X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Νοέμβριος 14th, 2005

Η ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 14, 2005

Η νονά μου, ήταν αυτό που θα χαρακτήριζα γυναικάρα. Δίμετρη, πανέμορφη και ντυμένη πάντα εκπληκτικά. Ήταν κακή συναναστροφή για τις υπόλοιπες Ελληνίδες στην Γερμανία. Οι άντρες της παρέας, έκρυβαν τα πορτοφόλια τους. Μιά βόλτα μαζί της και ήθελες τρεις μισθούς για να την ακολουθήσεις σε μαγαζιά, κομμωτήρια, ινστιντούτα. Ήταν η ίδια αισθητικός, αλλά για προσωπική χρήση.

Έμαθε την μάνα μου, να καπνίζει στα τριάντα της και έβαλε μια φίλη της να κουρέψει τα μαλλιά της σύριζα. Της πουτάνας είχε γίνει με τον άντρα της, αλλά είχε πειστεί, ότι ήταν απίστευτα μοδάτη και δεν χαμπάριαζε. Ο νονός μου, ήταν αυτό που θα λέγαμε επαρχιώτης. Όποτε με έβλεπε με φώναζε «γαιδάρα μου» και η νονά μου, δαγκωνόταν. Εκείνος με έπαιρνε αγκαλιά και με φιλούσε τραβώντας τα κοτσίδια μου , ενώ εκείνη απλά μου τσίμπαγε το μάγουλο γελώντας τόσο, όσο ακριβώς επέτρεπε το κραγιόν της.

Η μαμά μου, μου έλεγε ότι με αγαπούσε πολύ, απλά η ομορφιά της ήταν λιγάκι πιο σημαντική, από απλές καθημερινές πράξεις. Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, την έβλεπα σπάνια. Μια φορά, ήρθε να με πάρει απ΄το σχολείο να πάμε βόλτα, διακόπτοντας το μάθημα, γιατί θα έφευγε το βράδι για Γερμανία. Ο δάσκαλος, βλέποντας μια τέτοια θεογκομενάρα, έμεινε κάγκελο. Ούτε κουβέντα δεν της είπε, που μπήκε σαν σίφουνας και διέκοψε το μάθημα. Τον αγνόησε επιδεικτικά και με εντόπισε γρήγορα με τα μάτια της. Ήρθε στο θρανίο μου, φωνάζοντας «γλυκό μου, σήκω, έχουμε ψώνια», με βούτηξε απ΄το μπράτσο και γέλασε φεύγοντας, στον άναυδο δάσκαλο. Όποτε το έλεγε αυτό, σήμαινε ότι θα με ξεθεώσει στον ποδαρόδρομο, θα μου πάρει θεόστενα ρούχα και καραστάνταρ θα μου έκοβε τα μαλλιά κοντά. Αλλά ποτέ δεν σήκωνε κουβέντα.

Είχα να την δω περίπου δέκα χρόνια, όταν έμαθα ότι πέθανε ο νονός μου. Είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μόνιμα, όταν αρρώστησε. Η νονά μου ήταν το αντίθετο της θρήσκας. Δεν το είχε πει ποτέ, αλλά το μοτό της σίγουρα ήταν «ότι φάμε ότι πιούμε…». Πήγε τον άρρωστο νονό μου, παραδόξως σε όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας, του έκανε ότι ματζούνια υπήρχαν, τον γύρισε σε όλους τους γιατρούς, αλλά μάταια. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, μου τηλεφώνησε ένα απόγευμα, στο άσχετο.

-Έλα γλυκό μου, η νονά είμαι, εσύ είσαι;

-Ποιά νονά;

-Έλα αγάπη μου, με ξέχασες;

-Νονά μου, εσύ; Καλά είσαι;

-Τώρα, καλά αγάπη μου. Σε πήρα γιατί χρειάζομαι την συγχώρεσή σου.

-Ορίστε;

-Πρέπει να με συγχωρέσεις, γιατί ήρθε η ώρα να χειροτονηθώ Ηγουμένη.

-Ορίστε; Εσύ Ηγουμένη;

Ο μπαμπάς τρελαμένος, βούτηξε το ακουστικό.

-Καλά βρε μουρλή, τί σχέση έχεις εσύ με μοναστήρια; Πόσα τους πλήρωσες για να σε πάρουν;

Μετά από κάνα μισάωρο, ο πατέρας μου έκλεισε τσαντισμένος το τηλέφωνο. Όλη η περιουσία των νονών μου, όλα τα χρήματα που είχαν μαζέψει με απίστευτο κόπο, τόσα χρόνια στην Γερμανία, δόθηκε στο μοναστήρι. Το μόνο που είχε αφήσει στα παιδιά της, ήταν ένα παλιό σπιτάκι, το πατρικό της στο χωριό. Είπε στον πατέρα μου, ότι τώρα παντρεύτηκε τον Θεό και το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η συγχώρεσή μου, αφού τα παιδιά της το είχαν ήδη κάνει. Μου είχε στείλει ένα δέμα και είπε στον πατέρα μου, όταν το λάβω, θα μου τηλεφωνούσε για μάθει αν την συγχώρεσα.

Το κουτί ήταν πολύ βαρύ. Το παρέλαβα μετά από δέκα μέρες και ήταν γεμάτο βιβλία. Τα άπαντα του Χριστιανισμού και μερικές εικονίτσες. Δεν έβρισκα όμως, για ποιό πράγμα να την συγχωρέσω. Δεν μου είχε κάνει τίποτε κακό, δεν ήξερα τί εννοούσε, τί την βασάνιζε ώστε να χρειάζεται απαραίτητα την συγχώρεσή μου για να γίνει Ηγουμένη. Η μάνα μου, μου είπε ότι μάλλον είναι θέμα καθαρά εθιμοτυπικό. Πρέπει να το κάνω, για προχωρήσει η διαδικασία, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνω.

-Έλα μωρό μου, το πήρες το δέμα;

-Ναι…

-Θα με συγχωρέσεις, τώρα;

-Οκ, αλλά δεν μου έκανες τίποτε.

-Το ξέρω. Απλά πρέπει να μάθω την ταπεινότητα. Πες ότι τώρα, μαθαίνω ένα μάθημα.

-Δηλαδή, αν δεν σε συγχωρούσα, τί θα γινόταν;

-Μάλλον, δεν θα γινόμουν Ηγουμένη.

-Ωραία, δεν σε συγχωρώ.

Βούτηξε η μάνα μου το ακουστικό, της ζήτησε συγνώμη για τις βλακείες μου, την συγχώρεσε εκ μέρους μου και τώρα η νονά μου, είναι Ηγουμένη σε κάποιο μοναστήρι, σε κάποιο βουνό της Βόρειας Ελλάδος.

Τελικά ο Θεός, παντρεύεται τις καλύτερες γκόμενες και παίρνει και προίκα.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 20 σχόλια »