X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Νοέμβριος 4th, 2005

ΤΟ ΜΑΓΑΖΑΚΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 4, 2005

Ο παππούς ήταν οδοκαθαριστής. Μία δουλειά, που δεν ήξερα τί σήμαινε μέχρι που τον είδα μια μέρα γυρίζοντας απ΄το σχολείο. Έσουρνε ένα τενεκεδένιο κουβά με ροδάκια και κουβαλούσε μία τεράστια σκούπα που σκούπιζε τα φύλλα της πλατείας. Τον ξεχώριζες αμέσως, απ΄την μεγάλη καμπούρα και τα μυτερά μουστάκια.

Πάντα συνδύαζα το επάγγελμά του με γαριδάκια και γλυφιτζούρια. Κάθε μεσημέρι, μας έφερνε μία σειρά γλυφιτζούρια, αυτά που ήταν ανά δεκάδες και κρέμονταν σαν κορδέλες στα μαγαζιά. Έφερνε κηρύθρα που άρεσε στην αδελφή μου, γαριδάκια και πού και πού, κάνα μπουκάλι κρασί. Όλα στριμωγμένα σε ένα διχτάκι που στήριζε στην καμπούρα του. Τα έχωνε στο ψηλότερο ντουλάπι και μας τα ΄δινε ένα ένα, μόνο μετά το φαγητό.

Ο παππούς μου, δεν ήταν στ΄αλήθεια παππούς μου. Η γιαγιά είχε χωρίσει από μικρή τον αληθινό παππού μου (που έμενε αλλού) και εκείνος ήταν ο θετός πατέρας της. Λίγο μπερδεμένο για ένα παιδί, αλλά αφού συζούσαμε, για μένα ήταν ο παππούς. Είχε έρθει απ΄ την Σμύρνη και από ότι έλεγε, ήταν τότε, πάμπλουτος. Είχε φαγωθεί να ξαναγυρίσει για να βρει τα λεφτά που είχε θάψει φεύγοντας, αλλά η γιαγιά δεν τον άφηνε. Μου έλεγε, ότι στην Σμύρνη, τα λεφτά δεν είχες κάτι να τα κάνεις, εκτός από μασούρια. Αν ήθελες να αγοράσεις κάτι, έδινες ένα σακί στάρι απ΄την αποθήκη και σου δίνανε ένα σακί καραμέλες. Έτσι γινόταν η «αλλαξιά» και τα λεφτά άθικτα. Είχε ρημάξει την αποθήκη του πατέρα του.

Η μόνη δουλειά που έκανε, όταν ήρθε απ΄την Σμύρνη και μέχρι που πήρε σύνταξη, ήταν οδοκαθαριστής. Ποτέ δεν μας εξηγούσε τί σημαίνει αυτή η λέξη, ποτέ δεν μας έλεγε πού ήταν το «μαγαζί» του. Μόνο ότι πήγαινε καλά και τον πλήρωναν με γλυφιτζούρια. Απ΄το «μαγαζί» του παππού, πέρναγαν ένα σωρό αδέσποτα ζώα που μας τα ΄φερνε δώρο. Πέντε- έξι χελώνες, ένας σκαντζόχοιρος, γάτες, σκύλοι και μια φορά, ένας καυγατζής μαύρος κόκκορας. Ο παππούς ήταν λιγάκι κουφός. Δηλαδή, όταν ήταν μπροστά η γιαγιά. Την έβαζε να τα πει, να τα ξαναπεί και όταν έφευγε τσαντισμένη, μας έκλεινε το μάτι. Μόνο όταν τον έλεγε «κουφάλογο», την έπιανε με την μία. Όποτε βγαίναμε βόλτα, τον χαιρετούσε όλος ο κόσμος και ΄μεις φανταζόμασταν ότι ήταν ο πιο διάσημος της γειτονιάς με το καλύτερο μαγαζί του κόσμου.

Μέχρι που τον είδα εκείνο το πρωί, να σκουπίζει την πλατεία. Ποτέ δεν του το είπα, αντιθέτως ανέβηκε πολύ στα μάτια μου. Άρχισα να παρατηρώ τις πεταχτές φλέβες στα πόδια του, τους κάλους στα χέρια του, την μεγάλη καμπούρα του και άρχισα να διακρίνω σιγά σιγά, την κούραση που έφερνε κάθε μεσημέρι μαζί με το διχτάκι. Μια κούραση, που έκρυβε με λιχουδιές, με ιστορίες απ΄τον τόπο του, με μια ζωή φτιαγμένη όμορφα για μας. Έβγαζε την γκρι στολή, τάιζε την καρδερίνα, γέμιζε το ντουλάπι και έπιανε θέση στον καναπέ για να καβαλικέψουμε την καμπούρα. Την είχε φτιάξει έλεγε για μας, γιατί δεν είχαμε γαιδαράκο. Βαστάγαμε τ΄αφτιά του, και ανεβαίναμε.

