X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Νοέμβριος, 2005

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 30, 2005

Όταν τα βρόντηξα απ΄την δουλειά μου και είπα να αλλάξω επάγγελμα, βούτηξα ένα πρωί μια εφημερίδα και αποφασισμένη να κάνω τα πάντα, άρχιζα να παίρνω τηλέφωνα. Πωλήτρια, τηλεφωνήτρια, γραμματέας, ότι καθόταν. Ξεσκόνιζα κάθε μέρα όλες τις αγγελίες και έστελνα παντού βιογραφικά. Δεν είχα τίποτε ιδιαίτερες γνώσεις, αλλά βλέποντάς το σφαιρικά, όλα μια πώληση ήταν. Του εαυτού μου. Και ψιλοδικαιώθηκα. Μια γνωστή σε ένα δημαρχείο, είδε το βιογραφικό (μαγειρεμένο με μπόλικη σάλτσα) και με έστειλε γραμματέα σε μια εταιρεία-τηλεοπτικό σταθμό.

Εκτός απ΄το ταγιεράκι και τα βασικά, ήμουν τελείως στούρνος, αλλά δεν θα το ΄βαζα κάτω. Ότι μου ζητούσαν, έλεγα ναι και κάθε βράδι καθόμουν και διάβαζα κάτι τεράστια βιβλία για το Office. Η αγάμητη ιδιαιτέρα του Γενικού, ήταν το πιο στριφνό άτομο που έχω δει ποτέ στην ζωή μου και πήρε πρέφα νωρίς, ότι ήμουν άσχετη με αυτό το αντικείμενο. Γι΄αυτό το γαμημένο, το merge cells και το border, το τί μου είχε σούρει, δεν λέγεται. Και ήταν από τις γκόμενες που δεν γουστάρουν να στα χώσουν κατ΄ιδίαν, αλλά ήθελε και ακροατήριο. Περίμενε λοιπόν, να εμφανιστεί ο γενικός και όλοι οι διευθυντάδες, για να αρχίσει το κήρυγμα.

-Απορώ κυρία μου, ποιός βλάκας σας έδωσε αυτή τη θέση (ο γενικός ήταν, αλλά κι αυτός ο μαλάκας, άκουγε ότι τον συνέφερε). Αν δεν έχετε μάθει να κάνετε merge (με προφορά), στα cells (πάλι με προφορά) μέχρι αύριο, θα σας στείλω στο τηλεφωνικό κέντρο. Είστε απαράδεκτη!

Λες και ήταν δύσκολο να μου δείξει ένα κλικ, η σκρόφα. Ουφ, έσκυβα το κεφάλι, ζητούσα συγνώμη και το βράδι πάλι ξενύχτι, μέχρι η σιχαμένη να μου ζητήσει την επόμενη, κάτι καινούργιο. Θα μπορούσα να παραιτηθώ αμέσως, αλλά είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, ότι θα την καταφέρω την καινούργια δουλειά. Έπειτα, η σκρόφα είχε δίκιο. Ήμουν άσχετη. Το υπόλοιπο προσωπικό, είχε απορήσει με το μένος της. Θεωρούσαν ότι είχαμε προηγούμενα για να με κάνει κάθε μέρα, ως και τρεις φορές ρόμπα δημοσίως, αλλά θεωρούσα ότι κάποια στιγμή, θα της πέρναγε.

Μια μέρα, μετά από τρελλές υστερίες, επειδή χρησιμοποιούσα λάθος τον υπολογιστή (έκανα save στα κείμενα που μου υπαγόρευε με ctrl+s, αντί για file-save – ήταν η καλύτερη μαλακία που βρήκε εκείνη τη μέρα), κανόνισε την μεταφορά μου σε χαμηλότερη θέση, στην ρεσεψιόν. Ουσιαστικά, σ΄ένα γραφειάκι έξω απ΄το δικό της, οπότε πάλι φωνές και υστερίες.

Οι συνάδελφοι απορούσαν πώς κρατιόμουν. Γενικά, σχεδόν ποτέ δεν έχω καυγαδίσει ή υψώσει φωνή σε συνάδελφο (μαλακισμένη νοοτροπία, αλλά δεν μου βγαίνει ποτέ) και άσχετα απ΄τις αγαμίες της, ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι θα τα καταφέρω και αργά ή γρήγορα, θα σταματούσε να ασχολείται μαζί μου. Βλέποντας εκείνη, ότι μπορεί να σούρει ότι γουστάρει (και ότι ήμουν ικανή να σκάσω γάιδαρο απ΄τη φτέρνα, με τα συγνώμη μου), με φόρτωνε έξτρα δουλειά και υπερωρίες, μπας και κλατάρω.

Μια μέρα, με πλησίασε ο Αρχιλογιστής. Μάλλον με λυπήθηκε, επειδή δούλευα απ΄το πρωί ως το βράδι και ήμουν η μόνη που κάπνιζα κρυφά στην τουαλέττα. Θα είχε ακούσει ο άνθρωπος και τα κοσμητικά επίθετα…Με φόρτωσε ένα σωρό βιβλία Γενικής Λογιστικής και μου είπε πως αν τα μάθω γρήγορα, θα με πάρει στο λογιστήριο. Μου εξήγησε, ότι η Λογιστική δεν είναι καμμιά επιστήμη, μια χαζοτεχνική είναι, αρκεί να ξέρεις μαθηματικά. Μου εκμυστηρεύτηκε, ότι ήταν οικοδόμος και στα τριάντα του, αποφάσισε να γίνει λογιστής και τα κατάφερε μια χαρά.

