X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Ιανουάριος 29th, 2006

ΛΑΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 29, 2006

Ένα από τα καλύτερα, αλλά δυσκολότερα επαγγέλματα που έχω κάνει ποτέ μου είναι σε λαική αγορά. Είναι απίστευτα διαφορετικό να βρίσκεσαι μπροστά από πάγκους, να ακούς πειράγματα, αστεία και ντελάληδες αλλά και τόσο παράξενο να είσαι από την μέσα πλευρά του πάγκου. Αυτοί που θα σου φαίνονταν αστείοι, γραφικοί και άξεστοι είναι πια οι συνάδελφοί σου, όλοι τους πολύ κουρασμένοι για να αφήσουν άλλη μια μέρα να περάσει χωρίς να την χρωματίσουν με αστεία. Είναι σχεδόν αναγκαστικά τα αστεία στις λαικές.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ζωή. Δεν εννοώ προσωπική ζωή, εννοώ ζωή γενικότερα. Σπανίως είναι παντρεμένοι, αλλά και αν είναι, ζουν σαν μοναχικοί. Άλλωστε όταν η μέρα σου ξεκινά στις τρεις τα ξημερώματα, όταν τα ρούχα σου έχουν μοναδικό σκοπό να μην κρυώνεις και όχι να είσαι εμφανίσιμος, όταν πηγαίνεις σπίτι στις έξι το απόγευμα δεν είναι εύκολο ούτε καν να ανοίξεις την τηλεόραση. Και είναι τόσο φοβεροί άνθρωποι. Αν δηλαδή είχαν το κουράγιο να σου εξιστορήσουν λίγη απ΄την ζωή τους.

Όταν ξεκίνησα για ένα μικρό διάστημα να βοηθάω τους γονείς μου στις λαικές ντρεπόμουν πολύ. Είχα μόλις τελειώσει το λύκειο και έπρεπε να τους βοηθήσω για λίγους μήνες πριν ξεκινήσω σπουδές. Ευτυχώς οι λαικές αυτές βρίσκονταν στα προάστεια της Αττικής. Δεν θα χρειαζόταν να συναντήσω κανέναν γνωστό εκτός από τις Κυριακές που πηγαίναμε στο παζάρι του Πειραιά. Εκείνες τις Κυριακές ήμουν συνεχώς κρυμμένη πίσω από τον πάγκο όταν κάποια συμμαθήτρια περνούσε τυχαία από εκεί.

Όλες τις υπόλοιπες μέρες, αν εξαιρέσω την απίστευτη κούραση, μου άρεσε πολύ αυτή η δουλειά. Πριν ακόμα χαράξει στήναμε τον πάγκο, στολίζαμε το εμπόρευμα, τακτοποιούσαμε τις κούτες, βάζαμε τιμές. Απέραντη ησυχία. Μέχρι που όλοι τελείωναν το στήσιμο και άρχιζαν τα πηγαδάκια μέχρι να χαράξει. Άναβαν φωτιές σε βαρέλια και ο καφετζής μοίραζε τους ζεστούς καφέδες. Καμμιά φορά, όταν το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό, το μενού περιελάμβανε σούπα σε ποτηράκια και κονιάκ. Τότε γίνονταν οι πραγματικές κουβέντες με αυτούς τους ανθρώπους. Τότε καταλάβαινες ότι αυτή ήταν η πιο σημαντική ώρα της μέρας τους. Η κουβέντα πάντα πήγαινε σε ουσιαστικά πράγματα, σε προβλήματα, σε έννοιες. Με τους πιο πολλούς συναντιόμασταν μόνο μια φορά την βδομάδα, ενώ με άλλους περισσότερες.