Αυτός ο γαιδαράκος, δεν είχε ίχνος πείσματος. Γελώντας, υπέμενε τους αναβάτες και μεταμορφωνόταν σε ότι θέλαμε εμείς. Σε παραμυθά, σε μαγαζάτορα, σε κλόουν, σε παππού. Αλλά ποτέ σε οδοκαθαριστή. Ποτέ σε κάτι που θα άφηνε, έστω για μια στιγμή, να σκιάσει την ζωή που ΄χε φτιάξει μόνο για μας.

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | 9 σχόλια »

ΣΚΑΤΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 4, 2005

Το χειρότερό μου, σ΄αυτό το μαγαζί, είναι να μου χρησιμοποιούν την τουαλέττα. Και δεν εννοώ γενικά, εννοώ ειδικά τους γέρους μεθύστακες που περιτριγυρίζουν τα ουζοκαφενεία και με θυμούνται όταν θέλουν να ξαλαφρώσουν. Μερικοί, όντας πελάτες, πλέον δεν ρωτούν. Μπουκάρουν και πάνε στα ενδότερα χωρίς κουβέντα και χάνονται για ώρες. Όλα αυτά, ενώ πειριτριγυρίζομαι από καφετέριες και ουζερί. Οι περισσότεροι μένουν παραδίπλα, αλλά φαίνεται σαν τους σκύλους, οριοθετούν τα εδάφη τους.

Συννενόηση μούσμουλο: Μπουκάρει ο γέρος, σηκώνομαι εγώ να τον εξυπηρετήσω, με γράφει στ΄αρχίδια του και προχωράει προς τα μέσα. Ακούω μετά την πόρτα (σπανίως και το καζανάκι), σηκώνομαι να χαιρετήσω, με γράφει και φεύγει κουμπώνοντας το παντελόνι. Μια μέρα, έμπαινε μια κυρία και είδε έναν γέρο να κουμπώνεται. Μ΄έπιασε τέτοιο γέλιο, για το σκηνικό που θα σκέφτηκε, που δεν μπορούσα καλά καλά να δώσω ρέστα. Θα μου βγει και το όνομα τσάμπα και άντε μετά να εξηγήσω τα ανεξήγητα. Όχι, δηλαδή σκέφτομαι καμμιά φορά, να τους βάλω μέσα, καμμιά γκόμενα να μοιράζει κωλόχαρτο.

Την τελευταία φορά, που δέχτηκα αυτή την βρωμερή συμφωνία, ήταν με μια γριά. Μου ζήτησε ευγενικότατα να χρησιμοποιήσει την τουαλέττα και δέχτηκα. Φορούσε φαρδιά ρούχα και με είχαν προειδοποιήσει ότι κλέβει ό,τι βρει. Βαστούσε μια τεράστια τσάντα και όποτε ερχόταν να ψωνίσει, ρώταγε όλες τις τιμές και πάντα έφευγε χωρίς να αγοράσει. Μπορεί να καθόταν και για μισή ώρα και να μην έπαιρνε τίποτε, κοιτάζοντας περίεργα μήπως μπει πελάτης και πάρω την προσοχή μου από πάνω της.

Εκείνη την μέρα, μπήκε στην τουαλέττα για κάνα μισάωρο. Είχε σχολάσει το σχολείο και το μαγαζί ήταν γεμάτο πιτσιρίκια. Την είχα ξεχάσει για τα καλά, όταν ένας πιτσιρικάς ήρθε κοντά μου και μου είπε ότι κάτι βρωμάει κοντά στα παιχνίδια. Σε δευτερόλεπτα, ο σκατοσίφουνας μου είχε διώξει όλη την πελατεία και εγώ, είχα βγει έξω για εισπνοές. Η γριά μετά από λίγο, έφυγε τρέχοντας και δυστυχώς χωρίς να ακούσω καζανάκι.

Έπρεπε γρήγορα να πάω να πολεμήσω το θεριό. Αλλά τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Είχε τελειώσει το χαρτί και η γριά είχε σκουπιστεί στα πλακάκια. Κλαίγοντας, πήρα τον άντρα μου τηλέφωνο, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, εκτός απ΄τα γνωστά, του στυλ : «Σε χέσανε, μωρό μου; Γούρι, γούρι! Τί της πούλησες της καημένης; » Οκ, θα το πάλευα μόνη μου. Προμηθεύτηκα δύο χλωρίνες απ΄τα ράφια και βάραγα ότι σκούραινε στο μάτι. Προτιμούσα να πεθάνω από χλωρίνη, παρά από σκατά.

Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, και μόνο που τα γράφω ανατριχιάζω, αλλά τέτοιο κλάμα για χέσιμο, δεν έχω ξαναρίξει!

Υ.Γ. Αυτό το πολύ συγκινητικό κειμενάκι, είναι αφιερωμένο στους ευαίσθητους αναγνώστες μου, με σκοπό να τους αποτελειώσω. : )

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | 25 σχόλια »