X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Οκτώβριος 20th, 2005

FRIENDS

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 20, 2005

Όταν για μια εποχή στην ζωή μου, τα πράγματα ήταν λιγουλάκι πιο ανθρώπινα, το σπίτι μου κάθε βράδι, είχε πολύ κόσμο. Διασκορπισμένοι, άλλοι στο γραφείο, άλλοι στο σαλόνι, άλλοι στο τραπέζι της τραπεζαρίας για επιτραπέζια παιχνίδια. Καμμιά δεκαριά φιλαράκια. Τα Σαββατοκύριακα ένιωθα σαν να ζούσα σε παιδική χαρά. Τότε ήταν, που μαζεύονταν όλοι και πολλές φορές ξεπερνούσαμε τους είκοσι. Βάζαμε όλοι μαζί λεφτά και αγοράζαμε καινούργια επιτραπέζια, μαγειρεύαμε εναλλάξ και νοικιάζαμε του κόσμου τις κασέτες.

Με την συγκεκριμένη παρέα δεν υπήρχαν διαφωνίες ως προς τα γούστα. Αν διαλέγανε μια ταινία που άρεσε μόνο σε έναν-δυό, οι υπόλοιποι το ρίχναμε στην πλάκα μέχρι να τους πείσουμε ότι η ταινία είναι σούπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «where is my car dude». Όσπριο στο σπίτι, δεν υπήρχε ποτέ. Ειδικά την εποχή που είχαμε κολλήσει με την πόκα. Τα λεφτά της μονόπολης δεν μας έφταναν ποτέ και τα συμπληρώναμε με φακές και φασόλια. Επειδή οι περισσότεροι ήταν άντρες και ανύπαντροι, όποτε έφτανε καινούργια κοπελιά στην παρέα, τους παραχωρούσαμε το μικρό δωμάτιο ή στρωματσάδα στο σαλόνι, μαζί με όσους άλλους έμεναν μακριά. Επειδή οι περισσότερες κοπέλες ήταν στο ίδιο μήκος κύματος, πολλές φορές ξυπνάγαμε πρωί πρωί και τα λέγαμε με τις ώρες.

Όλη μου η παρέα ήξερε πότε έκανα σεξ. Ήταν οι μόνες νύχτες που το σπίτι ήταν “closed till further notice”. Είχε φροντίσει ο άντρας μου να τους ειδοποιήσει, για να μην έχουμε απρόοπτα. Μια φορά τον άκουσα να λέει στο τηλέφωνο: «μάγκες, άμα γουστάρετε να έρθετε, εμείς πάμε και σε ξενοδοχείο, αλλά εγώ σήμερα θα γαμήσω». Τα τηλέφωνα εκείνα τα βράδια σταματούσαν να χτυπούν και οι γείτονες επιτέλους έβρισκαν πάρκινγκ στο στενό και λίγη παραπάνω ησυχία. Την επόμενη, τα γουρούνια, ήθελαν και λεπτομέρειες ή μου ανέλυαν την δική τους τεχνική. Ήξερα όλα τους τα χούγια στο κρεβάτι και τί κάνει ή δεν κάνει η κάθε μια κοπέλα που είχαν. Ένας μάλιστα, είχε χωρίσει την κοπέλα του, γιατί την πρώτη φορά που της κατέβασε το βρακί, αντίκρυσε έναν θάμνο και ξενέρωσε. «Να ξυρίζεσαι», μου τόνισε. Θεέ μου, τί είχα ακούσει. Αλλά ήταν όλοι ερωτεύσιμοι και τους ήξερα από μωρά. Ήταν όλοι αδέλφια μου.

Όταν είχε ποδόσφαιρο ήταν η καλύτερή μου. Οι κοπελιές έμεναν σπίτι τους γιατί σπάνια άντεχαν τις γαιδουροφωνάρες και εγώ κλεινόμουν στο γραφείο και έπαιζα Zeus, Pharaoh, και ότι άλλο παιχνίδι είχα κόλλημα εκείνη την εποχή. Αν ο αγώνας πήγαινε κατά διαόλου, με έβαζαν για το γούρι να ξεματιάσω την ομάδα, ή με έστελναν στο σαλόνι και κάθονταν όλοι στο γραφείο, στην μικρή τηλεόραση, για να προκαλέσουν την τύχη τους. Όταν πήγαιναν γήπεδο, έκανα την κυρία. Μάσκες, αποτριχώσεις,πεντικιούρ και μετά έφτιαχνα ένα τσαι με κανελογαρύφαλλo και την άραζα στον καναπέ. Ακόμα όμως και εκείνες τις σπάνιες μέρες, το σπίτι, μου φαινόταν άδειο. Είχα συνηθίσει την παρέα και οι τέσσερις τοίχοι με έπνιγαν.

Τώρα πια, τα φιλαράκια μου, άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι έγιναν γονείς, άλλοι μετακόμισαν μακριά, άλλοι ζευγάρωσαν. Τους βλέπω πολύ σπάνια και όταν έρχονται όλοι μαζί, το μαγαζί γίνεται ένα μπουρδέλο. Ένα γλυκό, ανταριασμένο και φωνακλάδικο μπουρδέλο που μου λείπει πολύ. Τώρα κανείς δεν ξέρει πότε είμαι καλά, πότε όχι, πότε μου λείπουν, πότε κάνω σεξ.

Τα τελευταία δύο χρόνια, το σπίτι έχει ερημώσει. Εκεί που ήταν το σαλόνι, τώρα είναι αποθήκη με κούτες για το μαγαζί. Το γραφείο έγινε ένα τεράστιο βουνό από ασιδέρωτα ρούχα και η κουζίνα πια δεν χρησιμοποιείται. Τα λουλούδια μου στο μπαλκόνι χαρίστηκαν και τα πατζούρια είναι πάντα κλειστά. Το ίδιο και η ψυχή μου.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, MEMORIES | 25 σχόλια »