Ήταν βράδι, γύρω στις 9,30 και μετά το σχόλασμα συνήθως ήμουν στην κολλητή μου, παρέα με το βαλιτσάκι μου, της ριζικής αποτρίχωσης. Πήγαινα δυό φορές την εβδομάδα και είχα σκοπό να της καθαρίσω το πρόσωπο από τις τρίχες. Είχαμε δώσει ονόματα στην κάθεμιά, γιατί τις παλεύαμε πάνω από δύο χρόνια. Η πιο επίμονη τρίχα που δεν έλεγε να εξαφανιστεί ήταν ο Μήτσος. Η άσπρη τρίχα μέσα σ΄ένα λακάκι. Τουλάχιστον μιά φορά την εβδομάδα, έσκαγε μύτη ο Μήτσος και ήθελε τρία τέσσερα χτυπήματα με την βελόνα για να βγει. Η φίλη μου πόναγε πολύ και όπως πάντα, συζητούσαμε τα γκομενιακά μας, για να ξεχαστεί. Άλλωστε δουλεύαμε τόσο πολύ, που αυτές ήταν οι μόνες ώρες που μπορούσαμε να τα πούμε μόνες.
Η ώρα της αποτρίχωσης, ήταν ιερή. Κλεινόμασταν στο δωμάτιό της και κανείς δεν μας ενοχλούσε. Εκτός απ΄τη θεία. Η θεία, ήταν μια γριούλα γεροντοκόρη απ΄το νησί και όποτε ερχόταν επίσκεψη (μιά φορά τον χρόνο), ξεσκιζόταν στην πολυλογία. Η φίλη μου, προσπαθούσε να την αποφύγει αλλά αδύνατον. Μέχρι να ετοιμάσω το βαλιτσάκι, η θεία κάτι της ψιθύρισε και έφυγε. Πέφτει κάτω η φίλη μου απ΄τα γέλια. –Ρε συ, ξέρεις τί μου είπε; «καλή η φιλενάδα σου, αλλά ας φάει τίποτε, αυτό το αγόρι της τί στο διάολο πιάνει». Το μυαλό της θειάς είχε κολλήσει στο σεξ απ΄την χρόνια αγαμία.
Η συγκεκριμένη μέρα ήταν όλο απρόσμενες διακοπές. Έτυχε να περάσει όλη η οικογένεια απ΄το δωμάτιο του μαρτυρίου. Ήταν η ώρα που σχόλαγαν όλοι και άρχισε να δημιουργείται συνωστισμός. Δεν έχω ξανασυναντήσει πιο όμορφη και ευτυχισμένη οικογένεια. Ο μικρός αφού μας χαιρέτησε, πήγε στο δικό του δωμάτιο και έβαλε δυνατά λαικοκαψουροτράγουδα. Είχε πρωτοερωτευτεί το Λιτσάκι τότε και είναι ακόμη μαζί. Τους βγάλαμε και όνομα. Τα φασολάκια. Η μαμά της, ήρθε να μου πει κρυφά από την κόρη της, που πήγε τουαλέττα, συμβουλές για να μην με κερατώνουν οι άντρες. «Ξεζούμιζέ τον. Να μην έχει κουράγιο να προχωρήσει. Έτσι έκανα κι εγώ, και δεν γύρναγε να δει ούτε την Μπριζίτ Μπαρντό». Ο μεγάλος της αδελφός, μουτζούρης απ΄το συνεργείο, ήρθε να κανονίσουμε για έξοδο με το αίσθημά του.
Κάποια στιγμή, γυρίσαμε στην μαρτυρική αποτρίχωση. Ήταν σίγουρο ότι δεν θα είχαμε άλλες διακοπές. Έπρεπε να ξεμπερδεύουμε πριν έρθουν κι άλλοι. Ο μόνος που δεν με είχε πάρει χαμπάρι, ήταν ο πατέρας της. Κάπνιζα τότε davidoff και όποτε με πετύχαινε μου ΄κανε τράκα. Του άρεσαν τα τσιγάρα μου, αλλά δεν μπορούσε να τα ζητήσει στον περιπτερά. Μέχρι λεφτά μου ΄χε δώσει μια φορά για να του τ΄αγοράσω. Φοβερός άνθρωπος και πολύ ντροπαλός. Κοκκίνιζε ολόκληρος όποτε μου ζήταγε τράκα. Η φίλη μου τον κορόιδευε και προσπαθούσε να του μάθει να λέει Davidoff.
Κάποια στιγμή, η αποτρίχωση έφτανε στο τέλος, είχαμε αναλύσει τα πάντα και πλέον το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από τις βελονιές ρεύματος, μιας ολόκληρης ώρας. Είχαμε σταματήσει να μιλάμε, άλλωστε ο πόνος δεν την άφηνε να σχολιάσει και δεν μπορούσα να της πω κάτι αστείο, γιατί η αποτρίχωση δεν άφηνε περιθώριο για μορφασμούς.
Την σιωπή, την έσπασαν τέσσερις απανωτές κλανιές. Η φίλη μου έλιωσε στο γέλιο. Αυτό ήταν το καλησπέρα του πατέρα της, κάθε βράδι στην οικογένεια. Μιά για τον καθένα. Αλλά δεν ήξερε ότι ήμουν κι εγώ εκεί. Η φίλη μου, ξαφνικά τον έκραξε : «Μπαμπά, πες καλησπέρα και στην Ντίνα, μόνο πρόσεχε μην την χέσεις ». Έκανα να τον ξαναδώ κάνα μήνα. Άφηνα κάθε φορά, κάνα δυο τσιγάρα στην κολλητή μου να του τα δώσει γιατί εκείνος κλεινόταν στην κρεβατοκάμαρα μέχρι να φύγω.
Τώρα είναι παππούς. Δεν με ξανάκλασε από τότε.