ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 23, 2005
Απέναντι απ΄το μαγαζί μου, υπάρχει ένα δημοτικό σχολείο. Με τα πιτσιρίκια του, τα γκράφιτι, τις φωνές και το κουδούνι να υπενθυμίζει σε όλους εμάς απ΄έξω, ότι ήμασταν κάποτε παιδιά. Φωνές, κατάρες, γέλια και πολύ μεγάλες τσάντες. Μετά βίας τα πιτσιρίκια σηκώνουν όλες αυτές τις τεράστιες τσάντες με τα πολλά βιβλία. Είτε εγώ μεγάλωσα πολύ, είτε οι τσάντες.
Είχα μια κόκκινη τετράγωνη τσάντα μέχρι την Τετάρτη τάξη του δημοτικού. Σαραβαλιάστηκε μετά. Την είχε στείλει η μάνα μου από την Γερμανία και η γιαγιά κοκορευόταν γιατί ήταν «ορθοπεδικιά». Και ΄γω ήξερα ότι επειδή άρεσε στην γιαγιά, θα την έτρωγα πολλά χρόνια στην μάπα. Προσπάθησα να την σκίσω, την έραβε. Προσπάθησα να την μουτζουρώσω, την έβαζε στο πλυντήριο. Κόλλαγα στρουμφάκια να την ομορφύνω, τα ξεκολλούσε. Τα παράτησα. Δεν ήταν ορθοπεδικιά αυτή η τσάντα, μαρτύριο ήταν. Κολλημένη στην πλάτη μου τόσα χρόνια, τα κοτσίδια μου να μπλέκονται στα λουριά της, οι συμμαθητές μου να με φωνάζουν «ορθοπεδικιά», ο Κυριάκος μου να δέρνει κόσμο, παλιοκατάσταση.
Στην Πέμπτη δεν θα κουβαλούσα την ίδια τσάντα. Είχαν καταργηθεί και οι ποδιές και το μόνο που έμενε, ήταν να καταργήσω την τετράγωνη κόκκινη καμπούρα. Άνοιξαν τα σχολεία, μας μοίρασαν τα βιβλία και εγώ ακόμη με την παλιοτσάντα. Πρώτη φορά είχα δει τόσα πολλά βιβλία. Αλλά αυτό θα με έσωζε.
Κάθε πρωί γέμιζα επίτηδες με όλα τα βιβλία την τσάντα. Ο παππούς, γέλαγε συνομωτικά και η γιαγιά απορούσε που η Πέμπτη τάξη ήθελε όλα τα βιβλία κάθε μέρα. Μου ΄φυγε η μέση μέχρι να την σαραβαλιάσω τελείως και να καταφέρω τη γιαγιά, να μου πάρει καινούργια. Η μαλακία ήταν, ότι ήθελε να μου πάρει μεγαλύτερη και πιο ορθοπεδικιά. Μέχρι να στείλει η μαμά λεφτά, με μπούκωνε κάθε πρωί τεράστιες φέτες ψωμί με μέλι για να πάρω δύναμη και με έστελνε για ύπνο απ΄τις εφτά. Πλησίαζε όμως η μέρα που θα έστελναν οι γονείς μου τα λεφτά. Είχα παραγγείλει στην μαμά να στείλει δυό πορτοφόλια λεφτά. Ένα για την γιαγιά και ένα για την τσάντα. Ο μπαμπάς, φώναζε απ΄το τηλέφωνο «δυό ολόκληρα πορτοφόλια λεφτά; Εσύ παιδάκι μου, δεν θα πάρεις τσάντα, τριαξονικό θα πάρεις» και ξεραινόταν στα γέλια. Εγώ, ανένδοτη: «δυό πορτοφόλια λεφτά, θέλω. Το ένα κατάδικό μου».
