X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Ιανουάριος, 2006

ΝΟΥΣ ΥΓΙΗΣ ΕΝ ΣΩΜΑΤΙ…ΤΙ ΕΙΠΑΤΕ;

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 31, 2006

Για να δείτε πόσο μαλάκες και ρατσιστές ήταν καμμιά φορά αυτοί οι αρχαίοι. Αντείτε πείτε το σε έναν ανάπηρο μαλάκες. Αλλά βέβαια, τότε είχανε έναν Καιάδα και τέρμα. Και έρχεστε τώρα και ευαγγελίζεστε πράγματα που θα ΄πρεπε να τα διαβάζουμε και να τα παρατάμε στην εποχή τους, απλά δεχόμενοι ότι για ΤΟΤΕ προσπαθούσαν να το δουλέψουν λιγάκι το μυαλό τους. Και μάλιστα όχι απαραίτητα με επιτυχία.

Ο κάθε άνθρωπος ζώα, παλεύει με ότι του δόθηκε. Με ένα μικρό μυαλό, με ένα στραβό πόδι, με μια κατεστραμένη σπονδυλική στήλη. Το να παίρνεις έναν άνθρωπο που έχει έναν απαράδεκτο σωματότυπο (για τα δικά σου μέτρα) και να του κάνεις πλύση εγκεφάλου ότι θα ευτυχήσει αν πλακωθεί στις γυμναστικές και στις ευεξίες είναι φασιστικό. Και τονίζω δεν μίλησα για κιλά, μίλησα για σωματότυπο. Υπάρχουν και άνθρωποι που όσα κιλά και αν χάσουν, όση γυμναστική και αν κάνουν, έχουν τέτοια δομή οστών που δεν τους επιτρέπει να χωθούν στα ηλίθια στερεότυπά σας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η νευρική ανορεξία και η βουλιμία έχουν να κάνουν με διαστρέβλωση της εικόνας μας στον καθρέφτη. Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι που θύματα αυτής της εγκεφαλικής πλύσης αρνούνται να δουν την πραγματική τους εικόνα και πάντα κυνηγούν το τέλειο στον καθρέφτη ακόμη κι αν το έχουν καταφέρει. Αφήνοντας συνήθως ένα λαμπρό μυαλό να πάει στράφι, ένα περιβάλλον αγαπημένων να μαραζώσει και μια σεξουαλική ζωή να καταστραφεί. Και τα έβλεπα μπροστά μου για χρόνια.

«ΥΓΙΗΣ» με την έννοια αυτού του ηλίθιου ρητού κύριοι, είναι για μένα ο άνθρωπος που παλεύει με ότι του δόθηκε. Εμένα τουλάχιστον μου αρκεί.

Δημοσιεύθηκε στο PHILOSOPHY, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 22 σχόλια »

ΟΡΘΟΡΕΞΙΕΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΠΕΤΑΛΙΕΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 30, 2006

Γενικά, χωρίς ακόμη να έχω εντοπίσει τον λόγο τσαντίζομαι απίστευτα όταν οι συζητήσεις πάνε προς την υγιεινή διατροφή, την γυμναστική, τον τρόπο ζωής, τα βλαβερά του καπνίσματος. Οκ, κατέχουν ένα κομματάκι στο κεφάλι μου αλλά συνήθως τα άτομα που συζητάνε τέτοιου είδους θέματα κολλάνε άσχημα. Και νοιώθω πολύ πιεσμένη όταν μου μιλάνε γι΄αυτά. Όχι απαραίτητα επειδή δεν γυμνάζομαι- τρεις- φορές- την- εβδομάδα- για- μια- ώρα, αλλά επειδή οι άνθρωποι που ασχολούνται, σχεδόν πάντα γίνονται πολύ πιεστικοί.

Υπάρχουν πράγματα τελικά που δεν με πείθουν για σωστά. Ήδη, ως προς την υγιεινή διατροφή αν και το φανταζόμουν, επιβεβαιώθηκα (αρκεί να είχα προλάβει να βρω πρώτη ένα καλύτερο όνομα -γμτ). Ίσως να υπάρχει ανάλογος όρος και για τους κολλημένους με την γυμναστική. Ίσως ευθυγυμνασία. Δεν είναι υγιής αθλητισμός αυτό το κόλλημα, δεν είναι χόμπυ. Όταν κάτι που υποτίθεται έχει σκοπό να σου βελτιώσει την ζωή (ή έστω να διασκεδάσεις), σου την μετατρέπει σε μαρτύριο, όταν επιστρατεύεις την ψυχολογία και την ιατρική για να πείσεις για το πώς πρέπει να νοιώθει κάποιος απέναντι ας πούμε, σε ένα ταψί μουσακά ή σε μια γκόμενα που τον αποσπά όταν δουλεύει γάμπες (sic), όταν και οι συναναστροφές σου ακόμη έχουν κοινό σημείο αυτήν την ενασχόληση, κάτι έχει πάει στραβά.

