X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Φεβρουάριος 13th, 2006

ΠΕΡΑΜΑ – ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Φεβρουάριος 13, 2006

Δυό μέρη που δεν θέλω ποτέ να ξαναπάω στην ζωή μου. Ποτέ όμως. Όλοι οι άντρες της οικογένειάς μου κάποτε, ήταν πάντα εκεί. Επισκευές Πλοίων. Άλλοτε στο καφενείο περιμένοντας για δουλειά, άλλοτε τρία και τέσσερα συνεχόμενα μερόνυχτα να δουλεύουν στα σαπιοκάραβα. Τους πηγαίναμε φαγητό και γάλα. Ο επιτηρητής επέμενε να πίνουν κάθε μέρα γάλα και καμμιά φορά όταν θα ερχόταν έλεγχος, τους μοίραζε γάντια και μάσκες. Όλη η γειτονιά δούλευε εκεί. Όλοι πάθαιναν συνέχεια ατυχήματα. Κάποιοι πέθαναν.

Έψαχνα τον μπαμπά και τους θείους μου κάθε φορά ανάμεσα στους εργάτες και πάντα έσφιγγε η καρδιά μου. Ήταν συνέχεια κρεμασμένοι τριάντα μέτρα πάνω απ΄την θάλασσα σε ένα σχοινί και «βάραγαν αμμοβολή». Τα δάχτυλά τους δεν κλείνουν και η φωτιά ποτέ δεν τα καίει. Ασφάλειες, ένσημα και γιατροί δεν υπήρχαν. Ήταν ανήκουστα πράγματα αυτά. Μόνο ελάχιστα μεροκάματα και υποσχέσεις για καινούργια καράβια, για καινούργιες δουλειές.

Στο σπίτι μας κάθε βδομάδα μαζεύονταν πολιτικοί και πολιτικάντηδες. Απ΄αυτούς που τώρα τους βλέπεις μεγάλους και τρανούς, ενώ τότε μεγάλωνες στα γόνατά τους. Υπόσχονταν στους εργάτες καλύτερες συνθήκες, υγεία, ασφάλεια και ζητούσαν ψήφους. Μετά την δουλειά, ο μπαμπάς και οι θείοι μου κολλούσαν αφίσες και μάζευαν τους εργάτες για απεργίες. Αλλά οι συνθήκες δεν επέτρεπαν καμμία απεργία. Καμμία μέρα χωρίς μεροκάματο. Μόνο μία απεργία θυμάμαι. Όταν η μεγάλη έκρηξη στο καράβι σκότωσε πολλούς εργάτες και έκαψε όλο το σώμα του θείου μου. Έμεινε πολλούς μήνες στο νοσοκομείο και όταν βγήκε, παρακαλούσε πάλι για δουλειά.

Ευχόσουν πάντα το ατύχημα να γίνει σε άλλο καράβι, σε άγνωστους. Ο μπαμπάς τότε, έκλεισε μια μεγάλη δουλειά. Θα έκανε επισκευές εν πλω στο εξωτερικό. Ένα ελικόπτερο θα τον άφηνε με ανεμόσκαλα σε πλοία σε όλο τον κόσμο και θα έλειπε για λίγους μήνες. Πολλά λεφτά και καλύτερες συνθήκες. Έτσι είπαν. Τρία χρόνια ταξίδευε, ερχόταν για λίγο και ξαναέφευγε. Μας τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα και ήταν ευτυχισμένος που είχαμε χρήματα. Μέχρι που τα τηλέφωνα σταμάτησαν. Η μητέρα μου ανησυχούσε. Έπαιρνε τηλέφωνο στο «γραφείο» στον Πειραιά, αλλά την απέφευγαν.

Μετά από τρεις μήνες σιωπής, μας τηλεφώνησαν από ένα νοσοκομείο στο Βέλγιο. Ο μπαμπάς είχε πάθει ατύχημα. Ήταν σε σαράντα μέτρα βάθος κάτω στο αμπάρι και έφυγε το «σβουράκι» με είκοσι χιλιάδες στροφές και καρφώθηκε στο μάτι του. Η εταιρεία μας το κρατούσε κρυφό γιατί ήταν ανασφάλιστος. Όταν υποσχεθήκαμε ότι δεν θα τους καταγγείλουμε και όταν ήταν ξανά σε θέση να μιλήσει, τον άφησαν να μας πάρει τηλέφωνο.

Μετά από λίγο ήρθε στην Ελλάδα και έμεινε για καιρό, άνεργος. Πολλά φάρμακα, είχε χάσει τον προσανατολισμό του, προσπαθούσε να μάθει να πιάνει αντικείμενα, να δει τηλεόραση, να περπατήσει ίσια, να το δεχτεί. Σιγά σιγά, άρχισε πάλι να οδηγεί. Δεν το συζητάει πια. Αν τον δει κάποιος δεν φαίνεται ότι το ένα μάτι είναι φακός. Δοξάζει κάθε μέρα τον θεό που έφυγε από εκείνη την δουλειά. Όταν είχε πάει να αποχαιρετήσει τους παλιούς συνάδελφους, ήρθε πίσω καταρρακωμένος. Μία φράση του έλεγαν όλοι : «θα ξαναγυρίσεις». Ευτυχώς δεν χρειάστηκε.

Μια φορά στην λαική, τον πλησίασε ένας συνάδελφος σαστισμένος.

-Ρε συ, από μακριά το αριστερό σου μάτι λαμπιρίζει στον ήλιο!

-Όταν εγώ σας λέω να με φοβάστε γιατί γυαλίζει το μάτι μου, δεν με πιστεύετε…

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 23 σχόλια »