X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Οκτώβριος 29th, 2005

ΚΑΡΑΛΑΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 29, 2005

Μεσημεράκι, στη δουλειά. Ήταν η ώρα που όλες οι καλές πελάτισσες, είχαν τελειώσει τις δουλειές τους και έρχονταν για την μεσημεριανή κούρα στο ινστιντούτο. Για άλλες δουλειές, αυτή η ώρα είναι χαλαρή, για μας, ήταν χοντρό τρέξιμο. Το προσωπικό ήταν πέντε άτομα όλα κι όλα, οπότε τρέχαμε σαν τρελλές να καλωδιώσουμε, να αποτριχώσουμε, να παστώσουμε. Εγώ συνήθως, τρύπωνα στις θεραπείες προσώπου και έκανα αλχημείες.

Τρώγαμε κατά τις πέντε το απόγευμα, γιατί όσο να πεις, η κρέμα Νο5 σετάκι με τη Νο92 της Galland και μια αποτρίχωση γλουτών (κυριλέ ονομασία, γιατί οι πελάτισσες ντρέπονταν να πουν κωλοτρυπίδα), δεν σου άνοιγε ακριβώς την όρεξη. Σου έδινε όμως το περιθώριο, να δημιουργήσεις (και δεν εννοώ την αποτρίχωση, διεστραμμένοι). Έχω υπάρξει ζωγράφος, γλύπτης και ψυχοθεραπεύτρια μαζί.

Υπήρχε μία μάσκα προσώπου, η λεγόμενη «εκμαγείο». Ήταν ουσιαστικά, μία περίεργη σκόνη που αν της έβαζες λίγο αλατάκι για καταλύτη, λίγο νεράκι να την κάνεις λάσπη, μπόλικες κρέμες από κάτω και έχτιζες το πρόσωπο στα γρήγορα, μετά έβγαινε μια συμπαγής τσιμεντοποιημένη μάσκα, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου που κάλυψες. Με το αλατάκι, αυτό το πράγμα θερμαινόταν και το δέρμα εγκλωβισμένο απ΄την μάσκα, απορροφούσε όλο αυτό το στρώμα της κρέμας μέσω της διαστολής των πόρων. Ήταν η «οδός» για να φέρω στην επιφάνεια, όλες ταυτόχρονα τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες.

Αλλά…. Είχε πολλά «αλλά», αυτή η θεραπεία. Είχα αποτύχει να εκπαιδεύσω τις συναδέλφους και για να πω την αλήθεια, στο χτίσιμο φύσαγα. Μετά από καιρό, αφού είχα γίνει εξπέρ, δημιουργούσα υψηλή τέχνη. Αφού οι πελάτισσες δεν έβλεπαν τί τους έκανα, έβαζα το παραβάν και έφτιαχνα μουτσούνες. Τα σουξέ μου, ήταν ο Καραγκιόζης, ο Φρέντι Κρούγκερ και ο Κούγιας. Μετά, έβγαζα προσεκτικά το εκμαγείο και το ΄δινα στις συναδέλφους να το βάψουν για τις Απόκριες . Μεγάλη επιτυχία.

Όλα αυτά, όταν έπινα καφέ. Απαραίτητη προυπόθεση. Ήταν πολύ επικίνδυνη θεραπεία, ειδικά όταν ξέχναγα να ανοίξω τρυπούλες στα ρουθούνια. Έπρεπε το χτίσιμο να γίνει σε λιγότερο από δύο λεπτά, γιατί το τσιμέντο έπηζε, αλλά τις τρυπούλες, πάντα τις ξέχναγα. Πριν αρχίσω το χτίσιμο, έλεγα διαρκώς από μέσα μου : «τρυπούλες να αναπνέει – τρυπούλες να αναπνέει», αλλά χωρίς καφέ, ούτε εμένα δεν άκουγα. Μια κάργια ένα μεσημέρι, έβαλε μόνη της το δάχτυλο και άνοιξε μία τρυπάρα στο στόμα ΝΑ! Εντάξει, η τρύπα δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα, απλά θα τροποποιούσα την μουτσούνα από Καραγκιόζης σε Μόνικα επί τω έργω. Σιγά, το δύσκολο. Όμως, αυτά που έλεγε η τρύπα ήταν άκρως προσβλητικά, οπότε για να γλιτώσει την αποτρίχωση γλουτών, την ξαναβούλωσα και τρύπησα τα ρουθουνάκια που δεν έβριζαν.