Είχαμε αφήσει ένα σωρό συζητήσεις στην μέση. Βιάζονταν να σου πουν για τα παιδιά τους που «πρόκοψαν», που σπουδάζουν, που δεν θα είναι αναγκασμένα να κάνουν αυτήν την δύσκολη δουλειά. Αλλά πάντα μας διέκοπτε ο ήλιος και οι πρώτες βιαστικές πελάτισσες που έρχονταν πριν πιάσουν δουλειά στα εργοστάσια. Τότε όλοι, άλλαζαν φάτσα και άρχιζαν να διασκεδάζουν τον κόσμο. Αθυρόστομα στιχάκια, μοιρασμένα σε διαλόγους μεταξύ του μανάβη, του ψαρά, του λουλουδά. Αν πέρναγε καμμιά όμορφη κοπέλα, ήταν η καλύτερή τους. Τρεις προτάσεις γάμου, ένα λουλούδι και ένα φρούτο ήταν τα συνηθισμένα δώρα τους στην ομορφιά. Ήταν άλλωστε κάτι πολύ σπάνιο η ομορφιά στις λαικές και στις ζωές αυτών των ανθρώπων.

Η πιο αγαπημένη μου λαική ήταν στους πρόποδες της Πάρνηθας, στον Άγιο Διονύση. Η λαική αυτή ήταν σε έναν τεράστιο δρόμο και ψηλά στο τέλος του ήταν ένα κακόφημο κλαμπ. Πριν χαράξει ο δρόμος αυτός γινόταν πασαρέλα για μεθυσμένους, πόρνες και περιθωριακούς. Τότε τα πειράγματα ξεκινούσαν απ΄την νύχτα. Οι γυναίκες αυτές, ρωσσίδες οι περισσότερες, έρχονταν κατευθείαν από την δουλειά για να προμηθευτούν καλλυντικά και γυαλιστερά μπιχλιμπίδια απ΄τον πάγκο μας. Όλοι μαζεύονταν τριγύρω να χαζέψουν αυτές τις φανταχτερές γυναίκες και οι γονείς μου μετά βίας μπορούσαν να συννενοηθούν στην γλώσσα τους. Δοκίμαζαν σκουλαρίκια, κραγιόν, δαχτυλίδια, φλέρταραν με τους λαικατζήδες, άλλες χόρευαν, άλλες γλυκοκοίταζαν τον μπαμπά μου. Εγώ και η μαμά, του κάναμε πλάκα όλη μέρα.

Ένα πρωί μια γυναίκα λιγάκι πιο στρουμπουλή και πιο ηλικιωμένη απ΄τις υπόλοιπες, πλησίασε τον μπαμπά μου. «Πόσο κάνει αυτό;» δείχνοντας ένα τεράστιο βραχιόλι με πούλιες. «Τρία κατοστάρικα, κούκλα μου»της είπε ο μπαγάσας. Η μαμά μου με κλώτσαγε κάτω από τον πάγκο. Η γυναίκα συνέχισε το φλερτ με τον μπαμπά μου, ενώ είχε φορέσει σχεδόν ότι είχαμε πάνω στον πάγκο. Η μαμά δεν άντεξε. «Δεσποινίς, σας αρέσει ο κύριος;» «Άντρας σου είναι;» «Όχι βέβαια, υπάλληλος». Οι λαικατζήδες είχαν λυθεί στα γέλια. «Ωραίο παιδί είναι». Το χαμόγελό της με τα χρυσά δόντια, είχε φτάσει μέχρι τα αφτιά.

Ο μπαμπάς μου είχε κοκκινήσει και είχε κρυφτεί στο φορτηγό κάνοντας πως τακτοποιεί το εμπόρευμα. «Εντάξει, θα σας τα κανονίσω εγώ», της είπε η μαμά μου. Όλη η λαική από τότε και κάθε βδομάδα περίμενε την «αρραβωνιαστικιά» του μπαμπά. Κάθε βδομάδα, η μαμά της έβρισκε και μια δικαιολογία για το ραντεβού. Η ξανθιά κυρία και οι φίλες της είχαν γίνει οι καλύτερες πελάτισσες και ο μπαμπάς κατακόκκινος, έκανε πάντα ότι τακτοποιούσε εμπόρευμα στο φορτηγό.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 23 σχόλια »