Τρίτη Λυκείου. Εκείνη την ώρα είχαμε τον Μπίλια. Παρατσούκλι. Μαθηματικά. Αυτός και ο διευθυντής του φροντιστηρίου είχαν ξεκινήσει έναν άτυπο αγώνα. Ο ένας προσπαθούσε να εντυπωσιάσει τον άλλο με περίεργες και πανδύσκολες ασκήσεις. Σχολάγαμε απ΄το μάθημα, πηγαίναμε φροντιστήριο και δείχναμε απελπισμένοι τις ασκήσεις. Τις έπαιρνε ο διευθυντής, τις έλυνε και μας έδινε ακόμα πιο δύσκολες. Σχολάγαμε απ΄το φροντιστήριο, πηγαίναμε σχολείο, δείχναμε τις ασκήσεις (ουφ). Τις έπαιρνε ο Μπίλιας, τις έλυνε και μας έδινε πιο δύσκολες.
Είχαμε γίνει τα βαποράκια τους. Καταντήσανε σε λίγους μήνες να έχουν τελειώσει τα μαθηματικά της Δέσμης και να κοντράρονται σε ασκήσεις πέντε Πανεπιστήμια πιο πάνω. Αν δεν τελείωνε η χρονιά δηλαδή, θα είχαν πάρει αμπάριζα αστροφυσικές, μαύρες τρύπες, κβαντομηχανικές και ότι τέλος πάντων έχουν χεσμένο οι απλοί άνθρωποι. Πόσο μάλλον οι μαθητές.
Φυσικά μόνο κάτι φύτουκλες μπορούσαν να παρακολουθήσουν. Όχι βέβαια να λύσουν τις ασκήσεις, αλλά τέλος πάντων να κάνουν ότι κατάλαβαν τον συνειρμό τους ή να γλείφουν και τους δύο ασύστολα. Εγώ κρυβόμουν πίσω από κάτι πλαταράδες. Σε λίγο καιρό, είχαν ξεφύγει τελείως : «πείτε στον μαλάκα σας (κανένα τακτ) στο φροντιστήριο, ότι θα κάτσω να με γαμήσει αν την λύσει αυτήν την άσκηση. Τσάμπα λεφτά του δίνετε». Με μεγάλη μας χαρά τα μεταφέραμε επακριβώς και παίζαμε χαρτιά μέχρι να φέρει ο διευθυντής την άσκηση λυμένη. «Πείτε στο αρχίδι τον Μπίλια, να έρθει να του κάνω φροντιστήριο. Άμα λύσει αυτήν την άσκηση, θα κάτσω εγώ να με γαμήσει». Μια χαρά περνάγαμε. Ήταν από τα πιο ξεκούραστα μαθήματα, αν εξαιρέσεις τις βρισιές που έπρεπε να μεταφέρουμε με μεγάλη ακρίβεια, μην υπάρξει και καμμιά παρεξήγηση δηλαδή.
Οι δυό αυτοί ογκόλιθοι της γνώσης, δεν είχαν ποτέ συναντηθεί. Μου μοιάζανε σαν δύο προαιώνιοι εχθροί, που κάτι είχε κάνει κάποτε ο ένας στην μάνα του άλλου και τώρα ξιφομαχούσαν με ασκήσεις. Εμείς, είμασταν η κερκίδα. Όταν έβρισκαν λίγο χρόνο, ο ένας εκθείαζε τα φροντιστήρια και ο άλλος τα έθαβε. Εμείς πάλι, αόρατοι. Η χρονιά τελείωσε. Ήρθε η μέρα που θα δίναμε Μαθηματικά στις Πανελλήνιες. Έξω στο προαύλιο και οι δύο ογκόλιθοι σίγουροι για τις γνώσεις μας. Δύο διαφορετικά πηγαδάκια και εμείς να μοιραζόμαστε πότε στο έναν, πότε στον άλλον που ρητόρευαν χωρίς σταματημό. Ούτε ματιά δεν αντάλλαξαν.
Μόλις γράψαμε, τα ίδια πηγαδάκια. Ήταν εκείνη η χρονιά που σφάξανε κόσμο στα Μαθηματικά. Να φανταστείτε, ακόμα και εγώ με τέτοια μυαλουδάρα, πήρα ένα ξερό πέντε. Σιγά σιγά, αμυνόμενοι οι εχθροί ένωσαν τα πηγαδάκια σε ένα. Οι δύο αντίπαλοι σχεδόν αγκαλιασμένοι και εμβρόντητοι, μας παρηγορούσαν για την κακή μας τύχη.
-Είδες φίλε μου, οι άχρηστοι στο Υπουργείο;
-Ναι φίλε μου, ούτε που ξέρουν την ύλη των παιδιών.
-Τους κατέστρεψαν το μέλλον τους.
-Ναι φίλε μου…