Η μάσκα αυτή, είχε κι άλλους πολλούς κινδύνους. Δεν έπρεπε να έρθει σε επαφή με δέρμα και μαλλιά. Έπρεπε να υπάρχει μπόλικο στρώμα κρέμας από κάτω γιατί αλλιώς κόλλαγε και την έπαιρνες μαζί σου για κάνα τριήμερο. Και άντε μετά να κυκλοφορήσεις ως Κούγιας. Α, και μετά λανσάριζες και το στυλάκι Μίνα (αυτή, χωρίς τα φρύδια). Αν πάλι σου έπεφτε λίγο αλατάκι παραπάνω, το σολάριουμ ήταν μια μαλακία μπροστά στο φυσικό ξεροψησιματάκι που πετύχαινε αυτή η μάσκα. Αλλά πού να το εκτιμήσουν.

Το χειρότερο σπάσιμο, ήταν όταν ξέχναγα να πάρω ιστορικό. Υπήρχαν μερικές σιχαμένες που στα πρώτα τρία λεπτά, πριν ολοκληρώσω το έργο μου, θυμούνταν ότι πάσχουν από κλειστοφοβία. Για να μην μου καταστρέψουν την μουτσούνα, τις έψηνα να κάνω την μάσκα γραβιέρα, για να μπαίνει φως. Πώς στο διάολο, θα έμπαινε φως με τα μάτια κλειστά, δεν τους έκοβε. Σε άλλες κρατούσα το χέρι και μίλαγα, μέχρι να ακούσω ροχαλητά. Αν όχι, είχαν λιποθυμήσει, οπότε η μάσκα θα έκανε καλύτερη δουλειά, γιατί ήταν ήρεμες. Μετά τα γερά χαστουκάκια (το αντιγηραντικό μασάζ της Κλεοπάτρας – από ευρήματα λέμε), όλες νόμιζαν ότι κοιμήθηκαν και βλέποντας στον καθρέφτη, θεραπεύονταν δια παντός, από κλειστοφοβίες και άλλες μαλακίες. Τσάμπα τα λεφτά στους ψυχολόγους.

Τί τράβαγα για την τέχνη μου! Και όπως κάθε διάσημος καλλιτέχνης, θα ψόφαγα στην ψάθα. Καμμία αναγνώριση, καμμία χορηγία. Εγώ, το φώναζα, αλλά η προισταμένη, χαμπάρι. Ήμουν μια σπάνια καλλιτέχνης, με εντυπωσιακότατες στατιστικές ψυχοθεραπείας και η μοναδική γλύπτρια καραλαικής τέχνης. Και όλα αυτά με ένα μισθό. Αδικία! Σύντομα, πήρα δυσμενή μετάθεση στις αποτριχώσεις γλουτών. Εκεί όμως, αναγνωρίστηκα και με το παραπάνω.

Τα έργα μου, από μαλλιαροί, λεροί πυγοκαμβάδες, γίνονταν γυαλιστερές κατακόκκινες, μπιμπικιασμένες πεδιάδες και πού και πού έβλεπες καμμιά τουφίτσα ανέμελα να κυματίζει σε σχήμα τόξου. Οι επίδοξοι εραστές, τον δρόμο δεν θα τον έχαναν. Είχα τιγκάρει στα πεντοχίλιαρα. Τέτοιες χορηγίες, δεν είχα ξαναπάρει. Μια φορά, ένας καλός πελάτης (ιπτάμενος φροντιστής – τα πλήρωνε όλα η εταιρεία του), μου ΄χωσε στο τσεπάκι τέσσερα πεντοχίλιαρα. Εγώ, έκανα την δύσκολη, «μα δεν πρέπει, δεν είναι σωστό». Ο Γιαννάκης, έσκυψε στ΄αφτί και μου ψιθύρισε : « Είσαι ο Πικάσο του κώλου μου».

Το έργο μου πάραυτα, δεν σώζεται.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, SILLY | 12 σχόλια »