Μπορεί να κάνω λάθος αλλά όταν κάτι περιλαμβάνει τις φράσεις «αλλαγή φιλοσοφίας», «διαφορετική στάση ζωής», «καινούργιος κόσμος, καινούργια ζωή», «υγιής στάση», «νους υγιής εν σώματι…», «πάρτε τη ζωή σας στα χέρια σας», εμένα μου μοιάζει πολύ με την θρησκεία και τρομάζω.

Δημοσιεύθηκε στο METABLOGGING, PHILOSOPHY | 44 σχόλια »

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 30, 2006

Η παρέα μου ποτέ δεν αποτελείτο από επαρκή αριθμό γυναικών, με αποτέλεσμα να είμαστε πάντα υποχρεωμένες να ακούμε πολύωρες αθλητικές αναλύσεις. Λέγαμε και τίποτε κουτσομπολιά αλλά πάντα θα υπήρχε μια γαμημένη λεξούλα που θα παρέπεμπε σε αθλητικά για να καταστρέψει την όλη συζήτηση.

-Καλά, είδα μια ταινιάρα χθες το βράδι…

-Όχι ρε! Και δεν είδατε τον Θρύλο που σάρωσε;

-Μπλα μπλα μπλα…

Μαρτύριο. Μες στην συζήτηση πεταγόμουν και το ΄σωζα.

-Η Α. αρραβωνιάστηκε!

-Ποιόν;

-Τον Β. Τον θυμάσαι απ΄το Λύκειο;

-Ναι μωρέ. Αυτός ο μαλάκας που έπαιζε μπάσκετ και είχε τις καλύτερες γκόμενες.

-Θυμάσαι εκείνο το τρίποντο που έριξε στον τελικό με το 3ο Λύκειο;

-Μπλα μπλα μπλα…

Σκατά! Αλλάζαμε λοιπόν θέσεις όπως στα παλιά τα χρόνια, χωριζόμασταν σε γυναίκες και άντρες και το ρίχναμε στην μπιρίμπα. Πού και πού μας θυμούνταν για κάνα φιλάκι ή για να μας δείξουν πώς παίρνουν πιο γρήγορα το μπιριμπάκι. Πάλι σκατά. Στο τέλος τους παρατάγαμε τα χαρτιά μας και το συνέχιζαν μόνοι τους καπάκια με το στάνταρ μπλα… ο Καρεμπέ…μπλα… γαμιέται ο Πάο…. μπλα…βυζάρες…. μπλα…σκάστε θα μας ακούσουν… μπλα…

Ο Σωκράτης με έσωσε. Δεν πήγαν τσάμπα βλέπετε τόσα χρόνια στα Πανεπιστήμια. Έσπειρα λοιπόν «καινά δαιμόνια». Βασικά τα δικά μου δαιμόνια ήταν κακά και όχι καινά αλλά η μόρφωσή μου ήταν τέτοια που μου επέτρεπε να κάνω την Γνώση ότι γούσταρα. Άλλωστε το μυαλό μου δεν έπασχε ποτέ από δυσπαρεύνεια. Βούταγε την Γνώση, την γλίστραγε μέσα, την επεξεργαζόταν και την έβγαζε τζάααααμι.

-Ρε συ, τί έχεις στο πρόσωπό σου;

-Τί έχω; -Είναι πολύ μουντό. Έχεις ξηροδερμία;

-Τί είναι αυτό;

-Φοράς ενυδατική; Άσε που οι ρυτίδες έκφρασης τείνουν να γίνουν γήρατος.

-Λες ε;

-Εγώ; Πώς είναι το δικό μου πρόσωπο;

-Για έλα στο φως…πω πω, χάλια! Μαύρα στίγματα, πανάδες, χέστα. Έχεις κάνει ποτέ καθαρισμό;

-Όχι…κακό ε;

-Καλά χέστε με, με τις φάτσες σας βαριέμαι τώρα. Που λέτε κορίτσια, βγήκε μια μάσκα φανταστική. Την απλώνεις στη μούρη, στεγνώνει και βγαίνουν όλα τα μαύρα στίγματα. Άσχετο, τον είδατε τον Μπέκαμ; Τί μάναρος!

-Πότε θα μου κάνεις καθαρισμό;

-Μπα, βαριέμαι. Που λέτε κορίτσια, ο Γεωργάτος…μπλα μπλα μπλα.

ΧΑ!

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 16 σχόλια »

ΛΑΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 29, 2006

Ένα από τα καλύτερα, αλλά δυσκολότερα επαγγέλματα που έχω κάνει ποτέ μου είναι σε λαική αγορά. Είναι απίστευτα διαφορετικό να βρίσκεσαι μπροστά από πάγκους, να ακούς πειράγματα, αστεία και ντελάληδες αλλά και τόσο παράξενο να είσαι από την μέσα πλευρά του πάγκου. Αυτοί που θα σου φαίνονταν αστείοι, γραφικοί και άξεστοι είναι πια οι συνάδελφοί σου, όλοι τους πολύ κουρασμένοι για να αφήσουν άλλη μια μέρα να περάσει χωρίς να την χρωματίσουν με αστεία. Είναι σχεδόν αναγκαστικά τα αστεία στις λαικές.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ζωή. Δεν εννοώ προσωπική ζωή, εννοώ ζωή γενικότερα. Σπανίως είναι παντρεμένοι, αλλά και αν είναι, ζουν σαν μοναχικοί. Άλλωστε όταν η μέρα σου ξεκινά στις τρεις τα ξημερώματα, όταν τα ρούχα σου έχουν μοναδικό σκοπό να μην κρυώνεις και όχι να είσαι εμφανίσιμος, όταν πηγαίνεις σπίτι στις έξι το απόγευμα δεν είναι εύκολο ούτε καν να ανοίξεις την τηλεόραση. Και είναι τόσο φοβεροί άνθρωποι. Αν δηλαδή είχαν το κουράγιο να σου εξιστορήσουν λίγη απ΄την ζωή τους.