Εγώ, πελάγωσα. Όχι, πάρτε έναν άσχετο και δώστε του αυτά τα τεράστια βιβλία. Κάθε βράδι για κάνα μήνα, μεταξύ τηγανίσματος και μπουγάδας, μάθαινα τί είναι το χαρτοφυλάκιο, οι εγγραφές λογιστικής και οι λογαριασμοί, με αυτά τα περίεργα τεράστια νούμερα 32.00.00.001.Και ήταν τόσοι πολλοί οι ρημάδες. Αλλά μου άρεσε τρελλά. Χωρίς να τα ΄χω μάθει καλά και έχοντας αγανακτήσει απ΄την παπάρω, πήγα και του είπα ότι τα ΄μαθα, μπας και γλιτώσω. Και ήρθε η πρώτη κεραμίδα. Με έκανε ταμία και μου παρέδωσε το χρηματοκιβώτιο και το χαρτοφυλάκιο με τις επιταγές. Τόσα λεφτά στην ζωή μου, δεν είχα ξαναμετρήσει (κάπου σαράντα εκατομμύρια μετρητά και πεντακόσια εκατομμύρια επιταγές).

Η παπάρω, μόλις άκουσε για την καινούργια μου θέση, αφήνιασε. Έκανε ολόκληρο καυγά στον Αρχιλογιστή και για πρώτη φορά, έλεγε τα καλύτερα λόγια για μένα. Ότι ήμουν το δεξί της χέρι, ότι δεν μπορεί να με αντικαταστήσει, ότι καμμιά δεν είναι τόσο επαγγελματίας και ένα σωρό άλλες πίπες, γιατί πού αλλού, θα έβρισκε άλλο κορόιδο να τα χώνει. Ο κυρ-Γιάννης δεν μάσησε. Της το ΄κοψε και με καθησύχασε ότι κανείς δεν θα μπορούσε να μου ξαναμιλήσει έτσι.

Η νέα μου δουλειά ήταν ότι καλύτερο έχει συμβεί στην ζωή μου. Η λογιστική ήταν φοβερά ενδιαφέρουσα και σύντομα τα έμαθα φαρσί. Ο κυρ-Γιάννης, μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν ήξερε αγγλικά, οπότε του μετέφραζα κρυφά, ότι ήθελε απ΄το αγγλικό πρόγραμμα λογιστικής και εκείνος με βοηθούσε στις δύσκολες ταμειακές εγγραφές. Η κάργια, ανά καιρούς ερχόταν στο καινούργιο μου γραφείο, να με χώσει για δακτυλογραφήσεις και ο κυρ Γιάννης την πέταγε έξω με τις κλωτσιές.

Μετά από καιρό, μου ανέθεσαν και την μισθοδοσία. Πλέον, ανήκα στην μικρή κάστα υπαλλήλων, που ήξερε ακριβώς πόσα έπαιρναν όλοι εκεί μέσα, και ειδικά η παπάρω. Την μέρα της πληρωμής, την κάλεσα στο γραφείο μου, για να την πληρώσω. Στο τηλέφωνο ήταν ιδιαίτερα διαχυτική «ναι αγάπη μου, τρέχω!». Όταν μπήκε στο γραφείο μες την χαρά, πλέον οι δυό μας, άρχισε τις γλύκες.

-Κωσταντινούλα μου, είδες που τα κατάφερες; Εγώ, το ΄ξερα απ΄την αρχή. Φαινόσουν μόνο, ότι ήθελες λίγο σπρώξιμο και τώρα κοίτα που έγινες και λογίστρια.

Την έγραψα στ΄αρχίδια μου, φύσηξα τον καπνό μου στην μάπα της και της έδωσα τον φάκελο. Το σύστημα ήταν, να τα μετρήσει για να σιγουρευτεί ότι δεν έχει γίνει λάθος. Στραβομουτσούνιασε με τον καπνό, αλλά άρχισε γρήγορα το μέτρημα του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού. Ξαφνικά, πετάχτηκε πάνω και άρχισε τις φωνές.

-Μα, εδώ λείπουν πενήντα ευρώ. Αμάν βρε άχρηστη, πάλι λάθος έκανες. Φώναξέ μου τώρα τον κύριο Γιάννη, να δεις τί έχει να γίνει!

Είχα χεστεί επάνω μου. Είχα μετρήσει την μισθοδοσία τρεις φορές το προηγούμενο βράδι, δεν μπορεί να είχα κάνει λάθος. Και ειδικά στην σκρόφα. Ο κυρ Γιάννης μπήκε μέσα φουριόζος. Την άφησε να αδειάσει για άλλη μια φορά τον βόθρο της και έριξε μια ματιά στην λίστα μου. Τα λεφτά ήταν σωστότατα.

-Ξέρεις, η μισθοδοσία έρχεται κατευθείαν απ΄τον Γενικό. Μμμμ…αλλά είναι περίεργο γιατί κάποιοι άλλοι (μου ΄κλεισε ματάκι), πήραν και αύξηση. Λυπάμαι, αλλά θα πρέπει να μιλήσεις με κείνον. Πού ξέρεις, μπορεί το λαθάκι…να είναι ένα μικρό πρόστιμο…μάλλον για ψυχική οδύνη! Θα μπάφιασε ο άνθρωπος με τις φωνάρες σου, κάθε πρωί.

