X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Οκτώβριος 19th, 2005

Ν

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 19, 2005

Όταν πρωτοπήρα το αυτοκινητάκι μου, το πρώτο αξεσουάρ που φρόντισα να του βάλω, ήταν καθρέφτη λεωφορείου στην μέση του παμπρίζ και φως στο τασάκι. Ήθελα να είμαι πρώτα απ΄όλα ασφαλής. Του έδωσα και όνομα: Tσίφτης. Τους πρώτους μήνες, σε κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν, είχα δίπλα το manual και ανάλογα το λαμπάκι που άναβε, διάβαζα τις οδηγίες.

Ο μπαμπάς μου, με είχε προειδοποιήσει ότι αν το λαμπάκι είναι κόκκινο, πάντα να σταματάω το αυτοκίνητο και να του τηλεφωνώ. Όταν άναβε το λαμπάκι της βενζίνης, παρότι κόκκινο, είχα πάρει το κολάι και δεν σταμάταγα (εκτός αν σταμάταγε μόνο του). Το βιβλιαράκι μου βέβαια, δεν περιείχε το σηματάκι του χειρόφρενου και υπήρχαν αρκετές φορές που τηλεφωνούσα στον μπαμπά, προσπαθώντας να περιγράψω το σήμα στο λαμπάκι και άλλες τόσες, που τον αγγάρευα να έρθει, μόνο και μόνο για να κατεβάσει το χειρόφρενο, μέχρι να μάθω να αναγνωρίζω το συγκεκριμένο σηματάκι. Τα λαμπάκια του μπαμπά μου, τις περισσότερες φορές ήταν πιο κόκκινα απ΄ αυτά του αυτοκινήτου, αλλά το συγκεκριμένο μοντέλο, δεν είχε manual.

Είχε φροντίσει να μου βάλει ένα τεράστιο Ν στο πίσω τζάμι και δεν μου επέτρεπε να το βγάλω, μέχρι την ημέρα που θα μάθαινα όλα τα λαμπάκια, που θα μάθαινα τα φώτα ομίχλης (άκου μαλακία που έβαλαν οι άνθρωποι – πιο χρήσιμα θα ήταν φώτα για να βγάζω τα φρύδια μου, αλλά πού να τους κόψει), που θα έβαζα μόνη μου βενζίνη, που θα ξεχώριζα το baby oil απ΄το καστορέλαιο (…της castrol).

Μου ψιλοάρεσε για να πω την αλήθεια, το Ν. Όλοι μου έδιναν προτεραιότητα, μου άλλαζαν λάστιχο τσάμπα, με πρόσεχαν σαν τα μάτια τους. Ακόμη και στο παρκάρισμα, έβγαζαν τα αυτοκίνητά τους για να ξεπαρκάρω. Ευγενικότατοι. Εκτός από έναν αγενέστατο κύριο, που μου άφησε ένα σημείωμα κάποιο βράδι πολύ υβριστικό. Δεν έβρισκα χώρο αρκετά μεγάλο για να παρκάρω και άφησα το αυτοκίνητο πάνω σε ένα μικρό βουναλάκι άμμου έξω από μια οικοδομή. Έκατσε ο τσίφτης στα μαλακά και πήγα το βράδι να τον πάρω. Υπήρχε λοιπόν ένα τεράστιο σημείωμα σαν ταμπέλα, που έλεγε «είσαι μαλάκας ΜΕΓΑΛΟΣ». Αν έγραφε μεγάλος μαλάκας, οκ. Αλλά μαλάκας ΜΕΓΑΛΟΣ και με κεφαλαία, έδειχνε αδικαιολόγητη εμπάθεια και ευτυχώς που δεν τον πέτυχα νωρίτερα.

Στα φανάρια, μόλις άναβε το πράσινο, όλοι μου κόρναραν ευγενικότατα για να μου θυμήσουν να ξεκινήσω. Και ευτυχώς που το έκαναν, γιατί έπρεπε να θυμηθώ τις κινήσεις μία μία, ή να ανοίξω τις σημειώσεις μου και να κολλήσω όπως πάντα, κάνα πεντάλεπτο (γύρω στα δύο φανάρια), στο τί είναι το αμπραγιάζ. Το μπέρδευα πάντα με το πορτμπαγκάζ και πάντα αναρρωτιώμουν τί στο διάολο σημειώσεις εκκίνησης ήταν, που περιελάμβαναν τον αποθηκευτικό χώρο. Μετά από μερικά ατυχή περιστατικά, το έγραψα «αριστερό πεντάλ» και άφησα τα γαλλικά για τους ειδήμονες.

Μου είχαν μείνει όμως απωθημένο οι ταξιτζήδες. Δεν είχαμε και τις καλύτερες των σχέσεων πριν γίνω οδηγός, οπότε είχα αποφασίσει να τους εκδικηθώ. Οι συγκεκριμένοι, άρχιζαν τα κορναρίσματα πολύ πριν γίνει πράσινο το φανάρι, βλέποντας τρομοκρατημένοι κατάφατσα το Ν μου. Το έπαιζα λοιπόν κι εγώ Ν. Έσβηνα τη μηχανή, έβγαινα απ΄το αμάξι μου τρομοκρατημένη και τους ζητούσα βοήθεια. Όσοι δεν το χάβανε, άνοιγα το πορτμπαγκάζ και τους κότσαρα το τριγωνάκι πάνω στην οροφή, κάνοντας παράλληλα τον τροχονόμο για να αλλάξουν λωρίδα. Στο επόμενο φανάρι, κόλλαγα από πίσω τους και τους τρέλλαινα στα κορναρίσματα. Η εκδίκηση.

