X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Οκτώβριος 13th, 2005

ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΕΣ VS ΠΟΙΗΤΕΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 13, 2005

Σκεπτικισμός είναι ο τρόπος σκέψης που έχει βάση την λογική. Που θα καταλήξει με ορθούς συλλογισμούς στο λογικό, στο γνωστό, στο προφανές. Δεν μπορείς να περιμένεις από έναν σκεπτικιστή να σου χαρίσει ένα τριαντάφυλλο, μπορείς όμως να περιμένεις να σου αναλύσει επακριβώς την χημεία του έρωτα. Μπορεί να σου μιλάει όλη μέρα για την σεροτονίνη, την τεστοστερόνη και τα οιστρογόνα και να μην δώσει δεκάρα για το βαθύ ντεκολτέ σου (άσχετα αν θα του τρέχουν τα σάλια, χωρίς να μπορεί να μαζέψει τις ορμόνες του).

Ποιητής, είναι αυτός που χωρίς εφαλτήριο την λογική, θα προσπαθήσει μόνο μέσα απ΄τα συναισθήματά του να εξηγήσει τον κόσμο. Στην κοσμάρα του δηλαδή. Θα σε πήξει στα τριαντάφυλλα και στα ηλιοβασιλέματα και θα αδιαφορήσει για τα πεζά της ζωής. Μπορεί το στομάχι σου να έχει φτάσει στην πλάτη από την πείνα, αλλά ένα βρωμιάρικο δεν θα στο προσφέρει. Θα προτιμήσει κεριά, ρομαντικά δείπνα και οτιδήποτε άλλο γαργαλάει την γλώσσα χωρίς να προφταίνει να φτάσει στο στομάχι.

Ας τα πάρουμε λοιπόν, να τα ανακατέψουμε λιγάκι. Ο σκεπτικιστής ποιητής, είναι ένας πεζός αιθεροβάμων. Εμένα δεν μου στέκει καθόλου ο συσχετισμός αλλά προσπαθώ να δω το αποτέλεσμα. Ας πούμε ότι το εν λόγω πειραματόζωο είναι μηχανικός, γιατί από κάπου πρέπει να έχει πάρει την γραμμή της ορθής σκέψης. Και ας υποθέσουμε ότι γεννήθηκε ρομαντικούλι, που ανά καιρούς του βγαίνει και προσπαθεί να το καλύψει με τη λογική.

Χρησιμοποιεί λοιπόν κάποιες φορές, ρομαντική γλώσσα για να περιγράψει πεζά καθημερινά πράγματα και κάποιες άλλες, κυνικό πεζό λόγο για να λύσει τα μυστήρια που τον συναρπάζουν. Θα σε απογειώσει : «να βουτήξεις σ’ αυτόν τον σαρκικό χείμαρρο και να παρασυρθείς, όλες τις έγνοιες ν’ αποθέσεις» και μετά θα σε αποτελειώσει με ένα : «και τώρα που το μέλλον βροντοφωνάζει παρών, η αυτού ταπεινότης μου σπεύδει να κρυφτεί πίσω από το πέπλο καφρίλας π’ ανέκαθεν την διέπει». Και θα γράψει την λέξη παρόν με ω, για ξεκάρφωμα και μετά θα στα χώσει γιατί δεν το είδες.

Είναι μια διχασμένη προσωπικότητα που η φύση τον έχει προικίσει με ρομαντισμό και εκείνος το τσεκουρώνει με σκεπτικισμό. Είναι ένας ιδεολόγος, ένας αθεράπευτος Δον Κιχώτης, που του αρέσουν τα βρωμιάρικα και οι γκόμενες.

Κύριε, πρέπει γρήγορα να κάνετε κάτι γι΄αυτό, για να χωρέσετε στα υπάρχοντα καλούπια μας. Πρέπει να σας εντάξουμε στο κουτάκι σας, για να μπορέσουμε να σας χώσουμε στο ανάλογο ράφι συμπεριφορών, στην βιβλιοθήκη των συμβιβασμένων, από εμάς τους βιβλιοθηκάριους των ενταγμένων ανθρώπων. Αλλιώς δεν θα λέγεστε άνθρωπος. Θα είστε ένας ανένταχτος, ένας απάλευτος, ένας επικίνδυνος.

Δημοσιεύθηκε στο METABLOGGING, SKEPTICISM N' SCIENCE | 12 σχόλια »

DE JA VU

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Οκτώβριος 13, 2005

Πρέπει να παραδεχτείτε ότι αυτό το φαινόμενο συμβαίνει στα γειτονικά μαγαζιά περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Εικόνες και πρόσωπα που τα βλέπουμε ξανά και ξανά, λέξεις συγκεκριμένες που θα ειπωθούν καθημερινά, φάτσες που σίγουρα τις έχουμε ξαναδεί. Σπάνια κάτι καινούργιο, κάτι πρωτότυπο, κάτι διαφορετικό. Καλά που υπάρχουν και τα πιτσιρίκια, που η ηλικία τους, δεν τους επιτρέπει να βαρεθούν και μας συμπαρασύρουν σε νέες σκέψεις, νέες λέξεις και καμμιά φορά και λίγα αληθινά χαμόγελα.

[Νοιώθω σαν σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, σαν ένας τοίχος, που πάνω του χτυπάνε τα μπαλλάκια, κάνουν γκελ και φεύγουν. Δεν περιμένεις τίποτε άλλο από ένα μπαλλάκι, ένα ηλεκτρονικό παιχνιδάκι. Θα έρθει, θα χτυπήσει, θα φύγει. Ο ήχος είναι συγκεκριμένος, ο χτύπος με την ίδια ένταση, το χρώμα το ίδιο].