Έφυγε και δεν με ξαναενόχλησε. Έχω μετανοιώσει άσχημα, που δεν της είπα ποτέ τίποτε, αλλά μάθαινα καθημερινά από τρίτους, για τις προσωπικές δυστυχίες της, τις επεισοδειακά αποτυχημένες σχέσεις της και την λυπόμουν λιγάκι.

Τελικά, κάποιοι άνθρωποι, μοιάζουν με το πεπτικό μας σύστημα. Ότι και να φάνε, πάντα σκατά θα βγάζουν. Μόνο που για μερικούς, κρίνοντας απ΄τη μπόχα, ξέρεις καμμιά φορά, ότι έχουν μπερδέψει τα εισαχθέντα με τα εξαχθέντα. Ξέρεις σίγουρα για μερικούς, ότι μόνο σκατά πρέπει να τρώνε.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 29 σχόλια »

ΟΤΑΝ…

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 28, 2005

Όταν ο Πρωινός καφές, προσφέρει με κλήρωση 1 τόνο πετρέλαιο θέρμανσης…

Όταν η οικογένεια του οχτάχρονου Κλάιντι, μετακομίζει απ΄το ερείπιο παραδίπλα, σε φτηνότερο ερείπιο…

Όταν οι εργάτες που περιμένουν κάθε πρωί στην γωνία, για ευκαιριακό μεροκάματο, είναι ακόμη εκεί, απ΄τις έξι το πρωί και κανείς δεν έρχεται να τους πάρει…

Όταν η φίλη μου η Ελένη, που έχει κατάστημα με δώρα και παίρνει κάθε χρόνο βραβείο για την ομορφότερη βιτρίνα, είναι άσεφτη απ΄την προηγούμενη Τετάρτη…

Όταν τα χρωστούμενα στο τεφτεράκι μου, ξεπερνούν τα πενήντα ευρώ ανά άτομο και οι πελάτες εξαφανίζονται δια παντός, ακόμη κι αν μένουν παραδίπλα…

Όταν η λαική αγορά κλείνει κάθε Δευτέρα μετά τις πέντε το απόγευμα, ενώ παλιότερα στις μία, είχε ερημώσει…

Όταν κανείς πια δεν σου λέει καλημέρα, κανείς δεν γελά, κανείς δεν αστειεύεται πια…

<>Τότε, σκύβεις το κεφάλι και περιμένεις λίγες ακόμα μέρες, μέχρι τις γιορτές. Τότε, που όλοι θα πάρουν το Χριστουγεννιάτικο δώρο και θα έχουν άπειρα χρήματα να ξοδέψουν. Οι βιτρίνες και οι δρόμοι θα στολιστούν, τα μαγαζιά θα ξεπουλήσουν, όλοι οι λογαριασμοί θα πληρωθούν, τα δάνεια θα εξοφληθούν, οι πιστωτικές δεν θα ΄χουν λόγο ύπαρξης, οι συνταξιούχοι θα έχουν να πληρώσουν τα φάρμακα, το πετρέλαιο θα ρέει άφθονο.

<>Τότε που όλοι θα είναι ευτυχισμένοι και εγώ, θα κλείσω το μαγαζί μου για όσο γουστάρω και θα πάω στο βαρετό (κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια) Άσπεν για γλαρόσουπα.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, POLITICS, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 13 σχόλια »

ΖΗΤΩ Η ΑΛΛΑΓΗ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 28, 2005

Σύντροφοι του μπεκρή μεζέ, δεν έχουμε κανένα μέλλον. Αλλαξοπίστησα και βρήκα λύσεις. Αποφάσισα να γίνω νεοφιλελεύθερη. Αυτά τα παιδιά, έχουν ρε γαμώτο ένα χιούμορ, ένα υπεράνω, μια τέτοια χαρά που με βάζει σε σκέψεις. Στην ζωή μας, δεν πρέπει να χωράνε μιζεριάσματα του στυλ «το σύστημα», «η άτιμη κοινωνία». Όχι. Το μυστικό είναι εργατικότητα και ικανότητες. Ή τα έχεις ή δεν τα έχεις. Αν τα ΄χεις, πετυχαίνεις. Αυτοί που κλαίγονται, ας το πάρουν χαμπάρι, δεν τα ΄χουν.

Λάθος σ΄αυτή την ιδεολογία, δεν υπάρχει. Όλοι είναι ίσοι και μόνο όσοι δουλεύουν ανταμοίβονται. Οι τεμπέληδες, απλά γκρινιάζουν, μιζεριάζουν και αποτυγχάνουν. Αφού λοιπόν δεν είμαι τεμπέλα, θα χωθώ στην ιδεολογία μου και θα περιμένω. Σιγά μην διαψεύσει έναν τέτοιο τέλειο μαθηματικό τύπο, μια ψιλικατζού. Άντε σύντροφοι, γιατί ως τώρα με τους αγώνες σας, τις εργατικές σας τάξεις και το καλάθι της νοικοκυράς, μας ξεποδιαριάζετε, μας ξελαρυγγιάζετε και ένα prada στο πόδι μας, δεν είδαμε. Επίτηδες μας κάνετε μίζερους, κακούς και μας κρατάτε χαμηλά. Αλλά είναι να μην σηκώσω κεφάλι. Τώρα που ξέρω τον μηχανισμό, θα κάτσω και θα περιμένω την Αλλαγή.