Όταν ξεκίνησα για ένα μικρό διάστημα να βοηθάω τους γονείς μου στις λαικές ντρεπόμουν πολύ. Είχα μόλις τελειώσει το λύκειο και έπρεπε να τους βοηθήσω για λίγους μήνες πριν ξεκινήσω σπουδές. Ευτυχώς οι λαικές αυτές βρίσκονταν στα προάστεια της Αττικής. Δεν θα χρειαζόταν να συναντήσω κανέναν γνωστό εκτός από τις Κυριακές που πηγαίναμε στο παζάρι του Πειραιά. Εκείνες τις Κυριακές ήμουν συνεχώς κρυμμένη πίσω από τον πάγκο όταν κάποια συμμαθήτρια περνούσε τυχαία από εκεί.

Όλες τις υπόλοιπες μέρες, αν εξαιρέσω την απίστευτη κούραση, μου άρεσε πολύ αυτή η δουλειά. Πριν ακόμα χαράξει στήναμε τον πάγκο, στολίζαμε το εμπόρευμα, τακτοποιούσαμε τις κούτες, βάζαμε τιμές. Απέραντη ησυχία. Μέχρι που όλοι τελείωναν το στήσιμο και άρχιζαν τα πηγαδάκια μέχρι να χαράξει. Άναβαν φωτιές σε βαρέλια και ο καφετζής μοίραζε τους ζεστούς καφέδες. Καμμιά φορά, όταν το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό, το μενού περιελάμβανε σούπα σε ποτηράκια και κονιάκ. Τότε γίνονταν οι πραγματικές κουβέντες με αυτούς τους ανθρώπους. Τότε καταλάβαινες ότι αυτή ήταν η πιο σημαντική ώρα της μέρας τους. Η κουβέντα πάντα πήγαινε σε ουσιαστικά πράγματα, σε προβλήματα, σε έννοιες. Με τους πιο πολλούς συναντιόμασταν μόνο μια φορά την βδομάδα, ενώ με άλλους περισσότερες.

Είχαμε αφήσει ένα σωρό συζητήσεις στην μέση. Βιάζονταν να σου πουν για τα παιδιά τους που «πρόκοψαν», που σπουδάζουν, που δεν θα είναι αναγκασμένα να κάνουν αυτήν την δύσκολη δουλειά. Αλλά πάντα μας διέκοπτε ο ήλιος και οι πρώτες βιαστικές πελάτισσες που έρχονταν πριν πιάσουν δουλειά στα εργοστάσια. Τότε όλοι, άλλαζαν φάτσα και άρχιζαν να διασκεδάζουν τον κόσμο. Αθυρόστομα στιχάκια, μοιρασμένα σε διαλόγους μεταξύ του μανάβη, του ψαρά, του λουλουδά. Αν πέρναγε καμμιά όμορφη κοπέλα, ήταν η καλύτερή τους. Τρεις προτάσεις γάμου, ένα λουλούδι και ένα φρούτο ήταν τα συνηθισμένα δώρα τους στην ομορφιά. Ήταν άλλωστε κάτι πολύ σπάνιο η ομορφιά στις λαικές και στις ζωές αυτών των ανθρώπων.

Η πιο αγαπημένη μου λαική ήταν στους πρόποδες της Πάρνηθας, στον Άγιο Διονύση. Η λαική αυτή ήταν σε έναν τεράστιο δρόμο και ψηλά στο τέλος του ήταν ένα κακόφημο κλαμπ. Πριν χαράξει ο δρόμος αυτός γινόταν πασαρέλα για μεθυσμένους, πόρνες και περιθωριακούς. Τότε τα πειράγματα ξεκινούσαν απ΄την νύχτα. Οι γυναίκες αυτές, ρωσσίδες οι περισσότερες, έρχονταν κατευθείαν από την δουλειά για να προμηθευτούν καλλυντικά και γυαλιστερά μπιχλιμπίδια απ΄τον πάγκο μας. Όλοι μαζεύονταν τριγύρω να χαζέψουν αυτές τις φανταχτερές γυναίκες και οι γονείς μου μετά βίας μπορούσαν να συννενοηθούν στην γλώσσα τους. Δοκίμαζαν σκουλαρίκια, κραγιόν, δαχτυλίδια, φλέρταραν με τους λαικατζήδες, άλλες χόρευαν, άλλες γλυκοκοίταζαν τον μπαμπά μου. Εγώ και η μαμά, του κάναμε πλάκα όλη μέρα.

