X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Δεκέμβριος 13th, 2005

ΣΤΡΙΠΤΗΖ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Δεκέμβριος 13, 2005

Δεν ξέρω κατά πόσο πρέπει, κατά πόσο είναι εφικτό να γράφω ότι γουστάρω εδώ μέσα, αλλά χρειάζομαι μερικές φορές, να κάνω ένα ψυχικό στριπτήζ. Δεν πρέπει να με ενδιαφέρει η γνώμη σας, δεν θέλω να την ζητάω, δεν μου είναι εύκολο να γράφω ότι να΄ναι, να κάνω τον κλόουν, όταν μέσα μου καίγομαι. Έχω πολλά αστεία και όμορφα περιστατικά να περιγράψω, αλλά η ζωή μου δεν είναι έτσι. Δεν είναι καθόλου έτσι. Ίσως αυτά που περνάω και θέλω να περιγράψω, να είναι το διαβατήριό μου στην ηρεμία, ίσως να κάνω χοντρή μαλακία, αλλά έτσι είμαι.

Η καθημερινότητά μου, είναι σκληρή αλλά δεν με νοιάζει. Το συνήθισα. Όσο βέβαια, μπορεί ένας άνθρωπος να συνηθίσει έναν τέτοιο τρόπο ζωής. Μάλλον η λέξη «συνήθεια» είναι αυτό που αναγκάζεσαι να κάνεις, όταν δεν έχεις εναλλακτικές. Ή όταν περιμένεις πράγματα. Όταν περιμένεις ότι κάποια στιγμή, όλα αυτά θα τελειώσουν και θα τηλεμεταφερθείς στο άμεσο μέλλον στον σπίτι σου, σε μια κουνιστή πολυθρόνα, νταντεύοντας πιτσιρίκια, μαγειρεύοντας και κάνοντας όλα αυτά που κάνει μια ανέμελη νοικοκυρά σε ένα ευτυχισμένο σπίτι.

Το ξέρω, είναι μαλακία όνειρο, αλλά πάντα η λέξη «νοικοκυρά», για μένα ήταν το όνειρό μου. Σαν άνθρωπος, είχα πολλές φιλοδοξίες, πολλές ανάγκες, όμως μεγαλώνοντας θεωρώ ότι φθίνουν, γιατί δεν είναι πια σημαντικές. Ή τέλος πάντων, τόσο σημαντικές όσο ένα ευτυχισμένο σπίτι. Αγνόησα πολλές φορές, με μεγάλο κόστος, κάθε είδους «γαλόνια» που η αλήθεια, μου δίνονταν απλόχερα στο παρελθόν, αλλά ποτέ δεν είχαν ουσιαστικό αντίκρυσμα στις δικές μου ανάγκες. Ήταν άδεια «γαλόνια», ήταν απλά μια όμορφη ονομασία, στα όλο και δυσκολότερα καθήκοντά μου. Έτσι, έγινα μια ψιλικατζού. Αγνοώντας τις όποιες σπουδές μου, τους όποιους κόπους μου, την όποια προυπηρεσία μου, το «όνομα» που είχα χτίσει στην καριέρα τόσων χρόνων και ένα σωρό άλλες ηλίθιες πίπες.

Όσοι άκουγαν το νέο μου επάγγελμα, είτε γελούσαν, είτε δεν με πίστευαν, είτε το θεώρησαν «κατάντια». Αλλά δεν μ΄ένοιαξε. Ήταν το κοντινότερο πράγμα σε όλα αυτά που ονειρευόμουν. Ήταν ένα είδους διαβατηρίου, για να κάνω γρηγορότερα το όνειρό μου, ζωή. Όπως ξέρετε, απέτυχε κι αυτό. Όχι λόγω κούρασης όμως. Δούλευα όλη μου τη ζωή δωδεκάωρα. Δυό τρεις ώρες παραπάνω, δεν είναι τίποτε. Λόγω λαθών δικών μου, λόγω άπειρης ατυχίας και λόγω κάποιων ιατρικών προβλημάτων που προέκυψαν λίγους μήνες αφού άνοιξα το μαγαζί. Όλα αυτά και πολλά πολλά δάνεια, συμπλήρωσαν την εικόνα.

Και τώρα είμαι εδώ, περιμένοντας. Δεν ξέρω ακριβώς τί. Δεν ξέρω για πόσο. Ξέρω μόνο ότι ήθελα να το γράψω.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 37 σχόλια »