Όχι, το φιλοσόφησα. Αν και έχει αργήσει λιγάκι να λειτουργήσει για μένα το καινούργιο συστηματάκι, εγώ θα το ακολουθήσω γιατί με συμφέρει πιο πολύ. Λοιπόν, ακούστε τη λύση. Σύμφωνα με τη νέα μου ιδεολογία, αν λάβετε υπόψιν την ηλικία μου, τις ολίγες σπουδές μου, τα χρόνια προυπηρεσίας μου και τις ατέλειωτες υπερωρίες μου, αυτή τη στιγμή πρέπει να βρίσκομαι στην σπιταρόνα μου, ενώ η καθαρίστρια, μου τα ΄χει κάνει τσουρέκια με την ηλεκτρική σκούπα. Μισό σύντροφοι, «Μαρίαααα και κάτω απ΄την καρέκλα σκούπισε παιδί μου, με αυτή την αριστερή νοοτροπία, τον εαυτό σου κοροιδεύεις!» Μάλιστα, τί λέγαμε; A, το εισόδημά μου, είναι γύρω στα τρία χιλιάρικα ευρά τον μήνα και του άντρα μου, άλλα τόσα. Πίνω αργά τον καφέ μου, βλέποντας την θάλασσα. Ανοίγω την ντουλάπα, φοράω το ταγιεράκι μου και ετοιμάζομαι να πάω στο ψιλικατζίδικο. Στον δρόμο, τα ΄παίρνω με τους άχρηστους που θίγουν την αισθητική μου, με τα σαράβαλά τους (παρά την αισιόδοξη ιδεολογία μου) και τους πατάω στα μούτρα την κόρνα του καινούργιου μου τζιπ, μπας και κάνουν στην άκρη να περάσει ο εργάτης ο σωστός (εγώ, ρε σεις).

Το μαγαζί μου, βρίσκεται σε φτωχο…ωπ λάθος, σε αποτυχημένη γειτονιά (πρέπει να αλλάξω ρε γαμώτο λεξιλόγιο) και οι τριγύρω ανίκανοι τεμπέληδες, παρόλο που κλαίγονται, δεν σταματούν να καταναλώνουν δάνεια, που εμείς οι επιτυχημένοι τους παρέχουμε. Σαν σωστή επαγγελματίας, αυξάνω συχνά τις τιμές και κρύβω το τζιπ στο πίσω στενό, για να μην προξενήσω την μίζερη κακία τους. Διώχνω με κλωτσιές, τους δήθεν κακομοίρηδες ζητιάνους και στέλνω τον Αλί με τα σιντάκια, πίσω στο Πακιστάν. Αν είναι ικανός, ας δουλέψει και ας πετύχει στην χώρα του. Βρήκαμε τώρα όλοι δικαιολογία τους ψευτοπολέμους και φορτωνόμαστε στον τίμιο κοσμάκη της Ευρώπης. Ούστ, βρωμόσκυλα!

Σύντομα, η ζωή μου γίνεται ένα Ντάλλας, μια Δυναστεία και γύρω μου όλοι χωρίζονται ορατά, σε επιτυχημένους ή αποτυχημένους (πράγμα που με βγάζει απ΄τον κόπο, να χρησιμοποιώ άχρηστα συναισθηματικά κριτήρια) και με μαθηματική ακρίβεια, τίποτε δεν θα πάει στραβά. Όλα είναι υπολογισμένα από κάτι πολύυυυυ μεγάλα μυαλά, απλά θα πρέπει λιγάκι ακόμη να περιμένω.

Να θυμάστε μέχρι να δικαιωθώ όμως, πως οποιαδήποτε άλλη ιδεολογία, είναι πλαστή. Είναι ο μόνος τρόπος κάλυψης της αποτυχίας και της μιζέριας σας. Εγώ πια, είμαι δεδομένα επιτυχημένη και έπαψα να είμαι μίζερη.

Δημοσιεύθηκε στο PHILOSOPHY, POLITICS | 49 σχόλια »

ΦΙΛΙΕΣ ΜΕ ΜΕΛΛΟΝ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 28, 2005

Ο Χάρης ήταν γύρω στα σαράντα, δημόσιος υπάλληλος, όταν ήρθε πρώτη φορά για αδυνάτισμα. Ο χώρος ήταν επιβλητικός, σοβαρός αλλά ταυτόχρονα προκλητικός, γεμάτος από όμορφα σώματα με λευκές ποδιές που πήγαιναν πέρα δώθε. Οι μελλοντικοί πελάτες, όλοι ντανιασμένοι σε έναν υπερπολυτελή καναπέ, αναγκαστικά να αναμένουν την δική τους σειρά στο όνειρο. Η τακτική ήταν, να περιμένουν τουλάχιστον για κάνα τέταρτο στο σαλονάκι, ούτως ώστε να πειστούν για το επιστημονικό του χώρου, να εντυπωσιαστούν από την χλιδή και να πέσουν οι άμυνες.

Εκείνο το πρωί ήρθε μόνος. Λιγάκι τρακαρισμένος, λιγάκι έξω απ΄τα νερά του, έχοντας σαφή εντολή απ΄τον γιατρό του, να αδυνατίσει. Στο γραφειάκι, άρχισα να μιλάω στον πληθυντικό, για τα οφέλη του αδυνατίσματος και την θεραπεία που έπρεπε να ακολουθήσει. Είχα απέναντί μου έναν ψηλό, σοβαρό γεματούλη κύριο, με γυαλιά, με γκρίζα μαλλιά που δεν έλεγε κουβέντα. Μόνο κοιτούσε επίμονα και έκανε καταφατικά νεύματα. Είχε μια περίεργη ζέστη και μια αθώα πονηριά στο βλέμα του. Όταν τελείωσα την «κασέτα», τον ρώτησα την γνώμη του για τη θεραπεία και μου την είπε.