Ένα πρωί μια γυναίκα λιγάκι πιο στρουμπουλή και πιο ηλικιωμένη απ΄τις υπόλοιπες, πλησίασε τον μπαμπά μου. «Πόσο κάνει αυτό;» δείχνοντας ένα τεράστιο βραχιόλι με πούλιες. «Τρία κατοστάρικα, κούκλα μου»της είπε ο μπαγάσας. Η μαμά μου με κλώτσαγε κάτω από τον πάγκο. Η γυναίκα συνέχισε το φλερτ με τον μπαμπά μου, ενώ είχε φορέσει σχεδόν ότι είχαμε πάνω στον πάγκο. Η μαμά δεν άντεξε. «Δεσποινίς, σας αρέσει ο κύριος;» «Άντρας σου είναι;» «Όχι βέβαια, υπάλληλος». Οι λαικατζήδες είχαν λυθεί στα γέλια. «Ωραίο παιδί είναι». Το χαμόγελό της με τα χρυσά δόντια, είχε φτάσει μέχρι τα αφτιά.

Ο μπαμπάς μου είχε κοκκινήσει και είχε κρυφτεί στο φορτηγό κάνοντας πως τακτοποιεί το εμπόρευμα. «Εντάξει, θα σας τα κανονίσω εγώ», της είπε η μαμά μου. Όλη η λαική από τότε και κάθε βδομάδα περίμενε την «αρραβωνιαστικιά» του μπαμπά. Κάθε βδομάδα, η μαμά της έβρισκε και μια δικαιολογία για το ραντεβού. Η ξανθιά κυρία και οι φίλες της είχαν γίνει οι καλύτερες πελάτισσες και ο μπαμπάς κατακόκκινος, έκανε πάντα ότι τακτοποιούσε εμπόρευμα στο φορτηγό.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 23 σχόλια »

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗΤΕΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 27, 2006

Τα blogs από τους «ηττημένους».

Είναι ο μόνος τρόπος να ακουστεί η άλλη πλευρά. Είναι ο μόνος λόγος που τα κάνει τόσο προκλητικά, τόσο γοητευτικά. Είναι η μοναδική μου ευκαιρία να με ακούσετε, να πω τις σκέψεις μου, να διαμαρτυρηθώ. Αν είχαμε άλλους τρόπους κύριοι, θα ήμασταν ιστορικοί ή θα επεμβαίναμε ενεργά στην ιστορία. Για να είμαστε εδώ, έχουμε στόχους ο καθένας μας να επιτύχουμε, αντίλογο να φωνάξουμε, ζωή να γράψουμε που δεν ζήσαμε ακόμα.

-αφιερωμένο στα παιδιά που έφυγαν από την παρέα μας, με την παράκληση να αναθεωρήσουν.

-αφιερωμένο και σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που φώτισαν την γειτονιά μας , με την ευχή να έρθουν κι άλλοι.

Δημοσιεύθηκε στο METABLOGGING | 56 σχόλια »

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 26, 2006

Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE | Κανένα σχόλιο »

ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΙΔΕΩΝ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 25, 2006

Μην τρελλαίνεστε. Έχω και παραέχω ιδέες. Απλά μπάφιασα. Κάποτε, είχες ένα δελτίο ειδήσεων, έλεγε εκεί για έναν δολοφόνο, έναν ληστή, κάνα δυό αξιοσέβαστους πολιτικούς με τις δηλώσεις τους και τέλος. Τα άκουγες, τα συζήταγες, έφτυνες τον κόρφο σου, έλεγες «Σικάγο γίναμε», κλείδωνες την πόρτα και ήσουν ασφαλής. Αν ήθελες να το παίξεις ψαγμενιά, ψώνιζες ένα -ότι να’ναι- περιοδικό, μια εφημερίδα, ένα βιβλίο κάποιου «ξένου» και είχες να πεις δυό πράγματα παραπάνω, να κάνεις και το κομμάτι σου στην γκόμενα. Πέταγες εκεί έναν Μάρξ, έναν Έκο, έναν Σμιθ ή έναν Καντ στα δύσκολα και καθάριζες. Ήξερες πού βρισκόσουν και πού πάταγες ρε παιδί μου. Όλοι ήξεραν αυτόν τον έναν δολοφόνο, αυτόν τον έναν ληστή, αυτή την δήλωση του πολιτικού. Στα πηγαδάκια υπήρχε ένα θέμα, άντε δύο και μετά πολιτική, ποδόσφαιρο, κοινωνικός σχολιασμός, γκομενιακά. Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος.

Μέχρι που όλα γίνανε σκατά. Δεν λέω, και πριν χαμός γινόταν από δολοφόνους, κλέφτες και δηλώσεις. Αλλά στα δίνανε με το σταγονόμετρο. Ήταν πιο brain-friendly τότενες ο κόσμος. Να κάτσεις, να τ’ ακούσεις, να τα χωνέψεις και να χέ.. να βγάλεις τέλος πάντων τα συμπεράσματά σου, τις ιδέες σου. Τώρα μέχρι να καταφέρεις να τα διαβάσεις, έχουν υπάρξει χιλιάδες άλλα. Μέχρι να τα καταλάβεις, έχεις φάει τα νιάτα σου. Μέχρι να τα χωνέψεις, σου παρεμβάλλονται άλλα τόσα να αντιπαραθέσεις. Και μετά κουτσά στραβά πας να βγάλεις την ιδέα σου. Την γνώμη σου ρε παιδί μου, το κατιτίς σου σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό, για να νοιώθεις λιγουλάκι ενεργός ως εγκέφαλος.

