(tribute)
Όταν οι γονείς μου επέστρεψαν από τη Γερμανία η ζωή μου άλλαξε εντελώς. Έμενα πια σε ένα καινούργιο σπίτι έναν όροφο πιο πάνω, με πολλά καινούργια πράγματα. Όλα αυτά τα χρόνια στο εξωτερικό είχαν μαζέψει ένα σωρό μπιχλιμπίδια για να κάνουν την καινούργια μας ζωή όπως πάντα την ονειρεύονταν. Ειδικό βαζάκι για το μέλι, παπλωματάκια με Χάιντι και Μάγια μέλισσα, στερεοφωνικό με φωτορυθμικά που χρησιμοποιούσαμε στα πάρτι, ένα πορτατίφ με άσπρες τρίχες που η μύτες του άλλαζαν χρώματα, βιβλιοθήκη με βιβλία και αμέτρητες ηλεκτρικές συσκευές.
Είχαν έναν φίλο ψυχολόγο στην Γερμανία, που κυριολεκτικά τον είχαν ζαλίσει στις ερωτήσεις για την διαπαιδαγώγησή μας. Ήθελαν όταν στ΄αλήθεια θα ξεκινούσε η κοινή οικογενειακή μας ζωή, να είναι έτοιμοι να απαντούν στα ερωτήματά μας, να μάθουν όσα περισσότερα μπορούσαν για παιδιά γιατί ως τότε δεν μας ήξεραν, δεν είχαν ιδέα τί θα συναντήσουν και είχαν κατατρομάξει από τα κατορθώματά μας που εξιστορούσε η γιαγιά. Οι σύντομες επισκέψεις μας στην Γερμανία ήταν άλλωστε μόνο αγκαλιές, δώρα και αμέτρητα ψυχολογικά τεστ από τον φίλο τους για να μας γνωρίσουν. Από αυτά που σε βάζουν να ζωγραφίσεις και μετά, ακόμα κι αν δεν έχεις έμπνευση και έχεις κάνει την πιο ηλίθια ζωγραφιά, βγαίνει τί είσαι.
Η μόνη συμβουλή λοιπόν που τους έδωσε, ήταν να διαβάσουν όσα πιο πολλά βιβλία μπορούν. Αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο για τα ωράριά τους στο εργοστάσιο αλλά το τήρησαν όσο καλύτερα μπορούσαν. Και κάθε φορά που διάβαζαν ένα βιβλίο τόσο πιο δυστυχισμένοι γίνονταν. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ στην ζωή τους δεν είχαν ξαναδιαβάσει βιβλία, τουλάχιστον εξωσχολικά. Το πρώτο βιβλίο του πατέρα μου, ήταν το «Ένα παιδί μετράει τ΄άστρα» και της μητέρας μου «Η μάνα» του Γκόργκι. Η ζωή τους μετά από αυτά έγινε πολύ διαφορετική. Διάβαζαν ασταμάτητα και συνεχώς έκλαιγαν. Ειδικά με τους «Άθλιους» του Ουγκώ. Η αλλαγή μόλις ήρθαν στην Ελλάδα ήταν εμφανής. Τουλάχιστον σε μένα. Η μητέρα μου άρχισε ξαφνικά να επαναστατεί απέναντι σε κάθε είδους άδικο που έβλεπε γύρω της και να εμπλέκεται ενεργά σε ότι της φαινόταν λάθος. Μια φορά είχε βρίσει και τον Δήμαρχο. Ο πατέρας μου έγινε πιο ευαίσθητος και δεν ντρεπόταν να κλαίει μπροστά μας και να μας λέει γλυκά πράγματα.
Ξαφνικά μας γέμισαν την μικρή βιβλιοθήκη με ότι έβρισκαν. Πρώτη επιλογή τα άπαντα του Καβάφη σε καμμιά δεκαριά μικρά κόκκινα βιβλία και μετά τα άπαντα του Ιουλίου Βερν που έμοιαζαν με εγκυκλοπαίδεια. Μετά Δομές, Κουστώ και ένα σωρό άλλα, που είχαν κάνει τα ράφια να λυγίσουν από το βάρος. Τότε δεν βλέπαμε πολλή τηλεόραση. Αλλά σαν πιτσιρίκια διαβάζαμε ελάχιστα. Οι γονείς μου μαζεύονταν με τη θεία και τον θείο και μιλούσαν με τις ώρες. Πολλές φορές ξημερώνονταν και συζητούσαν για εμάς. Το κάθε τι που έβλεπαν πάνω μας, η παραμικρή κίνηση ήταν και άλλη μια τεράστια συζήτηση το βράδι που δεν επιτρεπόταν να ακούσουμε. Η μητέρα μου πήγε πάλι σε ψυχολόγο. Κούραζε το κεφάλι της χωρίς λόγο. Ή τουλάχιστον όπως το έβλεπα εγώ, χωρίς σοβαρό λόγο.
Έλεγε και ξανάλεγε ότι δεν γίνεται ένας άνθρωπος να είναι σωστός και όλοι οι υπόλοιποι λάθος. Όλες οι υπόλοιπες μαμάδες στο σχολείο έκαναν τελείως διαφορετικά πράγματα στα παιδιά τους. Έπρεπε να βρει έναν επαγγελματία να το συζητήσει και να την κάνει καλά, γιατί ένοιωθε τρελλή. Το τρικ για να μας γνωρίσει ο ψυχολόγος, ήταν να μας πάρει η μαμά μαζί έναν έναν, να περιμένουμε στο σαλόνι την «εξέτασή της» και μετά να προσποιηθεί ότι ξέχασε τα τσιγάρα της. Τουλάχιστον έτσι συνέβη σε μένα. Μπήκα στο γραφείο της ψυχολόγου, τα πήρα και αυτό αρκούσε για να βγάλει πόρισμα η ανώμαλη. Το έμαθα χρόνια μετά.
Μετά από αμέτρητες επισκέψεις σε ψυχολόγους, οι γονείς μου πείστηκαν. Δεν τους πείραζε πια που ήταν διαφορετικοί. Τα βιβλία τους είχαν αλλάξει πολύ. Τους άλλαξαν τελείως τρόπο σκέψης, τους έμαθαν να κρίνουν από λεπτομέρειες, τους έκαναν απίστευτα ανήσυχους. Μα πάνω απ΄όλα τους δίδαξαν ότι ένας άνθρωπος χωρίς βιβλία, είναι ένας άνθρωπος που δεν ξέρει ότι είναι άνθρωπος. Από τότε, δεν τους νοιάζει τί πιστεύει ο υπόλοιπος κόσμος. Έχουν φτιάξει ένα δικό τους διαφορετικό σύμπαν με τους δικούς τους περίεργους κώδικες.
Ίσως, αν τους δεις για πρώτη φορά, να πεις «να δυό τρελλοί άνθρωποι». Ίσως, αν τους γνωρίσεις παραπάνω να πεις «τί όμορφοι άνθρωποι». Ίσως, αν ήσουν στην θέση μου να είχες την ίδια ανάγκη να γράψεις δυό λόγια γι΄αυτούς.