-Αυτό το μίνι, πολύ σας πάει.

Πέταξα ένα ευχαριστώ, σκέπασα τα πόδια μου με την ποδιά μου και το γύρισα πάλι στην θεραπεία. Έπρεπε να το φτάσω στο οικονομικό για να ξεμπερδεύω. Στο άκουσμα της τιμής, ο Χάρης δεν χαμπάριασε.

-Αν είναι να σας βλέπω κάθε μέρα, εντάξει.

Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω και μηχανικά, του συμπλήρωσα την καρτέλα, του έκλεισα ραντεβού για την επομένη και του είπα να με ζητήσει όταν θα έρθει για να τον ξεναγήσω. Στην χειραψία, με βούτηξε και με φίλησε σταυρωτά.

-Τα λέμε αύριο κύριε Χάρη.

-Εννοείται κυρία Κωσταντίνα μου.

Την άλλη μέρα με μπάνισε απ΄την είσοδο. Είχα πελάτισα στο γραφείο όταν εκείνος μπαίνοντας, φώναξε δυνατά «γειά σου μανάρα μου». Έμεινα με ένα παγωμένο χαμόγελο και τα κορίτσια στην ρεσεψιόν, κρύβονταν κάτω από τον πάγκο, να μην τις δει που γελούσαν. Παράτησα την πελάτισσα και έτρεξα να τον χώσω στις θεραπείες, για να μην πετάξει κάνα καινούργιο. Τον παρέδωσα στα κορίτσια και συνέχισα την δουλειά μου. Μετά από καμμιά ώρα, βγήκε κατακόκκινος με το μπουρνούζι στην ρεσεψιόν.

-Κύριε Χάρη, τί συμβαίνει;

-Παπαριές κυρά Κωσταντίνα μου! Αυτές εκεί μέσα, θα με βράσουν ζωντανό και έχουν και τις ποδιές κουμπωμένες. Θα πεθάνω και ούτε μάτι δεν μπορώ να πάρω!

Οι πελάτισσες στο σαλόνι, είχαν ανοίξει το στόμα σαν χάνοι. Εκεί, δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Πήγα, τον βούτηξα απ΄το μπουρνούζι και τον έσουρα πάλι μέσα.

-Κύριε Χάρη, πώς μιλάτε έτσι; Ρεζίλι με κάνατε. Και πώς βγαίνετε έτσι έξω; Απαγορεύεται. Μπροστά στον κόσμο, πρέπει να μιλάμε στον πληθυντικό και κόσμια, γιατί θα έχω πρόβλημα.

Ο Χάρης γέλασε, πήγε στο μαρτύριο και μετά καμμιά ώρα βγήκε κουστουμαρισμένος στο σαλόνι.

-Όλα καλά κύριε Χάρη;

-Όλα υπέροχα, κυρία Κωσταντίνα μου. Δεν πάμε στο γραφείο σας, να ρωτήσω κάτι για την θεραπεία;

-Και βέβαια, κύριε Χάρη.

Στο γραφείο, μπήκε φουριόζος και έκλεισε την πόρτα.

-Καλά μωρή παπάρω, σε πλήρωσα χρυσή, για να με στείλεις στα καζάνια; Βρωμάω σαν σαρδέλα απ΄τα κωλοφύκια. Άσε που ο κώλος μου άμα τον πιάσεις, κάνει ακόμα σαν κομπρεσέρ απ΄το ηλεκτροσόκ. Θες να πιάσεις; Αλήθεια, γιατί δεν φοράς το μίνι;

Ο Χάρης από τότε και μέχρι τώρα, είναι φιλαράκι μου.Του αρέσει ακόμη να προκαλεί και να διασκεδάζει, με την δήθεν σοβαρότητα των γύρω του. Παντρεύτηκε το Λιτσάκι, έχει δυό τέλεια μωράκια και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα. Μετακόμισε μόνιμα σ΄ένα χωριό έξω απ΄τη Θήβα και φτιάχνει το καλύτερο κρασί του κόσμου. Οι πελάτες μου, μου ορκίζονται, ότι δεν έχουν ξαναπιεί πιο όμορφο κρασί. Ίσως επειδή προέρχεται από ένα όνειρο ζωής. Όταν πλησιάζει η εποχή που θα μου φέρει την καινούργια σοδειά, έρχεται οικογενειακώς και αρχίζει με το Λιτσάκι το ψηστήρι.

-Πάρε ρε μωρό μου τον άντρα σου και ελάτε στο χωριό. Θα χτίσουμε στο χωράφι δυό σπιταρόνες, θα φτιάξουμε και πισίνα. Άντε ρε Τάσο, βαρέθηκα τα πήγαιν΄ έλα, πάρτην και ελάτε και θα περνάμε ζάχαρη. Θα τις στέλνουμε στο πατητήρι, θα πουλάμε το κρασάκι μας στους μαλάκες της Αθήνας και εμείς θα πίνουμε, θα βλέπουμε τσόντες, θα πηδάμε και θα αμολάμε κουτσούβελα.

