X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Νοέμβριος 28th, 2005

ΟΤΑΝ…

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 28, 2005

Όταν ο Πρωινός καφές, προσφέρει με κλήρωση 1 τόνο πετρέλαιο θέρμανσης…

Όταν η οικογένεια του οχτάχρονου Κλάιντι, μετακομίζει απ΄το ερείπιο παραδίπλα, σε φτηνότερο ερείπιο…

Όταν οι εργάτες που περιμένουν κάθε πρωί στην γωνία, για ευκαιριακό μεροκάματο, είναι ακόμη εκεί, απ΄τις έξι το πρωί και κανείς δεν έρχεται να τους πάρει…

Όταν η φίλη μου η Ελένη, που έχει κατάστημα με δώρα και παίρνει κάθε χρόνο βραβείο για την ομορφότερη βιτρίνα, είναι άσεφτη απ΄την προηγούμενη Τετάρτη…

Όταν τα χρωστούμενα στο τεφτεράκι μου, ξεπερνούν τα πενήντα ευρώ ανά άτομο και οι πελάτες εξαφανίζονται δια παντός, ακόμη κι αν μένουν παραδίπλα…

Όταν η λαική αγορά κλείνει κάθε Δευτέρα μετά τις πέντε το απόγευμα, ενώ παλιότερα στις μία, είχε ερημώσει…

Όταν κανείς πια δεν σου λέει καλημέρα, κανείς δεν γελά, κανείς δεν αστειεύεται πια…

<>Τότε, σκύβεις το κεφάλι και περιμένεις λίγες ακόμα μέρες, μέχρι τις γιορτές. Τότε, που όλοι θα πάρουν το Χριστουγεννιάτικο δώρο και θα έχουν άπειρα χρήματα να ξοδέψουν. Οι βιτρίνες και οι δρόμοι θα στολιστούν, τα μαγαζιά θα ξεπουλήσουν, όλοι οι λογαριασμοί θα πληρωθούν, τα δάνεια θα εξοφληθούν, οι πιστωτικές δεν θα ΄χουν λόγο ύπαρξης, οι συνταξιούχοι θα έχουν να πληρώσουν τα φάρμακα, το πετρέλαιο θα ρέει άφθονο.

<>Τότε που όλοι θα είναι ευτυχισμένοι και εγώ, θα κλείσω το μαγαζί μου για όσο γουστάρω και θα πάω στο βαρετό (κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια) Άσπεν για γλαρόσουπα.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, POLITICS, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 13 σχόλια »

ΖΗΤΩ Η ΑΛΛΑΓΗ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 28, 2005

Σύντροφοι του μπεκρή μεζέ, δεν έχουμε κανένα μέλλον. Αλλαξοπίστησα και βρήκα λύσεις. Αποφάσισα να γίνω νεοφιλελεύθερη. Αυτά τα παιδιά, έχουν ρε γαμώτο ένα χιούμορ, ένα υπεράνω, μια τέτοια χαρά που με βάζει σε σκέψεις. Στην ζωή μας, δεν πρέπει να χωράνε μιζεριάσματα του στυλ «το σύστημα», «η άτιμη κοινωνία». Όχι. Το μυστικό είναι εργατικότητα και ικανότητες. Ή τα έχεις ή δεν τα έχεις. Αν τα ΄χεις, πετυχαίνεις. Αυτοί που κλαίγονται, ας το πάρουν χαμπάρι, δεν τα ΄χουν.