Φτάνει η μεγάλη στιγμή, το διαμορφώνεις, το φέρνεις εκεί που το θες, του δίνεις δομή, αρχή μέση και τέλος, ψοφάς απ΄την χαρά σου και το παρουσιάζεις. Και έρχονται οι ντομάτες από παντού. Πρέπει να είσαι μεγάλος μαλάκας για πεις ιδέα στην εποχή μας. Καταρχήν ρε βλήτο, σίγουρα κάποιος άλλος το ΄χει σκεφτεί. Οκ λες και τί έγινε. Εγώ θα το τεκμηριώσω και θα πειστούνε για την αυθεντικότητά μου. Έλα μου ντε, που πάντα θα υπάρχει κάποιος που το ΄χει ξανακούσει. Και όχι μόνο αυτό. Εκτός δηλαδή ότι πρέπει να αποδείξεις ότι το σκέφτηκες εντελώς καταμόνος σου, έχεις να κάτσεις να του βρεις και όνομα της προκοπής. Γιατί το άλλο σαίνι που το σκέφτηκε, πήγε και του βρήκε ένα τέτοιο γαμάτο όνομα που κάνει μπαμ από μακριά ότι θα σε κατατροπώσει. Πήγε και το ονόμασε ας πούμε «επίκληση στην αυθεντία». Δεν πα να χτυπάς τον κώλο σου κάτω και να θες να το ονομάσεις «το ΄πε, το ΄πε ο παπαγάλος» που είχε κάνει και σουξέ…τέλος φίλε μου. Σε πρόλαβαν.

Άσε που θα καρατσεκάρουν το μπαγκράουντ σου και το σιβί σου για σε λάβουν στα υπ΄όψιν. Μεγάλη μαλακία οι ιδέες στην εποχή μας, σας λέω. Ο διαβασμένος στην εποχή μας για να λέγεται διαβασμένος δεν πρέπει ούτε να τρώει, ούτε να βγαίνει, ούτε να γαμεί.

Σκέφτομαι (τολμάω δηλαδή), ότι τα καλύτερα πράγματα τα είπαμε ως Έλληνες όταν κοπροσκυλιάζαμε, οργιάζαμε ασύστολα και είχαμε δούλους. Όταν ο τάδε κλέφτης, αν έκλεβε όξω απ΄την ρούγα μας, δεν υπήρχε στο μυαλό μας. Όταν δεν είχαμε πληροφορίες, τηλεοράσεις και βιβλιοπόλεμο. Όταν δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτείς μια μαλακία και να στην προλάβει άλλος. Είχες ρε γαμώτο το κίνητρο της πρωτοτυπίας ανάμεσα στο κοπροσκύλιασμα, το οργίασμα και τις δουλάρες.

Έτσι, σκέφτηκα να πρωτοτυπήσω. Θα κάνω την ανήξερη. Θα κοπροσκυλιάζω, θα οργιάζω, θα βρω δούλους και θα σκέεεεεεεφτομαι. Ίσως να μπω σε ένα πυθάρι και να κάνω την κυνικιά. Ίσως πάλι, να ιδρύσω μια σχολή και να διδάσκω μέσω της μούγκας. Να γίνω μια Πλατωνατζού και να απαγορέψω οποιαδήποτε ομιλία για εφτά χρόνια. Τίποτε. Ούτε εφημερίδες, ούτε περιοδικά, ούτε ίντερνετ. Και μετά να τους αμολύσω. Και μετά να δείτε αρχιδάτες ιδέες.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, PHILOSOPHY | 18 σχόλια »

ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 24, 2006

(στο βρακί σου)

Η μέρα απ΄το πρωί φαίνεται, λένε. Μαλακία. Εγώ λέω ότι η μέρα απ΄το βρακί φαίνεται. Ειδικά αν έχεις βάλει ένα απ΄αυτά τα μικροσκοπικά και-καλά-βρακιά για μισοκωλάκια. Αυτά που σου κάνουνε καμάκι όλη μέρα. Σου μπαίνουν στον κώλο και άντε να κάτσεις, άντε να σκεφτείς. Όλη σου η μέρα πάει στράφι. Όλες σου οι σκέψεις έχουν μία και μόνο κατάληξη. Να καταφέρεις να το βρεις, να το γραπώσεις και να το κάνεις χίλια κομμάτια.