Φέτος, δεν έχει κρασάκι. Για τρία χρόνια, τον έστειλε η υπηρεσία του στην Κύπρο και νοίκιασε το χωράφι. Τρία μόνο χρόνια διάλειμα απ΄το όνειρο και μετά θα πίνουμε, θα βλέπουμε τσόντες, θα πηδάμε και θα αμολάμε κουτσούβελα.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 12 σχόλια »

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 26, 2005

Η καρδιά μου, πάει να σπάσει. Αυτό που με τρελλαίνει στα πιτσιρίκια είναι όταν καμμιά φορά, προσπαθώντας να μεγαλώσουν, ή να δείξουν ευγνωμοσύνη, υιοθετούν τερτίπια μεγάλων. Ο μπόμπιρας, γύρω στα επτά, έχει έρθει πέντε-έξι φορές και είναι στ΄αλήθεια κούκλος. Απ΄αυτά τα ευγενικά πιτσιρίκια, που λένε πάντα ευχαριστώ, που ζητάνε την άδειά μου για να αγγίξουν, που ότι ακουμπήσουν το βάζουν στην θέση του προσεκτικά. Όταν περνάει απ΄το μαγαζί, πάντα με χαιρετάει και την πρώτη φορά, με ρώτησε το όνομά μου και μου είπε το δικό του, κάνοντας χειραψία.

Αυτός ο μικρός πρίγκηπας, έρχεται πλέον καθημερινά και πάντα κάνει και μικρές συζητησούλες, για να μην πλήττω όσο τον περιμένω όρθια να διαλέξει. Κάποια φορά, μου είπε για τις κάρτες του Μπομπ του Σφουγγαράκη, ότι είναι μεγάλη απάτη. Χρειάζεται όλο το χαρτζηλίκι της εβδομάδας και οι «αλήτες» ποτέ δεν βάζουν στο κουτί, την κάρτα που του λείπει. Συνήθως, δεν τα καταφέρνει να κάνει λογαριασμό με τα λεφτά του. Πάντα μπερδεύεται και νοιώθει πολύ άσχημα όταν δεν του φτάνουν τα χρήματα. Τις περισσότερες φορές, του τα κερνάω χωρίς να το ξέρει, μόνο και μόνο για να μην κοκκινήσει απ΄την ντροπή.

Σήμερα, ήρθε πιο σοβαρός. Διάλεξε πατατάκια και γλυφιτζούρι και με ύφος έβγαλε απ΄την τσέπη ένα πεντάευρο. Ήταν η πρώτη φορά που μου ΄φερε χάρτινο νόμισμα και ένοιωθε πιο ασφαλής. «Σίγουρα, έχω ρέστα σήμερα», μου είπε χαρούμενος. «Και μάλιστα πολλά», του απάντησα, για να δω αυτό το κάτασπρο χαμογελάκι να του ξεφύγει. Μέχρι να βρω τα ρέστα, άρχισε πάλι την συζήτηση.

-Είστε πιο όμορφη, σήμερα.

-Ευχαριστώ, μωρό μου.

-Σας πάνε πολύ τα μαύρα, αν και η Ελένη που μου αρέσει απ΄το σχολείο, φοράει μόνο κόκκινα επειδή είναι Ολυμπιακός. Εγώ, είμαι Άεκ. Πόσα είναι τα ρέστα μου;

-Τέσσερα ευρώ και δέκα λεπτά (του τα δίνω, γιατί δεν φτάνει να τα πάρει απ΄τον πάγκο).

-Ωραία. Αυτά, δικά σας (και μου αφήνει δέκα λεπτά).

-Έλα εδώ, βρε! Δεν χρειάζεται.

-Όχι, το σωστό είναι να αφήνουμε και κάτι στο μαγαζί, ε… αν έχουμε. Έχω άλλα τέσσερα ευρώ, εγώ.

Έφυγε τρέχοντας για να μην τον προλάβω και έμεινα να κοιτάω το νόμισμα των δέκα λεπτών. Δέκα ολόκληρα λεπτά ευγένειας και ομορφιάς από ένα τόσο δα πιτσιρικάκι που ξέρει να μιλάει στον πληθυντικό, που είναι τόσο μεγάλος στην καρδιά και τόσο μικρός στο μπόι. Και μετά μου λένε, δεν έχουν σημασία οι λεπτομέρειες.

Ά, ρε Ελενίτσα τυχερή!

Δημοσιεύθηκε στο LIFE | 22 σχόλια »

ΟK, LET’S PLAY

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 25, 2005

Για όσους βαριούνται να γράφουν σήμερα – καλή ώρα – πείτε το με εικόνες. (Ή τέλος πάντων, λέω να πάω να διαβάσω κάνα μπλογκ της προκοπής).

 

/ 8-) = «Είμαι γυαλάκιας»

 

8 &gt ;) = «Έχω μεγάλη μύτη και….όχι μόνο»

 

8-] = «Άντε, γελάσαμε και σήμερα»

 

8-.) = «Μοιάζω με την Σίντι Κρόφορντ»

 

0-) = «Εγώ, ο Πολύφημος» ή «Διαθέτω ενόραση»

 

$-) = «Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα ;)

 

*-0 = «Τί είπε το άτομο;» ή «Πάει το μάτι μου»

 

8-(» = «Κόψε τα μούσια φιλαράκι»

 

:-3 = «Τσιμπούκια ο Τίγρης - Η εξάσκηση έκανε θαύματα»

Δημοσιεύθηκε στο SILLY | 5 σχόλια »

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 24, 2005

Όλοι γύρω μου, έχουν καταπιεί κασέτα : «άδραξε τη μέρα», «ζήσε το παρόν», «μην ανησυχείς για το αύριο», «ζήσε σαν να ήταν η τελευταία σου μέρα» και τέλος πάντων, όλες αυτές τις ενθαρυντικές ενεσούλες, μπας και την παλέψεις. Σε όλα αυτά τα ρητά, έχω ανατρέξει συχνά στο παρελθόν και η αλήθεια, κάτι έκαναν. Αν ας πούμε, είσαι στο χείλος της καταστροφής και διαβάσεις τον Αλχημιστή, τουλάχιστον θα καταστραφείς με αισιοδοξία.

