ποσοστά που προέρχονται από συγκεκριμένο πελατολόγιο οφείλεις να γίνεις bitch. Ήταν όμως περισσότερο θέμα ανθρώπου. Εκείνες που τα κατάφερναν είχαν συνήθως περισσότερο θράσσος ή περισσότερη ανάγκη. Συνήθως ντρεπόμουν εκεί που καθόταν η πελάτισσα στην καφετέρια να πάω στην ψύχρα να καθίσω δίπλα της και να