Στριφογυρίζεις στην καρέκλα, ξεσπάς στο πληκτρολόγιο και άντε μετά να εξηγήσεις πώς στο διάολο σου βγήκε ένα τέτοιο κείμενο. Και πας να κάνεις την φιλοσοφημένη για να τα μπουρδουκλώσεις. Πού να σκεφτεί ο άλλος ότι για όλα φταίει το βρακί. Αναπτύσσεις θεωρείες, βγάζεις λογίδρια, κάνεις αναφορές σε αυθεντίες – προφανώς σφιχτοβρακωμένες - και βγαίνεις κι από πάνω. Μέχρι να βρεθεί ένας ομοιοπαθής. Απ΄αυτούς που φοράνε τα σλιπ τα Μινέρβα. Μόνο που δεν του είπανε να μην το πλένει στους ογδόντα βαθμούς, του κακομοίρη. Και του ΄χει κάνει τα αρχίδια λακέρδα. Βρίσκει λοιπόν ο πιταρχίδας το κείμενό σου μπας και τα ανακουφίσει λιγάκι. Μέσα από τις λέξεις καταλαβαίνεις ότι σου γράφει σχεδόν όρθιος, κάθιδρος και σφιχτοκωλιασμένος. Λες και του ΄χεις πιάσει εσύ το λάστιχο απ΄το βρακί και το τραβάς όλη μέρα.

Τίποτε απ΄όλα αυτά δεν θα γινόταν αν έβαζες το σωστό βρακί. Ίσως απλά να αρκούσε την επόμενη φορά πριν ψωνίσεις βρακιά, να κοιτάξεις καλά τον κώλο σου και αντί να τον κολακέψεις, να φροντίσεις να τον ντύσεις σε όλα του τα τετραγωνικά. «Απ΄έξω εμφάνιση και από μέσα άνεση» - μαλάκες ήταν αυτοί που το σκέφτηκαν; Έτσι είναι. Αρκεί να πάρεις χαμπάρι ότι όταν σε φωνάζουν κωλάρα, κυριολεκτούν. Δεν είναι ντόπερμαν να τον δέσεις με κορδόνια μη σου φύγει. Άσε που δεν φιμώνεται κιόλας. Δαγκώνει λέμε και θα στην κάνει κώλο όλη τη μέρα.

Μπορώ ευκολότατα να καταλάβω τί βρακί φοράνε μερικά κείμενα. Υπάρχουν κείμενα που είμαι σίγουρη ότι έχουν μόνιμα ένα στρινγκ στον κώλο και άλλα που ευχαρίστως θα τους χάριζα τρία βρακιά απ΄αυτά τα μακό, τα ντεκαβλέ. Η γιαγιά μου που τα φοράει μια χαρά άνθρωπος είναι. Και δεν έχει και μπλογκ.

Όσο για μένα μια χαρά γράφω, δεν θέλω ηλίθιους συνειρμούς. Για σας το ΄γραψα.

Δημοσιεύθηκε στο METABLOGGING, SILLY | 21 σχόλια »

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 24, 2006

Κυρίες και κύριοι, μου πηδήξανε την διάθεση. Μια χαρά μαυρίλα είχα πρωί πρωί και είπα να το κάνω ποστ. Εσείς έχετε όλο τον χώρο και τον χρόνο να δείτε χιόνι, να μαλακιστείτε, να βουτηχτείτε στην αυτολύπηση. Εγώ έχω μια σκατοβιτρινούλα. Κι αν σκεφτείς τον τρόπο που κάθομαι στην καρέκλα, χμμ… εννοώ που ξαπλάρω, ίσα που φαίνεται το κεφάλι μου απ΄τον πάγκο. Καμμιά φορά αν θέλω να γλιτώσω απ΄τα ατέλειωτα πήγαιν΄έλα και τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, γλιστράω κι άλλο στην καρέκλα και νομίζουν ότι λείπω. Τί έχω λοιπόν ; Ένα τόσο δα κομματάκι τζαμιού να μιζεριάσω και ΄γω.

Απέναντι ο μεγάλος κίτρινος τοίχος που με πλακώνει μια χαρά, δυό ψωρόδεντρα και κάνα δυό σαραβαλάκια παρκαρισμένα. Α, και το κλειδωμένο ψυγείο με τα παγωτά. Αυτό που το βρίσκω το πρωί χιλιοκατουρημένο. Αλλά θα τον πετύχω τον μαλάκα που φέρνει το κοπρόσκυλο να μου κατουρήσει το δέλτα μου. Τί λέγαμε; Α, ναι. Τί έχω λοιπόν; Μια κλανιά τοπίο έχω. Σ΄αυτήν λοιπόν την κλανίτσα, πάνω στα σαραβαλάκια και τα ψωρόδεντρα, είχε μια ιδέα χιονάκι. Ωραία λέω θα έχω έμπνευση για κλαψομούνιασμα σήμερα.

Και μετά ντριν. Και μετά σχολάνε τα κωλόπαιδα. Και μετά τα γαμήσανε όλα. Ήθελα να ΄ξερα τί καταλάβανε. Βουτήξανε το χιόνι μου, κλάσανε στο γέλιο και παρασύρανε και τον άντρα μου. Καλά ρε φίλε, αυτά είναι μαλακισμένα, εσύ πού πας ολόκληρος μαντράχαλος; Παράτησε τις δουλειές, ξέχασε τις μαυρίλες του και αρχίσανε να καραφλιάζουνε σιγά σιγά το τοπίο μου. Ο τσίφτης μου έγινε πάλι κοκκινορόζ και η μηχανούλα μας μαύρη. Αλλά όχι, δεν τους έφτανε. Εγώ τους έλειπα. Άρχισαν να πετάνε τις χιονόμπαλλες στην βιτρίνα για να με τρομάξουν. Και μετά μπήκαν και μέσα. Μουνί το μαγαζί. Και έπρεπε να γελάσω κιόλας. Πελατάκια μου είναι, έκανα την χαρούμενη.