Έχει όμως κι αυτό την χάρη του. Ο τρελλός της γειτονιάς, θα έρθει κάθε μέρα, θα με ρωτήσει την συγκεκριμένη ερώτηση «πού είναι ο άντρας σου;», θα πάρει την συγκεκριμένη απάντηση «στη δουλειά» και θα φύγει. Αν καμμιά φορά έχω κέφια, τον αποσυντονίζω τελείως. Του πετάω ένα «τον χώρισα» και όντας έτοιμος να φύγει, γυρνάει πίσω απορημένος και δεν φεύγει αν δεν πάρει την σωστή απάντηση. Έχει προγραμματίσει τον εγκέφαλό του, για συγκεκριμένες απαντήσεις. Απορώ γιατί τον λένε τρελλό, είναι ο πιο τακτικός εγκέφαλος της γειτονιάς. Θα περάσει απ΄έξω η γριούλα με το Αλζχάιμερ και θα μου κάνει την ίδια καθημερινή ερώτηση, που αλλάζει μόνο σε συνταρακτικά γεγονότα. Το τελευταίο συνταρακτικό γεγονός, στο οποίο έχει σταθεί η μνήμη της, ήταν που έκλεισα τον Αύγουστο για μια βδομάδα. Έπρεπε να βρει καινούργιο μαγαζί για να ψωνίσει και αυτό πρέπει να την ταλαιπώρησε αρκετά.

<> Θα περάσει λοιπόν, θα με δει και με ανακούφιση θα με ρωτήσει «Ανοίξατε; Μπράβο, καλό χειμώνα». Θα της πω καλό χειμώνα, θα πάρει γάλα και φρυγανιές και αφού με πληρώσει, θα σταθεί κάνα δεκάλεπτο να θυμηθεί αν με πλήρωσε. Πολλές φορές ξαναβγάζει το πορτοφόλι να με πληρώσει. Θα της πω «με πληρώσατε» και θα φύγει. Θα την προλάβω στην πόρτα, δίνοντάς της τα ψώνια που ξέχασε και θα ξαναμπεί μέσα να ξαναπληρώσει. Μπορεί μετά από λίγο να ξανάρθει να ψωνίσει τα ίδια πράγματα, αλλά θα της θυμίσω ότι τα αγόρασε και χαμογελαστή, θα μου πει «καλό χειμώνα» και θα φύγει.

<>Θα έρθει ο Άρης, θα διαλέξει το ζελεδάκι μπανάνα ή καρδιά, ενώ σχεδόν πάντα, θα μπερδευτεί και αντί να μου δώσει τα λεφτά, θα μου δώσει το ζελεδάκι. Αν έχω τα κέφια μου, θα το κάνω μια χαψιά και θα μείνει να με κοιτάει (το ΄χω ψιλοκόψει στα πολύ νιάνιαρα, γιατί βάζουν τα κλάμματα, νομίζοντας ότι δεν θα τους δώσω άλλο). Αν όχι, θα του το δώσω πίσω και θα του πάρω το νόμισμα των πέντε λεπτών.

<>Θα έρθει ο κυρ Σωκράτης, και σφυρίζοντας από μακριά, θα με προειδοποιήσει να του ετοιμάσω την εφημερίδα του. Σφυρίζοντας άλλο σκοπό, θα φύγει. Θα έρθει ο κυρ Μήτσος, αν καπνίζω θα το κρύψω (γιατί θα αλλάξει το πάτερν, σε κήρυγμα), θα μου βαρέσει τα ψιλά, λες και παίζει τάβλι, θα βουτήξει τα τσιγάρα και θα φύγει. Θα έρθει η γυναίκα του μετά από λίγο, θα βρίσει τον τσιγγούνη άντρα της που ποτέ δεν της παίρνει τσιγάρα, θα ανοίξει το πορτοφόλι και βρίζοντας θα ψάχνει κάνα δεκάλεπτο ψιλά μέχρι να συμπληρώσει τα 1,95 του άσσου και θα φύγει τσαντισμένη για το μαγαζί τους.

<>Θα έρθει η Έρη, θα μου ξεφωνίσει απ΄τον δρόμο «κακιασμένη τσιγάρα», θα βαστήξει την μέση της βογγώντας, γιατί πονάει απ΄το ράψιμο, θα μου γελάσει και θα φύγει. Θα έρθει ο άντρας της, θα μου πει «φως», θα του δώσω την εφημερίδα, θα αστειευτεί λέγοντας αμέσως μετά «νερό, τηλέφωνο», θα γελάσω ψεύτικα και θα φύγει ευχαριστημένος.

<>Θα μπορούσα να σας γράψω και τα εκατόν πενήντα περίπου, dejavu της μέρας μου, αλλά δεν θα σας κουράσω άλλο. Εκμεταλλεύομαι τα dejavu μου, ώστε να βρω ευκαιρία να ψαχουλέψω καλά το μυαλό μου. Αντιδρώ μηχανικά σε αυτά, σαν να παίζω ηλεκτρονικό παιχνίδι και παράλληλα σκέφτομαι, ταξιδεύω, γράφω. Ίσως τα dejavu μας, να μας βολεύουν λιγάκι, ώστε να βάλουμε σε τάξη τις σκέψεις μας, να θυμηθούμε, να χαρούμε.

<>Ίσως όλοι όσοι με βαλτώνουν κάθε μέρα, να μην είναι τόσο γκρίζοι μέσα τους. Ίσως και πίσω απ΄τα dejavu των άλλων, να κρύβονται όμορφα πράγματα, όμορφες σκέψεις, όμορφα ταξίδια…

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, PHILOSOPHY | 20 σχόλια »