Εκείνο το πρωί, περιέργως με ξύπνησε η γιαγιά με χαρές. Μέχρι να πλύνω δόντια, να φτιάξω κοτσίδια, να σου η γιαγιά με μια τεράστια σακούλα. «Η τσάντα σου» μου λέει. Την είχε ψωνίσει μόνη της απ΄τον βιβλιοπώλη της γειτονιάς και ήθελε να μου κάνει έκπληξη. Ανοίγω την σακούλα και παθαίνω τον πρώτο ταμπλά. Είχε πάει η αθεόφοβη και είχε βρει την ίδια βρωμοτσάντα. Μόνο που αυτό ήταν το λιγότερο. Η καινούργια τσάντα είχε και αξεσουάρ, ίδια ομπρέλλα, ίδιο καπέλο και ίδιο αδιάβροχο. Και έξω, έβρεχε! Και θα με έβλεπε ο Κυριάκος και θα με χώριζε με τη μία. Αλλά πού να χαμπαριάσει η γιαγιά. Μου έλυσε τα κοτσίδια και μου ΄φτιαξε δικά της, με την τσατσάρα που πόναγε – κάθε πρωί ο ίδιος καυγάς. Μου φόρεσε το κόκκινο αδιάβροχο, την κόκκινη καμπούρα, το κόκκινο καπέλο και μου άνοιξε το ομπρελάκι.
Ο παππούς, μου έβαλε το εικοσάρικο στην τσέπη γελώντας. Α, εσύ είσαι σωστός πυροσβέστης! Στον δρόμο, κρυβόμουν πίσω απ΄τα δέντρα και έτρεχα βιαστική όταν συναντούσα συμμαθητές. Αυτό, ήταν λιγάκι δύσκολο όσο πλησίαζα στο σχολείο, γιατί οι παρέες γίνονταν πιο πυκνές. Ξαφνικά, το μάτι μου άστραψε! Ένα παιδάκι μπροστά μου, είχε την ίδια τσάντα, το ίδιο καπέλο και την ίδια ομπρέλλα, μόνο που το χρώμα ήταν σιέλ. Ένοιωσα απίστευτη ανακούφιση και έτρεξα να το προλάβω. Τουλάχιστον θα μοιραζόμασταν την καζούρα δια δύο. Η φιγούρα, μου φαινόταν γνώριμη και το περπάτημα χαρακτηριστικό. Ήταν ο Κυριάκος. Μόλις με είδε, γέλασε.
- Έγινες ορθοπεδικός, για μένα;
- Ήθελα να σου κάνω έκπληξη και να έχουμε την ίδια τσάντα, αλλά βρήκα μόνο αυτή με την ομπρέλλα. Κάτσε να δεις, αύριο όλη η παρέα θα έχει την ίδια τσάντα και αν σε ξαναπούν ορθοπεδικιά, θα ΄χουν να κάνουν μαζί μου.
Η τσάντα μας, έγινε μόδα. Και όσοι την κορόιδευαν, έβγαιναν αυτομάτως απ΄την ομάδα ποδοσφαίρου του Κυριάκου. Ο Γιάννης, ο μοναδικός αντίζηλος του Κυριάκου, ήρθε στα κρυφά και μου ψιθύρισε: «θέλεις του χρόνου, να έχουμε ίδια τσάντα; Εγώ, θα πάρω τζην». Τον είχα βαρεθεί τον Κυριάκο τόσα χρόνια να βαράει κόσμο, είχα βαρεθεί και την παλιοτσάντα, ακόμα κι αν το μισό σχολείο την είχε αγοράσει και είπα να τον χωρίσω.
Την επόμενη χρονιά στην Έκτη, με τις γνωστές μαλαγανιές, μου ΄δωσε ο παππούς λεφτά και πήρα τσάντα τζην. Εκεί δεν είχε μαλακίες και ρομαντικούς τσαμπουκάδες Κυριάκους. Ήμουν πια μια δεσποινίδα με σοβαρό γκόμενο, αφήνοντας για πάντα πίσω το κοριτσάκι, ακόμη και αν τώρα μου λείπει πολύ.
Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 19 σχόλια »