Λάθος σ΄αυτή την ιδεολογία, δεν υπάρχει. Όλοι είναι ίσοι και μόνο όσοι δουλεύουν ανταμοίβονται. Οι τεμπέληδες, απλά γκρινιάζουν, μιζεριάζουν και αποτυγχάνουν. Αφού λοιπόν δεν είμαι τεμπέλα, θα χωθώ στην ιδεολογία μου και θα περιμένω. Σιγά μην διαψεύσει έναν τέτοιο τέλειο μαθηματικό τύπο, μια ψιλικατζού. Άντε σύντροφοι, γιατί ως τώρα με τους αγώνες σας, τις εργατικές σας τάξεις και το καλάθι της νοικοκυράς, μας ξεποδιαριάζετε, μας ξελαρυγγιάζετε και ένα prada στο πόδι μας, δεν είδαμε. Επίτηδες μας κάνετε μίζερους, κακούς και μας κρατάτε χαμηλά. Αλλά είναι να μην σηκώσω κεφάλι. Τώρα που ξέρω τον μηχανισμό, θα κάτσω και θα περιμένω την Αλλαγή.

Όχι, το φιλοσόφησα. Αν και έχει αργήσει λιγάκι να λειτουργήσει για μένα το καινούργιο συστηματάκι, εγώ θα το ακολουθήσω γιατί με συμφέρει πιο πολύ. Λοιπόν, ακούστε τη λύση. Σύμφωνα με τη νέα μου ιδεολογία, αν λάβετε υπόψιν την ηλικία μου, τις ολίγες σπουδές μου, τα χρόνια προυπηρεσίας μου και τις ατέλειωτες υπερωρίες μου, αυτή τη στιγμή πρέπει να βρίσκομαι στην σπιταρόνα μου, ενώ η καθαρίστρια, μου τα ΄χει κάνει τσουρέκια με την ηλεκτρική σκούπα. Μισό σύντροφοι, «Μαρίαααα και κάτω απ΄την καρέκλα σκούπισε παιδί μου, με αυτή την αριστερή νοοτροπία, τον εαυτό σου κοροιδεύεις!» Μάλιστα, τί λέγαμε; A, το εισόδημά μου, είναι γύρω στα τρία χιλιάρικα ευρά τον μήνα και του άντρα μου, άλλα τόσα. Πίνω αργά τον καφέ μου, βλέποντας την θάλασσα. Ανοίγω την ντουλάπα, φοράω το ταγιεράκι μου και ετοιμάζομαι να πάω στο ψιλικατζίδικο. Στον δρόμο, τα ΄παίρνω με τους άχρηστους που θίγουν την αισθητική μου, με τα σαράβαλά τους (παρά την αισιόδοξη ιδεολογία μου) και τους πατάω στα μούτρα την κόρνα του καινούργιου μου τζιπ, μπας και κάνουν στην άκρη να περάσει ο εργάτης ο σωστός (εγώ, ρε σεις).

Το μαγαζί μου, βρίσκεται σε φτωχο…ωπ λάθος, σε αποτυχημένη γειτονιά (πρέπει να αλλάξω ρε γαμώτο λεξιλόγιο) και οι τριγύρω ανίκανοι τεμπέληδες, παρόλο που κλαίγονται, δεν σταματούν να καταναλώνουν δάνεια, που εμείς οι επιτυχημένοι τους παρέχουμε. Σαν σωστή επαγγελματίας, αυξάνω συχνά τις τιμές και κρύβω το τζιπ στο πίσω στενό, για να μην προξενήσω την μίζερη κακία τους. Διώχνω με κλωτσιές, τους δήθεν κακομοίρηδες ζητιάνους και στέλνω τον Αλί με τα σιντάκια, πίσω στο Πακιστάν. Αν είναι ικανός, ας δουλέψει και ας πετύχει στην χώρα του. Βρήκαμε τώρα όλοι δικαιολογία τους ψευτοπολέμους και φορτωνόμαστε στον τίμιο κοσμάκη της Ευρώπης. Ούστ, βρωμόσκυλα!

Σύντομα, η ζωή μου γίνεται ένα Ντάλλας, μια Δυναστεία και γύρω μου όλοι χωρίζονται ορατά, σε επιτυχημένους ή αποτυχημένους (πράγμα που με βγάζει απ΄τον κόπο, να χρησιμοποιώ άχρηστα συναισθηματικά κριτήρια) και με μαθηματική ακρίβεια, τίποτε δεν θα πάει στραβά. Όλα είναι υπολογισμένα από κάτι πολύυυυυ μεγάλα μυαλά, απλά θα πρέπει λιγάκι ακόμη να περιμένω.

