ΜΠΡΟΣ ΓΚΡΕΜΟΣ
Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Απρίλιος 19, 2006
(και πίσω πόλ&eta
Κάθε φορά που είναι γιορτές παθαίνω ένα κάτι. Όλοι ετοιμάζονται για εκδρομούλες στο χωριό τους, να δουν τους συγγενείς τους, να κάνουν πράγματα παραδοσιακά που εννοείται ότι σημαίνουν ασυνήθιστη μάσα που δεν την κάνεις στην Αθήνα, καθαρός αέρας και επιστροφή στις ρίζες.
Εγώ δεν έχω χωριό. Μην παρεξηγηθώ, μια χαρά βλαχάρα είμαι. Εννοώ έχω αλλά δεν έχω πάει ποτέ. Είναι το πιο ψηλό χωρό στην Μυτιλήνη εξ΄ου και τ΄όνομα «Υψηλομέτωπον» όπως το ΄γραφε ο παππούς στα δέματα που μας έστελνε με τα λαδότυρα και τα σύκα με μέλι. Μια θεά Μυτιληνιά που γνώρισα χθες βράδι με μάλλωσε : «δεν το λες σωστά, Ψηλομέτωπο λέγεται».
Κάποιος μου ΄κοψε τις ρίζες μου και άντε να τις ξανακολλήσω. Δεν έχει μείνει ούτε σπίτι ούτε χωράφι να πας να δεις. Ήταν λιγάκι περίεργη ιστορία με την περιουσία μας στο χωριό.
Ήρθε ο μπαμπάς στην Αθήνα να σπουδάσει ψυκτικός, είδε την μαμά από μακριά και την δεύτερη μέρα, πάει και της λέει «αν δεν με παντρευτείς πέφτω τώρα απ΄τον γκρεμό». Η μάνα μου μικρούλα και αθώα, τον έγραψε στ΄αρχίδια της και συνέχισε τον δρόμο της. «Ωραία» της είπε, «πάω τώρα στον γκρεμό». Κοντά στο πατρικό μου, αν περπατήσεις ίσα πάνω είναι ένας μεγάλος γκρεμός που τώρα του έχουν βάλει συρματόπλεγμα γιατί προφανώς οι Μυτιληνιοί δεν είναι για να παίζεις.
Η μάνα μου δεν τον ήξερε καθόλου, αλλά επειδή μου εκμυστηρεύτηκε ότι ήταν ωραίο γκομενάκι και θα ήταν κρίμα να πάει χαμένο, είπε να ρίξει μια ματιά να δει αν το εννοεί. Ο τύπος μιλάμε πήγαινε ντουγρού για τον γκρεμό. Λίγα μέτρα πριν το σάλτο, φώναξε η μάνα μου «έλα εδώ ρε άνθρωπε να το συζητήσουμε». Τότε ο πατέρας μου της είπε «δεν συζητάω τίποτε, αν δεν με παντρευτείς πέφτω τώρα».
Όταν μου το εξιστορούσαν, μου φάνηκε μεγάλη μούφα και τους την είπα κανονικά, γιατί και ένα απλό «τα φτιάχνουμε» ή κάνα «μωρουδέλλι μ΄ είσαι τρέλλα» μια χαρά θα ΄ταν, αλλά υπάρχουν και μάρτυρες της ιστορίας. Τί να κάνει λοιπόν η μάνα μου, είχε μαζευτεί και όλη η γειτονιά, είπε το «ναι» και ο τυπάς το ΄δεσε.
Όμως τις υποθέσεις του στο χωριό δεν τις είχε κλείσει. Είχε και ένα τσούρμο αδελφές να παντρέψει. Φωνές, παράπονα, χαμός, ο πατέρας μου ανένδοτος. Είχε βρει λέει τον έρωτα της ζωής του και δεν θα τον άφηνε να περιμένει λεπτό. Μεταξύ μας, οι αδελφές του ήταν και για τα μπάζα οπότε το ήξερε ο άνθρωπος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βρει τέσσερις γαμπρούς να κάνουν όλα αυτά τα ψυχικά. Και τί έκανε ο φωστήρας; Τους έδωσε όλη την περιουσία, πήρε ένα σώβρακο και ήρθε στην Αθήνα να μην χάσει την νύφη.
Τις αδελφές του πατέρα μου, δεν τις έχω γνωρίσει. Δεν του ξαναμίλησαν που παντρεύτηκε πρώτος. Βρήκαν σχεδόν αμέσως όλες γαμπρούς, με τέτοια προίκα και εκείνος έγινε Αθηνέζος για τα καλά. Τί κατάλαβες τώρα ρε άνθρωπε;
Και φτάνουμε στο προκείμενο : Ζητείται χωριό. Στοπ.
Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 23 σχόλια »