Η μαυρίλα μου πήγε τελείως περίπατο, όταν πάτησε τις αγριοφωνάρες ο δίπλα. Αυτός ο μαλάκας που γυαλίζει το αυτοκίνητο κυρίως όταν βρέχει. Είχε πάει ο σαίνης και είχε βάλει συναγερμό στην κούρσα. Καλά ρε χλέμπουρα φοβόσουν μην σου κλέψουν το χιόνι σου; Να φωνάζει το ζώο και να τρώει δέκα δέκα τις χιονόμπαλλες απ΄τα μαλακισμένα. Άντε μετά να ξαναβρώ τον εαυτό μου και να γράψω ένα αξιοπρεπές ταξικό ποστ. Αρχίζω όμως και συνέρχομαι σιγά σιγά. Άντε, να την κάνω την προσπάθεια.

Ο χειμώνας που λέτε, εκτός από ταξικός είναι και…. ωχ πελατάκι. Μισό.

-Γειά σου Κωσταντίνα.

-Γειά σου Παντελή.

-Θέλω ένα κρουασάν.

-Πάρε ρε μωρό μου.

-Είναι ψηλά σου λέω, δεν φτάνω.

-Καλά έρχομαι.

-Ωχ, κάτι έχεις στο κεφάλι σου.

-Τί ρε Παντελή;

-Σκύψε ντε! - (ω ναι, έσκυψα το ζώον)

- ΦΑΤΗΝ !!!

Η μύτη μου είναι έτοιμη να ξεκολλήσει απ΄την χιονόμπαλλα και το πάτωμα μες στην λάσπη. Ο Παντελής δεν πήρε κρουασάν. Πήρε και την τελευταία ρανιδίτσα κακής διάθεσης που μου είχε απομείνει. Άντε τώρα να κάνεις την σοβαρή μπλόγκερ.

Ντριιιιιινν. Μισό παιδιά, τηλέφωνο.

-Έλα μωρό μου.

-Έλα ρε…

-Βάλε sport fm. Ένα σου λέω : Μπάμπης – Λεάνης!

-Όχι, ρε γαμώτο!!!

Κυρίες και κύριοι, διαμαρτύρομαι. Με πηδήξανε κανονικότατα σήμερα. Παγέτε αλλού για σοβαρότητες. Αύριο, σας υπόσχομαι, θα το σώσω.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE | 13 σχόλια »

ΧΕΙΜΩΝΑΣ : ΜΙΑ ΤΑΞΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 23, 2006

Ο χειμώνας θα έπρεπε να είναι η πιο αγαπημένη εποχή όλων. Τί ωραιότερο από ένα χιονισμένο τοπίο, από κάστανα στην φωτιά, από ατέλειωτες ώρες κοιτώντας τα κούτσουρα να καίγονται στο τζάκι. Πάντα αναρρωτιώμουν γιατί όλοι δεν εκτιμούν τον χειμώνα όσο εγώ. Στα μάτια ενός παιδιού που και τα χειρότερα πράγματα στον κόσμο μπορούν εύκολα να γίνουν παιχνίδι, ο χειμώνας θα έπρεπε να είναι η καλύτερη ευκαιρία για τρέλλες.

Μεγαλώνοντας, όλα αλλάζουν. Ο χειμώνας είναι μια ταξική εποχή. Είναι κάτι σαν τα όνειρά μας που βρίσκονται πάντα εκεί αλλά παγωμένα, σαν τις επιθυμίες μας που δεν θα πραγματοποιηθούν. Όπως το χιόνι που δεν επιτρέπεται να χαρούμε. Μια εποχή που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε αυτούς που μπορούν να τον χαρούν και σε αυτούς που θα τον αντιμετωπίσουν σαν μια οδυνηρή ταλαιπωρία. Είναι η μοναδική εποχή που μπορείς να ξεχωρίσεις τους ανθρώπους γύρω σου από τον τρόπο που ντύνονται, από το πόσο κρυώνουν, από τις ανέσεις που τους λείπουν για να τον απολαύσουν.

Είναι η εποχή που πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να την ζήσουν κλεισμένοι μέσα από το σπίτι τους ενώ άλλοι πάνω σε χιονισμένα βουνά και ονειρεμένα καταφύγια αναψυχής. Είναι η εποχή που θα αποχαιρετήσω τον Κλάιντι και τον Αλί και θα τους ξαναδώ την άνοιξη. Είναι η εποχή που θα βλέπω μόνο την μητέρα τους να περνά βιαστικά μπροστά από το μαγαζί φορώντας ένα κοντό φθαρμένο σακκάκι με χέρια κατακόκκινα από κρύο βαστώντας σακουλάκια με φάρμακα.