Να θυμάστε μέχρι να δικαιωθώ όμως, πως οποιαδήποτε άλλη ιδεολογία, είναι πλαστή. Είναι ο μόνος τρόπος κάλυψης της αποτυχίας και της μιζέριας σας. Εγώ πια, είμαι δεδομένα επιτυχημένη και έπαψα να είμαι μίζερη.

Δημοσιεύθηκε στο PHILOSOPHY, POLITICS | 49 σχόλια »

ΦΙΛΙΕΣ ΜΕ ΜΕΛΛΟΝ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 28, 2005

Ο Χάρης ήταν γύρω στα σαράντα, δημόσιος υπάλληλος, όταν ήρθε πρώτη φορά για αδυνάτισμα. Ο χώρος ήταν επιβλητικός, σοβαρός αλλά ταυτόχρονα προκλητικός, γεμάτος από όμορφα σώματα με λευκές ποδιές που πήγαιναν πέρα δώθε. Οι μελλοντικοί πελάτες, όλοι ντανιασμένοι σε έναν υπερπολυτελή καναπέ, αναγκαστικά να αναμένουν την δική τους σειρά στο όνειρο. Η τακτική ήταν, να περιμένουν τουλάχιστον για κάνα τέταρτο στο σαλονάκι, ούτως ώστε να πειστούν για το επιστημονικό του χώρου, να εντυπωσιαστούν από την χλιδή και να πέσουν οι άμυνες.

Εκείνο το πρωί ήρθε μόνος. Λιγάκι τρακαρισμένος, λιγάκι έξω απ΄τα νερά του, έχοντας σαφή εντολή απ΄τον γιατρό του, να αδυνατίσει. Στο γραφειάκι, άρχισα να μιλάω στον πληθυντικό, για τα οφέλη του αδυνατίσματος και την θεραπεία που έπρεπε να ακολουθήσει. Είχα απέναντί μου έναν ψηλό, σοβαρό γεματούλη κύριο, με γυαλιά, με γκρίζα μαλλιά που δεν έλεγε κουβέντα. Μόνο κοιτούσε επίμονα και έκανε καταφατικά νεύματα. Είχε μια περίεργη ζέστη και μια αθώα πονηριά στο βλέμα του. Όταν τελείωσα την «κασέτα», τον ρώτησα την γνώμη του για τη θεραπεία και μου την είπε.

-Αυτό το μίνι, πολύ σας πάει.

Πέταξα ένα ευχαριστώ, σκέπασα τα πόδια μου με την ποδιά μου και το γύρισα πάλι στην θεραπεία. Έπρεπε να το φτάσω στο οικονομικό για να ξεμπερδεύω. Στο άκουσμα της τιμής, ο Χάρης δεν χαμπάριασε.

-Αν είναι να σας βλέπω κάθε μέρα, εντάξει.

Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω και μηχανικά, του συμπλήρωσα την καρτέλα, του έκλεισα ραντεβού για την επομένη και του είπα να με ζητήσει όταν θα έρθει για να τον ξεναγήσω. Στην χειραψία, με βούτηξε και με φίλησε σταυρωτά.

-Τα λέμε αύριο κύριε Χάρη.

-Εννοείται κυρία Κωσταντίνα μου.

Την άλλη μέρα με μπάνισε απ΄την είσοδο. Είχα πελάτισα στο γραφείο όταν εκείνος μπαίνοντας, φώναξε δυνατά «γειά σου μανάρα μου». Έμεινα με ένα παγωμένο χαμόγελο και τα κορίτσια στην ρεσεψιόν, κρύβονταν κάτω από τον πάγκο, να μην τις δει που γελούσαν. Παράτησα την πελάτισσα και έτρεξα να τον χώσω στις θεραπείες, για να μην πετάξει κάνα καινούργιο. Τον παρέδωσα στα κορίτσια και συνέχισα την δουλειά μου. Μετά από καμμιά ώρα, βγήκε κατακόκκινος με το μπουρνούζι στην ρεσεψιόν.

