X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Οκτώβριος 25th, 2005

ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΟΤΕ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 25, 2005

Το μεγάλο σαλόνι ήταν πλημμυρισμένο με παιδιά από τεσσάρων ως δεκαέξι. Στην αριστερή γωνία, μια πελώρια κουζίνα με πάσο και μικρά παιδιά μαγείρευαν, έπλεναν, γελούσαν. Άλλα κάθονταν στον τεράστιο καναπέ και έβλεπαν τηλεόραση, άλλα στην τραπεζαρία και συζητούσαν, άλλα έκαναν κωλοτούμπες και έπαιζαν παιχνίδια στην παχιά μοκέτα. Πού και πού, κάποιο μικρούλι μόνο του, σε μια γωνία κοίταζε επίμονα τον τοίχο, άλλο έκλαιγε σιγά, άλλο καθόταν μόνο του κάτω από κάποιο τραπέζι. Αλλά έπρεπε να προσπαθήσεις πολύ για να τα δεις.

Μπήκαμε και οι τρεις διστακτικοί με τρεις σακούλες δώρα. Καθίσαμε στην μικρή τραπεζαρία και προσπαθούσαμε αμήχανοι να κάνουμε την πρώτη επαφή. Η μεγάλη κυρία, έκλεισε την τηλεόραση και φώναξε δυνατά στα παιδιά τα ονόματά μας και μας σύστησε ως «εθελοντές». Ένα, ένα ήρθαν τριγύρω και μας κοιτούσαν. Το πιο μικρό, σαν πιθηκάκι, έδωσε ένα σάλτο και ήρθε στην αγκαλιά μου. Τα χέρια του γατζώθηκαν απ΄τα μαλλιά μου και μου ψιθύρισε στ΄αφτί «εθελοντή, μόνο για μένα δεν είναι τα δώρα;»

Σε δευτερόλεπτα οι τσάντες είχαν ανοιχτεί και όλα τα αντικείμενα είχαν παραταχθεί στο τραπέζι. Η μοιρασιά, γινόταν από την μεγάλη κυρία, που τόνιζε πως δεν ανήκει τίποτε σε κανέναν και πόσο σημαντικό είναι να μοιραζόμαστε. Σκατά! Εγώ δεν θα ΄θελα να μοιραστώ τίποτε, θα τα ήθελα όλα δικά μου. Σύντομα, άρχισαν οι καυγάδες, μέχρι που επενέβη πάλι η γυναίκα και τους τα πήρε όλα και τα ΄κρυψε. Τα παιδιά, άρχισαν τις ερωτήσεις, μου άνοιξαν την τσάντα, έπαιξαν με το κινητό μου, διάβασαν την ατζέντα μου, μας έφτιαξαν καφέ. Τα πιο μικρά, μοιράστηκαν σε τριάδες και χώθηκαν στις αγκαλιές μας. Τα μεγαλύτερα αγόρια, μας έδειχναν ακροβατικά στην μοκέτα.

Είχε περάσει ένας μήνας και ήξερα όλα τους τα ονόματα και πολλές λεπτομέρειες απ΄την μικρή τους ζωή. Ζωή, που ούτε στα εξήντα μου δεν θα ΄χω ζήσει. Ζωή που δεν πρέπει κανείς να ζει. Το μικρό κοριτσάκι, το βρήκαν στα φανάρια. Είχε μείνει δύο χρόνια σε ορφανοτροφείο και σε κάθε σκανταλιά, έπρεπε να παραμείνει γονατιστό σε μία σκάφη με χαλίκια. Το έσκασε ένα βράδι και ζούσε απ΄τα φανάρια. Τώρα φαίνεται ευτυχισμένο. Τα δάχτυλα των χεριών του, είναι παραμορφωμένα και χωρίς νύχια, δεν τόλμησα να ρωτήσω. Τα εφτά αδέλφια της, ήταν κι αυτά εκεί και οι γονείς τους στην φυλακή.

Πήγε μια μέρα την μικρή, μια φίλη μου να της ψωνίσει παιχνίδια και μετά στο κομμωτήριο. Η κομμώτρια, χωρίς να ξέρει, μετά τις γλύκες, την ρώτησε αν η φίλη μου είναι μαμά της. Το πιτσιρίκι την αποστόμωσε : « Όχι, δεν είναι μαμά μου, αυτή είναι καλή».

Κάθε φορά που πήγαινα, προσπαθούσα να μην κλάψω, να μην φανεί η θλίψη μου. Κάθε φορά, καινούργιες αγκαλιές, τα μπράτσα μου πονούσαν, η καρδιά μου το ίδιο. Όποτε δεν πήγαινα, μου τηλεφωνούσαν όλα μαζί και με ρωτούσαν τί κάνω, αν είμαι καλά. Μετά από καιρό, χαθήκαμε. Τα βλέπω καμμιά φορά στην τηλεόραση, όταν πηγαίνουν να ζητιανέψουν αγάπη και πόρους για το «σπίτι» τους. Μου λείπουν όλα τους πολύ, αλλά δεν πρέπει να ξαναπάω. Η κοινωνική λειτουργός, μας είπε πως είναι σκληρό για τα παιδιά να γνωρίζουν ανθρώπους, να τους συμπαθούν και μετά να τους αποχωρίζονται. Δέχονται εθελοντές που θα είναι έστω και σε αραιά διαστήματα, δίπλα στα παιδιά. Δεν τολμώ να τα ξαναβάλω στην διαδικασία.

Όποτε χτυπάει το τηλέφωνο και είναι τα μικρά, για να με καλέσουν σε κάποια εκδήλωση, σε κάποιο πάρτυ, όλα λυγίζουν. Η καμαρωτή κορμοστασιά μου, η αψεγάδιαστη ζωή μου, τα ευτυχισμένα παιδικά μου χρόνια, τα αντικείμενα που με περιτριγυρίζουν. Είναι δύσκολο μετά να τα επαναφέρω, είναι ακατόρθωτο να βρω τη δύναμη να τα θεωρήσω ξανά σημαντικά.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 14 σχόλια »