ΑΧΑΙΡΕΥΤΕΣ VS ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΣ
Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Δεκέμβριος 26, 2005
«Το αρνάκι ψηνόταν όλη νύχτα στους πενήντα βαθμούς μέσα στην λαδόκολλα με τρεις πρέζες πιπέρι και αλάτι». Πρέπει να το είπε η γιαγιά καμμιά δεκαριά φορές. Άλλες τόσες μου ανέλυσε τα συστατικά και τις βρωμερές τεχνικές του μαγειρέματος ενώ περίπου τις διπλάσιες, μου τόνισε από πού το αγόρασε. Όλα αυτά συμβαίνουν περίπου από τότε που παντρεύτηκα. Πριν, απλά καθάριζα καμμιά πατάτα, έστρωνα κάνα κρεβάτι και ήμουν στάνταρ η «αχαίρευτη». Τώρα, πρέπει να γνωρίζω την κάθε λεπτομέρεια ενός σωστού οικογενειακού μαζώματος. Ακόμη κι αν παίζουν Χριστούγεννα. Ακόμη και τότε, εγώ πια πήρα προαγωγή και λέγομαι «νοικοκυρά».
Τα πέντε σκυλάκια του τριώροφου εναλλάξ σε αγκαλιές, ενώ το πιο μικρό δάγκωνε ότι έβρισκε. Και η γιαγιά κολλημένη : «στο τζατζίκι, δεν έβαλα πολύ σκόρδο, για να μην έχετε πρόβλημα μετά με τους άντρες σας». Ναι, λες και μετά το κοπάδι αρνιά που κατάπιαμε, θα μας πείραζε το σκόρδο. Αλλά και οι άντρες της οικογένειας έχουν διαβαθμίσεις. Υπάρχουν τα «παιδιά» δηλ. οι ανύπαντροι που δεν είναι ποτέ αχαίρευτοι γιατί είναι παιδιά, υπάρχουν τα «παλικάρια» που είναι με αχαίρευτες, δηλ. χωρίς στεφάνι και υπάρχουν τέλος οι «άντρες» που είναι με αυτές που πήραν προαγωγή και έγιναν «νοικοκυρές».
Βέβαια όταν τα «παιδιά», τα «παλικάρια» και οι «άντρες» δεν είναι μπροστά, όλες αχαίρευτες είμαστε αλλά όπως και να το κάνουμε εμείς οι παντρεμένες φέρνουμε «βόλτα ένα σπίτι», οπότε παίρνουμε άφεση. Η άφεση όμως απαραίτητα συνοδεύεται με ένα σωρό πράγματα που δεν προλάβαμε να μάθουμε ως «αχαίρευτες» και τώρα στα κρυφά όποτε μας πετυχαίνουν το λένε καμμιά εκατοστή μπας και δικαιολογήσουμε τον νέο τίτλο.
<>Μετά τον άμπακο, οι νοικοκυρές πρέπει να φτιάξουν τον καφέ. Κι από πάνω η γιαγιά, να τα χώνει στις αχαίρευτες ενώ παράλληλα να μας περιγράφει πώς στο διάολο πετυχαίνεις τον καφέ με τριάντα φουσκάλες γύρω γύρω και μια μεγάλη στην μέση. Άντε να της εξηγήσεις ότι ο μπαμπάς έκανε πλάκα. Όχι, «αφού γίνεται». Και μετά να βάλεις τον καφέ χωρίς να λερώσεις το πιατάκι, να το σερβίρεις χωρίς να φύγει το καιμάκι, το μαλακισμένο σκυλάκι να σου δαγκώνει το πόδι και η γιαγιά από πίσω να σου στρώνει τη φούστα γιατί «δεν είναι σωστό να σε βλέπει ο άντρας σου σ΄αυτά τα χάλια». Άκου να δεις γιαγιά πώς έχουν πια τα πράγματα για τις νοικοκυρές σαν κι εμένα. Το κλώτσα-και-περπάτα σπίτι μου, σε πέντε λεπτά μπορεί να γίνει όπως θα ήθελες. Αρκεί να παρατηρήσεις την επόμενη φορά που θα ΄ρθεις ότι οι ντουλάπες είναι καλά κλειδωμένες (βέβαια θέλει αρκετό σπρώξιμο) και το πλυντήριο πιάτων δεν καίει γιατί χάλασε αλλά γιατί δουλεύει από την προηγούμενη. Στο πατάρι έξω έξω υπάρχουν τρία φλυτζανάκια με τα άσπρα πιατάκια τους που τα έχω μόνο για πάρτη σου (εμείς πίνουμε «καφέ με σαπουνάδα»). Τα κοφτά σου πετσετάκια είναι τόσο άσπρα, όχι γιατί χρησιμοποιώ Κλινέξ, αλλά γιατί τα στολίζω μόνο όταν έρχεσαι, ενώ τη σιδερώστρα τη στήνω δίπλα στο γραφείο, για να σιγουρευτείς ότι σιδερώνω κάθε μέρα ακόμη και τα σεντόνια. Αν καμμιά φορά διψάσεις και ζητήσεις νερό στο σπίτι μου, μην το ζητήσεις έτσι αόριστα. Κοίτα μόνο εμένα, γιατί μπορεί να στο φέρει ο άντρας μου και να γίνουμε ρεζίλι ως οικογένεια.
Γιαγιά μου, η προαγωγή αργεί. Το μόνο καλό σε όλη την ιστορία, για είσαι ήσυχη δηλαδή, είναι ότι παντρεύτηκα έναν αχαίρευτο. Ή τον έκανα αχαίρευτο. Για ολονύχτιο αρνάκι δεν σου υπόσχομαι, αλλά πιτόγυρα παίζουν όποτε τραβάει η ψυχή σου. Όπως και να ΄χει, ξέρεις εσύ, τηλεφωνάκι κάνα τρίωρο πριν και γίνομαι για πάρτη σου ότι γουστάρεις.
Δημοσιεύθηκε στο LIFE, MEMORIES | 12 σχόλια »





