ΟΧΙ, ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΩ ΛΗΓΜΕΝΑ
Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 21, 2005
(…απλά έφτιαξα έναν ιό που δεν προσβάλλει υπολογιστές, αλλά τους μαλάκες που τους φτιάχνουν – οι υπόλοιποι ΜΗΝ το διαβάσετε)
Μιά φορά κι έναν καιρό, ένα ζευγάρι μέσα σ΄ένα παραμύθι, βρήκε ένα κοριτσάκι χωμένο με τον κώλο, σ΄ένα λάχανο στον κήπο. Επειδή δεν είχαν παιδάκια, αποφάσισαν να το κρατήσουν και το έντυναν πάντα στα λαχανί. Το αγαπούσαν πολύ και κάθε μέρα το έστελναν στο δάσος, για να πάει πρέζα στην γιαγιά. Το κοριτσάκι έπαιρνε το καλαθάκι του και προχωρούσε στο δάσος τραγουδώντας και μαζεύοντας μπιφτέκια. Ο αλήτης, ο γάτος με τα παπούτσια, πάντα καραδοκούσε μπας και βουτήξει την μικρή, αλλά ο γουρούνης με τα τρία γουρουνάκια, την προστάτευαν.
Πηγαίνοντας μια φορά στο σπιτάκι της γιαγιάς, το κοριτσάκι χάθηκε. Βολόδερνε από ΄δω, βολόδερνε από ΄κει και βρέθηκε ξάφνου σε ένα μικρό μικρό σπιτάκι, ίσα που χώραγε να μπει. Παντού όλα, ήταν ανά οχτάδες. Οχτώ κρεβατάκια, οχτώ σερβίτσια στο τραπέζι, οχτώ κομπινεζά. Στο τσουκάλι υπήρχε μπόλικο ζεστό μπριάμ, οπότε η μικρή, αφού πείναγε σαν λύκος, το βούτηξε και το τρέλλανε στις παπάρες. Αμέσως μετά, άραξε τουμπανιασμένη σε ένα κρεβατάκι και ξεράθηκε.
Όταν ξύπνησε, από πάνω της στέκονταν οι οχτώ πεινασμένοι νοικοκυραίοι του σπιτιού. Ο Πινόκιο, ο Τζακ, η Φασολιά, η Στρουμφίτα, ο Μπάμπης (ο Σουγιάς), η ΣταχτοΜπούτα, η Χιονάτη και η Καρλότα. Την βούτηξαν απ΄το λαιμό και την πίεσαν να τα ξεράσει όλα. Τους είπε ότι χάθηκε πηγαίνοντας στην κωλόγρια και για να τους ξεπληρώσει την μάσα, αποφάσισαν να την κάνουν δουλάρα. Η ζωή της από τότε έγινε μαύρη. Έπλενε, σιδέρωνε, μπάλωνε, μαγείρευε και τους καθόταν κιόλας.
Βασιλόπουλο σ΄αυτό το παραμύθι, δεν υπήρχε εύκαιρο, γιατί στο τελευταίο δημοψήφισμα, τον έστειλαν στην χώρα του Ποτέ. Η κακιά μάγισσα με το μήλο, άνοιξε φραντσάιζ με μηλόπιττες και η νεραιδονονά κλέφτηκε με τον Μαύρο Πιτ. Σκούρα τα πράγματα. Έπρεπε να βρει κάποιον να την σώσει, να την καταραστεί, κάτι τέλος να γίνει, για να βγει απ΄αυτή την άδικη ζωή. Μία μέρα που όλοι είχαν γυρίσματα στα παραμύθια τους, ο Μπάμπης ντέρμπυ και η Καρλότα εγχείρηση παραμονής φύλου, βούτηξε λίγο φαί και αποφάσισε να δραπετεύσει.
Είχε πια νυχτώσει και ήταν μόνη σε ένα σκοτεινό δάσος με μοναδικά υπάρχοντα, λίγο φαγητό και έναν γυάλινο δονητή που της άρεσε πολύ, όταν τον βρήκε κρυμμένο στο συρτάρι της ΣταχτοΜπούτας. Κατάκοπη, κάθισε για λίγο κάτω από μια αγριομπιφτεκιά για να ξαποστάσει και να αναλογιστεί το υπόλοιπο της πορείας της. To χέρι της, χάιδεψε τον γυάλινο δονητή στην τσέπη και αποφάσισε να τον περιεργαστεί, μέχρι να ξημερώσει. Τον κράτησε με τα δυό χέρια και αποπειράθηκε να τελειοποιήσει την τεχνική «το βαθύ λαρύγγι», όταν στην τρίτη γλυψιά, ο τόπος γέμισε καπνούς και πετάχτηκε από μέσα ένα φοβερό πλάσμα. «Με λένε Πουτζίνι» της φώναξε, «και έχεις μόνο μία ευχή». Το καπνισμένο τέρας είχε κατατρομάξει την μικρή, που παρά τον φόβο της, άρχισε να αναλογίζεται τί να ζητήσει.
<> Ήθελε το παραμύθι της, να είναι το καλύτερο, αλλά δεν ήθελε να τελειώσει με το σιχαμερό «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Ήθελε να ζήσει αυτή «καλύτερα» και χέστηκε για το «εμείς». Το Πουτζίνι την κοίταγε εξαγριωμένο και η μικρή δεν έλεγε να αποφασίσει.Πέρασε καμμιά ώρα, ώσπου η σιωπή έσπασε με μια ανατριχιαστική κραυγή : «Γκαγκάααααν…τέλος χρόνου. Για τιμωρία, θα γίνεις πουτάνα στο Άμστερνταμ», ούρλιαξε το τέρας. Με ένα φύσημα λοιπόν, εξαφάνισε την μικρή και από τότε το Άμστερνταμ έχει γεμίσει πουτάνες.
<>Και έζησε αυτή σκατά κι εμείς χειρότερα.
<>Υ.Γ.1 : Ελπίζω να σας γάμησα τον παιδικό σας κόσμο.
<>Υ.Γ.2 : Όλοι οι υπόλοιποι που το διαβάσατε, χαλαρώστε. Το Άμστερνταμ δεν έχει πουτάνες.
Δημοσιεύθηκε στο INTERNET, SILLY | 24 σχόλια »