Τώρα, τα θεωρώ σκέτες πίπες. Όταν έχεις προβλήματα, έχεις προβλήματα. Πάει και τελείωσε. Όσο φιλοσοφικά κι αν το δεις το θέμα, όσο ρομαντικά, όση αγάπη κι αν διαθέτεις για την ζωή, το τίμημα θα το πληρώσεις. Όλα τα ρητά, βγήκαν από σοφά κεφάλια, αλλά ΜΕΤΑ την καταστροφή. Άντε ρώτα τους, όταν ήρθε η καταιγίδα πώς ένοιωσαν. Άντε, την στιγμούλα πριν την καταστροφή και κότσαρέ τους μια παπαριά, του τύπου «αν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το σύμπαν θα συνωμοτήσει να τα καταφέρεις» και στην καλύτερη, δεν θα σε σώσει όλο το σύμπαν μαζί.

Είναι ωραίο πράγμα η ελπίδα και η αισιοδοξία, αλλά πάνω απ΄όλα ο ρεαλισμός. Είναι τέλειο να ακολουθείς τέτοιου τύπου ρητά, αλλά σαν γενική θεώρηση των πραγμάτων και όχι σαν λύση για τα προβλήματά σου, που σίγουρα κάποια στιγμή θα έρθουν. Αυτές τις μέρες ψάχνω κάτι να πιαστώ. Αλλά κάτι πραγματικό και ουσιαστικό. Κάτι που δεν θα με κάνει χαζά αισιόδοξη, αλλά θα φέρει λύσεις. Προσπαθώ να βρω την πραγματική διάσταση του κάθε προβλήματος και οφείλω να παραδεχτώ, ότι δεν γουστάρω καθόλου να αδράξω την μέρα. Αν έπρεπε να πιαστώ και να ζήσω στο έπακρο, μέρες σαν την σημερινή, βράστα.

Αυτά λοιπόν, που θα ήθελα να πω σε κάποιον που έχει πρόβληματα και που του τα ΄χουν κάνει τσουρέκια με τα σύμπαντα, θα ήταν λίγα και ρεαλιστικά, αλλά ουσιαστικά λογάκια (όποιος δεν βαριέται, ας τα κάνει βιβλίο με τίτλο ΣΚΑΤΑ) :

«Σκάσε και κολύμπα τώρα, κακομοίρη»,

«Μπορεί να την γλιτώσεις πεθαίνοντας απ΄το άγχος, βρε χαζό»,

«Αν τη σκαπουλάρεις, θα γράψεις best seller, μαλάκα μου!».

Δημοσιεύθηκε στο PHILOSOPHY, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 26 σχόλια »

ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 23, 2005

Απέναντι απ΄το μαγαζί μου, υπάρχει ένα δημοτικό σχολείο. Με τα πιτσιρίκια του, τα γκράφιτι, τις φωνές και το κουδούνι να υπενθυμίζει σε όλους εμάς απ΄έξω, ότι ήμασταν κάποτε παιδιά. Φωνές, κατάρες, γέλια και πολύ μεγάλες τσάντες. Μετά βίας τα πιτσιρίκια σηκώνουν όλες αυτές τις τεράστιες τσάντες με τα πολλά βιβλία. Είτε εγώ μεγάλωσα πολύ, είτε οι τσάντες.

Είχα μια κόκκινη τετράγωνη τσάντα μέχρι την Τετάρτη τάξη του δημοτικού. Σαραβαλιάστηκε μετά. Την είχε στείλει η μάνα μου από την Γερμανία και η γιαγιά κοκορευόταν γιατί ήταν «ορθοπεδικιά». Και ΄γω ήξερα ότι επειδή άρεσε στην γιαγιά, θα την έτρωγα πολλά χρόνια στην μάπα. Προσπάθησα να την σκίσω, την έραβε. Προσπάθησα να την μουτζουρώσω, την έβαζε στο πλυντήριο. Κόλλαγα στρουμφάκια να την ομορφύνω, τα ξεκολλούσε. Τα παράτησα. Δεν ήταν ορθοπεδικιά αυτή η τσάντα, μαρτύριο ήταν. Κολλημένη στην πλάτη μου τόσα χρόνια, τα κοτσίδια μου να μπλέκονται στα λουριά της, οι συμμαθητές μου να με φωνάζουν «ορθοπεδικιά», ο Κυριάκος μου να δέρνει κόσμο, παλιοκατάσταση.

Στην Πέμπτη δεν θα κουβαλούσα την ίδια τσάντα. Είχαν καταργηθεί και οι ποδιές και το μόνο που έμενε, ήταν να καταργήσω την τετράγωνη κόκκινη καμπούρα. Άνοιξαν τα σχολεία, μας μοίρασαν τα βιβλία και εγώ ακόμη με την παλιοτσάντα. Πρώτη φορά είχα δει τόσα πολλά βιβλία. Αλλά αυτό θα με έσωζε.