-Κύριε Χάρη, τί συμβαίνει;

-Παπαριές κυρά Κωσταντίνα μου! Αυτές εκεί μέσα, θα με βράσουν ζωντανό και έχουν και τις ποδιές κουμπωμένες. Θα πεθάνω και ούτε μάτι δεν μπορώ να πάρω!

Οι πελάτισσες στο σαλόνι, είχαν ανοίξει το στόμα σαν χάνοι. Εκεί, δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Πήγα, τον βούτηξα απ΄το μπουρνούζι και τον έσουρα πάλι μέσα.

-Κύριε Χάρη, πώς μιλάτε έτσι; Ρεζίλι με κάνατε. Και πώς βγαίνετε έτσι έξω; Απαγορεύεται. Μπροστά στον κόσμο, πρέπει να μιλάμε στον πληθυντικό και κόσμια, γιατί θα έχω πρόβλημα.

Ο Χάρης γέλασε, πήγε στο μαρτύριο και μετά καμμιά ώρα βγήκε κουστουμαρισμένος στο σαλόνι.

-Όλα καλά κύριε Χάρη;

-Όλα υπέροχα, κυρία Κωσταντίνα μου. Δεν πάμε στο γραφείο σας, να ρωτήσω κάτι για την θεραπεία;

-Και βέβαια, κύριε Χάρη.

Στο γραφείο, μπήκε φουριόζος και έκλεισε την πόρτα.

-Καλά μωρή παπάρω, σε πλήρωσα χρυσή, για να με στείλεις στα καζάνια; Βρωμάω σαν σαρδέλα απ΄τα κωλοφύκια. Άσε που ο κώλος μου άμα τον πιάσεις, κάνει ακόμα σαν κομπρεσέρ απ΄το ηλεκτροσόκ. Θες να πιάσεις; Αλήθεια, γιατί δεν φοράς το μίνι;

Ο Χάρης από τότε και μέχρι τώρα, είναι φιλαράκι μου.Του αρέσει ακόμη να προκαλεί και να διασκεδάζει, με την δήθεν σοβαρότητα των γύρω του. Παντρεύτηκε το Λιτσάκι, έχει δυό τέλεια μωράκια και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα. Μετακόμισε μόνιμα σ΄ένα χωριό έξω απ΄τη Θήβα και φτιάχνει το καλύτερο κρασί του κόσμου. Οι πελάτες μου, μου ορκίζονται, ότι δεν έχουν ξαναπιεί πιο όμορφο κρασί. Ίσως επειδή προέρχεται από ένα όνειρο ζωής. Όταν πλησιάζει η εποχή που θα μου φέρει την καινούργια σοδειά, έρχεται οικογενειακώς και αρχίζει με το Λιτσάκι το ψηστήρι.

-Πάρε ρε μωρό μου τον άντρα σου και ελάτε στο χωριό. Θα χτίσουμε στο χωράφι δυό σπιταρόνες, θα φτιάξουμε και πισίνα. Άντε ρε Τάσο, βαρέθηκα τα πήγαιν΄ έλα, πάρτην και ελάτε και θα περνάμε ζάχαρη. Θα τις στέλνουμε στο πατητήρι, θα πουλάμε το κρασάκι μας στους μαλάκες της Αθήνας και εμείς θα πίνουμε, θα βλέπουμε τσόντες, θα πηδάμε και θα αμολάμε κουτσούβελα.

Φέτος, δεν έχει κρασάκι. Για τρία χρόνια, τον έστειλε η υπηρεσία του στην Κύπρο και νοίκιασε το χωράφι. Τρία μόνο χρόνια διάλειμα απ΄το όνειρο και μετά θα πίνουμε, θα βλέπουμε τσόντες, θα πηδάμε και θα αμολάμε κουτσούβελα.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 12 σχόλια »