Με τράκαραν τρεις φορές και δεν έφταιγα σε καμμία. Ο φαρνατζής, πρότεινε να μου βάλει γύρω γύρω στραντζαριστά. Δεν ήξερα καν τί ήταν και επειδή δεν μου αρέσουν τα φανταχτερά πράγματα, αρνήθηκα. Το επόμενο τρακάρισμα ήταν το χειρότερο. Συγκρούστηκαν δύο αυτοκίνητα στην απέναντι λωρίδα και ήρθαν οι δύο οι μαλάκες και έπεσαν πάνω μου. Ο τσίφτης μου, εκτός από μονόφθαλμος, ήθελε πλέον και σιδέρωμα. Μέχρι να βρω χρόνο, τον κυκλοφορούσα όπως ήταν. Τρομοκρατούσε τους πάντες ένα σαραβαλιασμένο αυτοκινητάκι με ένα τεράστιο Ν από πίσω. Εκεί, να δείτε μεταχείρηση. Βασίλισσα με είχαν. Τρία αυτοκίνητα χώρο μου έκαναν για να ξεπαρκάρω.

Αποφάσισα να πάω συνεργείο, όταν μια μέρα μου κόλλησε άσχημα από πίσω ένα παπί. Από αυτά με τις πρα-πρα εξατμίσεις που σου παίρνουν το κεφάλι. Ευγενικότατη πάντα με τα δίτροχα, έκανα στην άκρη να περάσει. Τίποτα. Το ζώον είχε κολλήσει πίσω μου και έκανε διαρκώς οχτάρια, όποτε πήγαινε να χωθεί. Μετά από πολλή ώρα, με προσπέρασε χαιρετώντας με, με το μεσσαίο δάχτυλο. Τί μαλάκας! Ενώ όμως είχε απομακρυνθεί, εγώ συνέχιζα να ακούω τον καταραμένο θόρυβο. Τα λαμπάκια ήταν όλα σβηστά, εκτός από το τασάκι. Στον μεγάλο καθρέφτη μου, δεν υπήρχε άλλο μηχανάκι από πίσω και σταμάτησα στην άκρη, για να δω τί συμβαίνει.

Είχε ξεκολλήσει γαμώτο το φανάρι και το ΄σουρνα σ΄όλο τον δρόμο. Ρόμπα. Πήρα ένα σελοτέιπ από ένα βιβλιοπωλείο, το κόλλησα όπως όπως και άντε πάλι στον μάστορα.Μετά από κάνα χρόνο και πολλά παρακάλια, ο μπαμπάς πείστηκε να βγάλουμε το Ν. Μου πήρε δώρο παπούτσια για οδήγηση που τα ΄χα σε ένα σακουλάκι κάτω απ΄το κάθισμα και καινούργιο καθρέφτη, πιο μεγάλο απ΄τον προηγούμενο.

Δυό τρία τρακαρίσματα μετά και πολλά πολλά φάσκελα, ξανάβαλα το Ν, από μόνη μου (για να λυθούν οι όποιες παρεξηγήσεις, πλήρωσα για το δίπλωμα μόνο την τέταρτη φορά).

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, SILLY | 20 σχόλια »

ΚΑΜΑΚΙ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 19, 2005

Το άθλημα αυτό, δεν το πολυσυμπαθώ. Μερικές φορές αναρρωτιέμαι γιατί τόσοι πολλοί επιδίδονται σ΄αυτό σαν μανιακοί. Πραγματικά, δεν έχω γνωρίσει καμμιά που να έχει υποκύψει σ΄αυτό, αν και πολλές φίλες μου κολακεύονται αρκετά απ΄την διαδικασία, αρκεί να μην είναι χυδαία και πιεστική. Καταλαβαίνω την ανάγκη για άντρες και γυναίκες να κοιτάξουν κάτι πολύ όμορφο και σε καμμία περίπτωση δεν το θεωρώ απιστία ή ότι άλλο τραβηγμένο για το οποίο κατηγορούνται, άδικα κυρίως, οι άντρες.

Ο πεινασμένος, φαίνεται όμως από μίλια μακριά. Δεν θα κοιτάξει μόνο, θα μιλήσει, αν μπορέσει θα αγγίξει και στην χειρότερη θα πει ότι μαλακία του έρθει στο μυαλό. Η διακριτικότητα δεν είναι το ατού του. Ελάτε για λίγο στην θέση μας. Κάθε γυναίκα, ανεξαρτήτου εμφάνισης, έχει βρεθεί σ΄αυτήν την δύσκολη θέση. Πιστέψτε με, το πατρικό μου ήταν κοντά σε γήπεδο και έχω ακούσει ότι μπορείτε να φανταστείτε. Αυτά τα περιστατικά, για καιρό είχαν καθορίσει το πώς θα ντυθώ, το πώς θα περπατήσω, από ποιούς δρόμους θα διαλέξω να πάω σπίτι.