Κάθε πρωί γέμιζα επίτηδες με όλα τα βιβλία την τσάντα. Ο παππούς, γέλαγε συνομωτικά και η γιαγιά απορούσε που η Πέμπτη τάξη ήθελε όλα τα βιβλία κάθε μέρα. Μου ΄φυγε η μέση μέχρι να την σαραβαλιάσω τελείως και να καταφέρω τη γιαγιά, να μου πάρει καινούργια. Η μαλακία ήταν, ότι ήθελε να μου πάρει μεγαλύτερη και πιο ορθοπεδικιά. Μέχρι να στείλει η μαμά λεφτά, με μπούκωνε κάθε πρωί τεράστιες φέτες ψωμί με μέλι για να πάρω δύναμη και με έστελνε για ύπνο απ΄τις εφτά. Πλησίαζε όμως η μέρα που θα έστελναν οι γονείς μου τα λεφτά. Είχα παραγγείλει στην μαμά να στείλει δυό πορτοφόλια λεφτά. Ένα για την γιαγιά και ένα για την τσάντα. Ο μπαμπάς, φώναζε απ΄το τηλέφωνο «δυό ολόκληρα πορτοφόλια λεφτά; Εσύ παιδάκι μου, δεν θα πάρεις τσάντα, τριαξονικό θα πάρεις» και ξεραινόταν στα γέλια. Εγώ, ανένδοτη: «δυό πορτοφόλια λεφτά, θέλω. Το ένα κατάδικό μου».

Εκείνο το πρωί, περιέργως με ξύπνησε η γιαγιά με χαρές. Μέχρι να πλύνω δόντια, να φτιάξω κοτσίδια, να σου η γιαγιά με μια τεράστια σακούλα. «Η τσάντα σου» μου λέει. Την είχε ψωνίσει μόνη της απ΄τον βιβλιοπώλη της γειτονιάς και ήθελε να μου κάνει έκπληξη. Ανοίγω την σακούλα και παθαίνω τον πρώτο ταμπλά. Είχε πάει η αθεόφοβη και είχε βρει την ίδια βρωμοτσάντα. Μόνο που αυτό ήταν το λιγότερο. Η καινούργια τσάντα είχε και αξεσουάρ, ίδια ομπρέλλα, ίδιο καπέλο και ίδιο αδιάβροχο. Και έξω, έβρεχε! Και θα με έβλεπε ο Κυριάκος και θα με χώριζε με τη μία. Αλλά πού να χαμπαριάσει η γιαγιά. Μου έλυσε τα κοτσίδια και μου ΄φτιαξε δικά της, με την τσατσάρα που πόναγε – κάθε πρωί ο ίδιος καυγάς. Μου φόρεσε το κόκκινο αδιάβροχο, την κόκκινη καμπούρα, το κόκκινο καπέλο και μου άνοιξε το ομπρελάκι.

Ο παππούς, μου έβαλε το εικοσάρικο στην τσέπη γελώντας. Α, εσύ είσαι σωστός πυροσβέστης! Στον δρόμο, κρυβόμουν πίσω απ΄τα δέντρα και έτρεχα βιαστική όταν συναντούσα συμμαθητές. Αυτό, ήταν λιγάκι δύσκολο όσο πλησίαζα στο σχολείο, γιατί οι παρέες γίνονταν πιο πυκνές. Ξαφνικά, το μάτι μου άστραψε! Ένα παιδάκι μπροστά μου, είχε την ίδια τσάντα, το ίδιο καπέλο και την ίδια ομπρέλλα, μόνο που το χρώμα ήταν σιέλ. Ένοιωσα απίστευτη ανακούφιση και έτρεξα να το προλάβω. Τουλάχιστον θα μοιραζόμασταν την καζούρα δια δύο. Η φιγούρα, μου φαινόταν γνώριμη και το περπάτημα χαρακτηριστικό. Ήταν ο Κυριάκος. Μόλις με είδε, γέλασε.

- Έγινες ορθοπεδικός, για μένα;

- Ήθελα να σου κάνω έκπληξη και να έχουμε την ίδια τσάντα, αλλά βρήκα μόνο αυτή με την ομπρέλλα. Κάτσε να δεις, αύριο όλη η παρέα θα έχει την ίδια τσάντα και αν σε ξαναπούν ορθοπεδικιά, θα ΄χουν να κάνουν μαζί μου.

Η τσάντα μας, έγινε μόδα. Και όσοι την κορόιδευαν, έβγαιναν αυτομάτως απ΄την ομάδα ποδοσφαίρου του Κυριάκου. Ο Γιάννης, ο μοναδικός αντίζηλος του Κυριάκου, ήρθε στα κρυφά και μου ψιθύρισε: «θέλεις του χρόνου, να έχουμε ίδια τσάντα; Εγώ, θα πάρω τζην». Τον είχα βαρεθεί τον Κυριάκο τόσα χρόνια να βαράει κόσμο, είχα βαρεθεί και την παλιοτσάντα, ακόμα κι αν το μισό σχολείο την είχε αγοράσει και είπα να τον χωρίσω.

Την επόμενη χρονιά στην Έκτη, με τις γνωστές μαλαγανιές, μου ΄δωσε ο παππούς λεφτά και πήρα τσάντα τζην. Εκεί δεν είχε μαλακίες και ρομαντικούς τσαμπουκάδες Κυριάκους. Ήμουν πια μια δεσποινίδα με σοβαρό γκόμενο, αφήνοντας για πάντα πίσω το κοριτσάκι, ακόμη και αν τώρα μου λείπει πολύ.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 19 σχόλια »

ΠΩΣ;

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Νοέμβριος 22, 2005

Ας πούμε ότι είσαι δημοσιογράφος και αποκαλύπτεις μια απάτη,