Είχα βρει έναν πολύ αποδοτικό τρόπο να λύνω τα γκομενιακά μου στο Δημοτικό. Δεν λέω για μετά, γιατί σύντομα το έλυσα δια παντός. Έρχονταν κάτι άσχετοι και μου «τα ζήταγαν» αλλά εγώ δεν τα ΄δινα. Πάντα ερωτευόμουν τύπους που δεν μου έδιναν σημασία. Και άντε μετά να τους πλησιάσεις. Μια φορά είχα ερωτευτεί έναν κούκλο που πήγαινε σε άλλο σχολείο κάπου στον Πειραιά. Πού να τον ξαναβρώ. Και δεν ήταν ότι δεν με ήθελαν ή είχαν άλλη, αλλά πολύ απλά, δεν με ήξεραν ντιπ για ντιπ. Τους έβλεπα στον δρόμο, στην γειτονιά, στους αγώνες μπάσκετ, την έτρωγα κατακέφαλα και άντε μετά να τους ξαναβρώ.
Είχα πέντε έξι ερωτικές απογοητεύσεις τον μήνα, βρέξει χιονίσει. Μόνη μου διέξοδος, οι κοινοί γνωστοί. Αλλά ήμουν και κωλόπαιδο. Σιγά μην κατέβαζα την μύτη μου να μάθω λεπτομέρειες ή να στείλω προξενήτρα. Όχι, εγώ το ΄θελα κανονικό. Να με έβλεπαν, να με ξεχώριζαν, να με βούταγαν και μετά «Γαλάζια Λίμνη». Εντάξει μην βαράτε, αυτό ήταν το μόνο σε ερωτικό που ΄ξερα τότε. Μας έμπασαν στην ζούλα τότε στο «Ντιάνα» με την αδελφή μου και μετά πήγε η μάνα μου να κάνει φασαρία στον κυρ Μήτσο τον σινεματζή. Αλλά ήταν αργά. Εγώ από τότε ήμουν μόνιμα ναυαγός στην νησάρα με ένα σωρό άγνωστους πιτσιρικάδες που τους άλλαζα σαν τα πουκάμισα. Δεν κόλλαγαν καθόλου βέβαια στο σκηνικό καθότι ποτέ δεν μ΄άρεσαν οι ξανθοί, αλλά δεν είχα και εναλλακτική.
Έπρεπε να βρω λύση μπας και ζήσω τη «Γαλάζια Νίκαια». Τότε ήταν πολύ διαδεδομένα τα λευκώματα. Έπαιρνες δηλαδή ένα χαζοχαρούμενο ντοσιεδάκι, το γέμιζες αρωματικές σελίδες, κόλλαγες αγαπησιάρικα αυτοκολλητάκια και έγραφες ερωτήσεις με το ψευδώνυμο «κτήτωρ». Ως εδώ καλά. Έλα μου ντε όμως που εμένα μ΄έτρωγε να μάθω για τους υποψήφιους. Έφτιαξα λοιπόν το λεύκωμά μου με τέτοιες ερωτήσεις που απευθύνονταν αποκλειστικά στους γαμπρούς. Ερωτήσεις του στυλ : «ποιά η γνώμη σας για την κτήτωρ;», «περιγράψτε μας πώς είναι το κορίτσι/αγόρι που σας αρέσει», «είστε ερωτευμένος/ερωτευμένη;» και άλλα τέτοια διερευνητικά.
Η πιο αποδοτική ερώτηση ήταν η εξής: Πήγα και κόλλησα ένα φακελάκι κλειστό σε μια σελίδα και από πάνω έγραψα «γράψε σε ένα χαρτάκι την πιο κρυφή σου επιθυμία και βάλτην στο φάκελο». Έπαιρνα λοιπόν το λεύκωμά μου και πήγαινα ντουγρού στους νυμφίους. Τους έλεγα ότι κάνω ένα είδος γκάλοπ και τους ζητούσα να απαντήσουν με ψευδώνυμο στο λεύκωμα. Αλλά βέβαια, ήξερα ποιός ήταν ποιός, αφού το έλεγχα αμέσως μετά τις απαντήσεις. Κάθε καινούργιο ψευδώνυμο ήταν και ο τελευταίος νυμφίος.
Οι πιό πολλοί αποδείχτηκαν μεγάλοι μαλάκες. Άνοιγα το φακελάκι και έβλεπα τις πιο κουφές επιθυμίες : «θέλω να γίνω Μαραντόνα», «θέλω ένα atari», «θέλω να γίνω αστροναύτης». Ξενέρα. Μέχρι που ένα απόγευμα τρέχοντας για το σπίτι, δεν άντεξα και το άνοιξα σε μια γωνία. Είχε μόλις απαντήσει ο «Ιππότης της Ασφάλτου». Ο Κυριάκος. Μέσα στο φακελάκι είχε χώσει ένα πετσοκομμένο χαρτάκι από το τετράδιό του και είχε γράψει : «θέλω μια νύχτα με την Κτήτωρ». Πρέπει να είχα ένα χαμόγελο στην φάτσα μου όλη μέρα. Αλλά όσο το σκεφτόμουν, τόσο μπερδευόμουν. Και τρόμαζα λιγάκι.
Ο Κυριάκος μου τα ζήτησε την επόμενη μέρα. Ήταν ο πρώτος μου δεσμός και δεν ήξερα τί πρέπει να κάνω. Ρώτησα την κολλητή μου. «Ρε συ, δεν είναι τίποτα, θα πηγαίνετε μαζί στα πάρτι, θα χορεύεις μπλουζ μόνο μαζί του και θα ανταλλάσετε δώρα». Δύο μέρες άντεξα. Κουράστηκα. Μου έπιανε διαρκώς το χέρι, ίδρωνα, δεν με άφηνε να κάνω βήμα στο διάλλειμα και μου το ΄σφιγγε πολύ όταν μίλαγα με άλλα αγόρια. Μαλακία η «Γαλάζια Νίκαια». Χωρίσαμε σε ένα πάρτι όταν χόρεψε μπλουζ με μια άλλη. Και της βάσταγε και το χέρι σφιχτά.
Α, εγώ αυτά δεν τα σήκωνα.