Ήταν μια καθημερινή καταπίεση, γιατί οι τύποι που σύχναζαν στα γήπεδα (υπό την επήρρεια του όχλου), είχαν ξεφύγει από κάθε όριο. Μεμονωμένα, μπορεί να ήταν αρκετά συμπαθητικά παιδιά, αλλά σε μπουλούκια των είκοσι, μαινόμενοι ταύροι. Όλα άλλαξαν όταν πήρα αυτοκίνητο. Δεν είχα να ασχοληθώ με κανέναν καυλωμένο ταρίφα, κανέναν εφαψία στο λεωφορείο, κανέναν ανώμαλο που θα μου έκλεινε τον δρόμο με το αυτοκίνητό του, βγάζοντας σιχαμερά την γλώσσα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Γιατί πάρκινγκ δεν υπήρχε κοντά στην δουλειά μου και ούτως ή άλλως δεν μπορούσα να αποφύγω το περπάτημα.

Δεν έχω βρίσει κανέναν από δαύτους, αλλά πολλές φορές ένοιωθα έτοιμη για εμετό από αυτά που άκουγα. Άρχισα λοιπόν να προσπαθώ να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους κάποιος θα έκανε κάτι τόσο σιχαμερό. Προφίλ συγκεκριμένο δεν υπήρχε. Όλες οι ηλικίες, όλες οι φάτσες, απ΄όλα σχεδόν τα κοινωνικά στρώματα. Οι φίλες μου, αηδιασμένες και τσαντισμένες τις περισσότερες φορές, έφταναν στα άκρα. Από σφαλιάρες και τσαντιές, μέχρι μηνύσεις. Εγώ, απλά τους απέφευγα.

Μέχρι εκείνο το βράδι που γύριζα σπίτι απ΄την δουλειά και έπρεπε να περπατήσω κάνα δεκάλεπτο μέχρι το αυτοκίνητο. Φορούσα ένα σιχαμερό αλλά απαραίτητο ταγιεράκι για την δουλειά μου και τακούνια που δυσκόλευαν αρκετά το γρήγορο περπάτημα. Ήταν γύρω στις δέκα το βράδι και ο Πειραιάς ήταν σχεδόν άδειος, ειδικά στην ερημιά που είχα παρκάρει το αυτοκίνητο. Περπατώντας στο πεζοδρόμιο, απ΄την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν ένας ηλικιωμένος άντρας που μου γέλαγε πονηρά από μακριά. Έτρεμα, και πριν ακόμα πλησιάσει, έβαλα την τσάντα μου ακριβώς πάνω στον κώλο μου, για να προλάβω τα χειρότερα. Ο τύπος όσο πλησίαζε, ερχόταν ακριβώς κατά πάνω μου. Πήγαινα λίγο πιο δεξιά, το ίδιο και εκείνος. Πήγαινα πιο αριστερά, ο ανώμαλος το ίδιο. Ήμουν σίγουρη ότι αυτή τη φορά δεν θα γλίτωνα ούτε το χούφτωμα, ούτε το κλέψιμο και άρχισα να φοβάμαι τα χειρότερα. Τα μαγαζιά ήταν κλειστά, οι δρόμοι άδειοι και δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Θα πήγαινα σαν το σκυλί στ΄αμπέλι. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε το μικρό μου μυαλό των είκοσι χρόνων.

Καταπαγωμένη και μην μπορώντας να αντιδράσω ένιωσα τις ζεστές χερούκλες του στο πρόσωπό μου. Είχε πλησιάσει τόσο κοντά, με κοίταγε κατευθείαν στα μάτια και ήταν μια αναπνοή απ΄το να με φιλήσει. Είχα χεστεί επάνω μου, μέχρι που τον άκουσα να μου λέει «είσαι μια γλύκα» και ξαφνικά με άφησε σύξυλη στην μέση του δρόμου και έφυγε με ένα τεράστιο χαμόγελο.

Ήταν το πιο τρομακτικό και ταυτόχρονα το πιο όμορφο καμάκι, που μου έχουν κάνει ποτέ. Αυτά τα μάτια του γερούλη δεν θα τα ξεχάσω ποτέ, ούτε και την παγωμάρα μου για όση ώρα έμεινα ακίνητη, μέχρι να συνειδητοποιήσω τί είχε συμβεί.

Κύριοι που επιδίδεστε στο άθλημα, δεν ξέρω τί σας ωθεί να είστε τόσο γελοίοι και σιχαμεροί. Δεν μας αρέσουν οι κρεμασμένες παλόμενες γλώσσες, , δεν καυλώνουμε με το χούφτωμα, δεν θέλουμε να μάθουμε τί θα κάνετε στον πάτο μας. Τουλάχιστον, αν πρέπει να το κάνετε, μάθετε απ΄τους καλύτερους και κάντε το έτσι.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, MEMORIES | 22 σχόλια »