Στην γειτονιά μου αγαπάμε μόνο το καλοκαίρι. Τότε που όλοι φορούν ίδια αναλογία ρούχων, τότε που όλοι έχουν δικαίωμα να απολαύσουν τον ήλιο και η χαρά μας για την εποχή αυτή δεν είναι αναλογική με τα λίτρα πετρελαίου που μπορούμε να προμηθευτούμε.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, POLITICS | 29 σχόλια »

ΚΟΥΣΟΥΡΙΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Ιανουάριος 22, 2006

Κάποτε σε μια συζήτηση για το αν οι φίλοι μου είναι ακριβώς αυτό που θα ΄θελα, μια φίλη μου είπε το σοφότερο πράγμα που έχω ακούσει. «Ποτέ δεν θα βρεις το 100% απ΄αυτά που ψάχνεις σε κάποιον άλλο. Αν βρεις το 80%, να είσαι ευτυχισμένη. Το 100%, θα το φτάσετε στην πορεία ή όχι. Δεν έχει σημασία». Οι απαιτήσεις μου από τότε, για τους δικούς μου ανθρώπους, δεν έχουν ξεπεράσει ποτέ αυτό το 80% και ίσως στην πορεία να έπαιρνα το 100%. Μπορεί ανά καιρούς αυτές οι απαιτήσεις να άλλαζαν προς τα κάτω, αλλά ποτέ προς τα πάνω.

Η δύναμη της ανεκτικότητας είναι υποτιμημένη. Όταν κατανοείς τους ανθρώπους σου, όταν τους δίνεις αυτό το μικρό ποσοστό απόκλισης από τις δικές σου προσδοκίες και απαιτήσεις, όταν τους αφήνεις αυτό το περιθώριο που είναι μόνο δικό τους, τότε μόνο θα είναι κοντά σου. Όταν πραγματικά κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται οι δίπλα μου να με κατανοήσουν 100%, ότι αυτό το 20% είναι που με διαχωρίζει από τους άλλους, όπως και εκείνους από εμένα, έγινα λιγάκι πιο ανθρώπινη.

Στην πορεία αυτό το μικρό ποσοστό εξαλείφεται γιατί δεν υπάρχει λόγος να εξισώσεις και να εξισωθείς. Δεν έχει νόημα άλλωστε μια πλήρης σύγκλιση, μια πλήρης κατανόηση, μια πλήρης ταύτιση. Θέλεις αυτό το μικρό κομματάκι προσωπικότητας του άλλου, αυτό το μικρό κομματάκι του εαυτού σου. Θέλεις την παραξενιά, θέλεις αυτήν την μικρή συνηθειούλα που σας κάνει διαφορετικούς. Και τότε είναι που γελάς χαρούμενη, όταν στρίβει αιώνια αυτό το ταλαιπωρημένο τσουλουφάκι της στο μέτωπο, όταν τρώει τα νύχια του αδιάκοπα, όταν διαχωρίζει το κρέας της στο πιάτο ίνα-ίνα για να το μασήσει.

Όταν ήμασταν πιτσιρίκια, ο μικρός μου αδελφός ήταν το σπαστικότερο πιτσιρίκι που είχα γνωρίσει. Τραύλιζε εξωφρενικά και μάλλον ήταν κάτι κληρονομικό γιατί το είχα κι εγώ σε άλλη μορφή. Εγώ δεν μπορούσα να πω το σίγμα ενώ εκείνος κεκέδιζε. Αυτό, ήταν κάτι πολύ σπαστικό, ειδικά όταν σε λένε Ντίνα. Άκουγα καμπάνες από παντού. Ήταν κάτι σαν ουρά μου ο μικρός τότε, για να του διαβάζω παραμύθια. Ένα ατέλειωτο «Ντιν…ντιν…ντιν». Αμφιβάλλω αν από τα νεύρα μου τον είχα αφήσει ποτέ να πει όλο το όνομά μου.

Στο δικό μου τραύλισμα, τα πράγματα ήταν πιο ευχάριστα. Μιλούσα κανονικότατα, απλά όταν έλεγα κάποιες λέξεις όλοι ψόφαγαν στα γέλια. Και μετά μου έδιναν λεφτά για να τις ξαναπώ. Ειδικά εκείνο το τραγούδι που πρέπει να το είχα πει πάνω από πεντακόσιες φορές, μπας και μαζέψω κάνα σοβαρό ποσό. Θυμάμαι μόνο το ρεφραίν : «Όχι θα κάτθω να σκάθω», ή η διαφήμιση εκείνης της σιχαμένης κόλλας : «Πωθ κολλάει!» Ο μικρός από την άλλη με το κεκέδισμα, κοκκίνιζε, προσπαθούσε, τσαντιζόταν που πάντα μαντεύαμε λάθος και τα παράταγε ή έβαζε τα κλάμματα. Ο γιατρός επέμενε. Αγνοήστε το και θα φύγει. Και είχε δίκιο.

Όπως τα βλέπω τώρα τα πράγματα, όλοι μας έχουμε αυτό το μικρό «τραύλισμα». Αυτό το μικρό κουσούρι. Μόνο που στην πορεία επέλεξα να μην το αγνοήσω. Αντιθέτως το αγάπησα και το θεωρώ ευχάριστο κομμάτι των γύρω μου και του ε