X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Σεπτέμβριος 22nd, 2005

ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Σεπτέμβριος 22, 2005

Η ζωή μου, μέχρι τα δεκαεφτά εκτυλισσόταν κυρίως μέσα στο δωμάτιο που συγκατοικούσα μαζί με την μεγαλύτερη αδελφή μου και τον μικρότερο αδελφό μου. Είχαμε μοιράσει τις ντουλάπες έτσι, ώστε μετά βίας να χωρούν τα απαραίτητα και διαβάζαμε εναλλάξ στο μικρό γραφειάκι με την βιβλιοθήκη. Το δικό μου αγαπημένο μέρος για διάβασμα, ήταν πάνω στον θερμοσυσσωρευτή. Έβαζα ένα μαξιλάρι και καθόμουν μέχρι να καεί ο κώλος μου. Άλλωστε ποτέ δεν διάβαζα ιδιαίτερα πολύ, είχα αρκετά εύφλεκτο κώλο. Το ΄χα για μεγάλη αγγαρεία.

Τα κρεβάτια μας ήταν λίγο περίεργα. Στο διώροφο κοιμόμουν εγώ κάτω, ο μικρός πάνω και σε ένα συρταρωτό κάτω απ΄το δικό μου η μεγάλη μου αδελφή. Το συρταρωτό ήταν το μεγαλύτερο μανίκι απ΄όλα. Έπρεπε η ταλαίπωρη να το ανοίγει κάθε βράδι και να το κλείνει κάθε πρωί, γιατί δεν υπήρχε χώρος ούτε για βήμα. Αλλά της έτυχε ο κλήρος γιατί ήταν η μεγαλύτερη. Ωστόσο, τα μοιράζαμε όλα εξίσου. Μέχρι και τους τοίχους είχαμε μοιράσει. Ο δικός μου τοίχος, ήταν το κομμάτι ανάμεσα στο δικό μου κρεββάτι και του μικρού. Καμμιά φορά κρέμαγα ένα σεντόνι και το έκανα ιδιωτική σπηλιά.

Εξέχουσα θέση, στις αφίσες μου, ο Ρομπ Λόου και αδιαμφισβήτητα ο Πάτρικ Σουέζ. Στις εννιά κάθε βράδι έπρεπε να είμαστε απαραιτήτως ξαπλωμένοι όλοι. Δεν χώραγε δεύτερη κουβέντα.Δεν υπήρχε νυστάζω ή δεν νυστάζω. Το δυσκολότερο, ήταν να κάνουμε ζάφτι τον μικρό. Πολλές φορές έπρεπε συνεχώς να κλωτσάω το πάνω κρεβάτι, κάτι σαν νανούρισμα, μέχρι να κουραστεί και να κοιμηθεί. Αν ήθελε να του διαβάσω παραμύθι, τα πράγματα ήταν πολύ σκούρα.

Συνήθως η αδελφή μου ήταν πολύ κουρασμένη απ΄το διάβασμα και ήθελε όλα τα φώτα κλειστά και απόλυτη ησυχία. Τότε ήταν που μας έπιανε η μεγάλη μαλακία. Γέλια, τριξίματα στους σουμιέδες και ότι άλλη μαλακία μπορείτε να φανταστείτε, την κάναμε. Λέγαμε ανέκδοτα, μέχρι να την κάνουμε λιγάκι να σκάσει το χείλι της. Προσπαθούσε να το κρύψει, αλλά μόνο τότε εμείς ευχαριστημένοι που πετύχαμε τέτοιο κατόρθωμα κοιμόμασταν.

Το χειρότερο όλων ήταν η πρωινή έγερση. Ή μάλλον το χειρότερο της αδελφής μου. Αν τύχαινε και ο μικρός ξύπναγε νωρίτερα, της έκανε το χειρότερο ξύπνημα που υπάρχει. Στεκόταν στο σιδερένιο κάγκελο του πάνω κρεβατιού και προσποιούμενος τον Ταρζάν με την χαρακτηριστική κραυγή, έπεφτε πάνω της, τόσο αριστοτεχνικά σαν αγκαλίτσα. Που καθόλου αγκαλίτσα δεν ήταν στην τελική.

<>Για την αδελφή μου, το να έχεις δέκα χρόνων διαφορά με τον μικρό σου αδελφό, ήταν πάντα μαρτύριο. Ήταν γροθιά στο στομάχι της σοβαροφάνειας που έπρεπε να έχει μία αριστούχος απόφοιτη Λυκείου. Για μένα είχε πολλή πλάκα να είμαι πάντα η μεσσαία. Εμείς, τα μεσσαία αδέλφια, είμαστε κάτι σαν παρατηρητές. Όλα συμβαίνουν στα πρώτα και στα τελευταία παιδιά. Εμείς είμαστε οι κωλοσούρτες. Άντε το πολύ οι διαμεσολαβητές.Ακόμα και στη σχέση των γονιών με τα υπόλοιπα αδέλφια. Γαμάτο είναι. Είχα στάνταρ πολύ περισσότερες ελευθερίες απ΄την αδελφή μου και συμμετείχα στην ανατροφή του μικρού. Δεν χρειαζόταν να είμαι τέλεια μαθήτρια , γιατί έφταναν οι βαθμοί της αδελφής μου και για μένα και για άλλα δέκα παιδιά.

<>Στο σχολείο, όταν άκουγαν οι καθηγητές το επίθετό μου, δεν χρειαζόταν ποτέ να με εξετάσουν. Είχα πάντα, ειδικά στην χημεία και τα αρχαία, ένα ολοστρόγγυλο είκοσι (εκτός από την φορά που με έπιασαν με σκονάκι), μόνο και μόνο για το επίθετό μου. Στις πανελλήνιες βέβαια, κατέρρευσαν όλα, αλλά δεν ήταν τόσο τεράστιο γεγονός γιατί είχε ξανασυμβεί. Ως προς τον μικρό, ήμουν πάντα η μεγαλύτερη αδελφή, αλλά όχι τόσο μακριά του όσο η αδελφή μου. Είχα ίσες αποστάσεις και από τους δύο, πράγμα που μου έδινε το δικαίωμα να λέω γνώμη και να επεμβαίνω όπου και όπως γουστάρω.

<>Οι γονείς μου, ακόμη θεωρούν ότι ήμουν το πιο ξεκούραστο παιδί τους. Έτσι νοιώθω κι εγώ. Δεν με κούρασαν ιδιαίτερα, ήταν αρκετά ξεκούραστοι γονείς.

<>Τα αδέλφια μου, προφανώς έχουν διαφορετική γνώμη.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 7 σχόλια »

Η ΠΑΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΟΥ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Σεπτέμβριος 22, 2005

Κάθε βράδι όταν πήγαινα Δευτέρα και Τρίτη Λυκείου, είχα φροντιστήριο. Τουλάχιστον, έτσι νόμιζαν οι γονείς μου. Η αλήθεια, ήταν ότι κάθε Τετάρτη απόγευμα από τις πέντε μέχρι τις εννιά, ήμουν ελεύθερη. Το θεωρούσα φοβερά μεγάλη ευκαιρία για να βγω με το αμόρε και να κάνω ότι θέλω. Συνήθως πηγαίναμε για καφεδάκι ή στα ουφάδικα. Εκεί, μας περίμεναν όλοι οι υπόλοιποι συμμαθητές κι όλα τα παράνομα ζευγαράκια του σχολείου.

Ήταν απ΄τις πιο ξένοιαστες βόλτες που έκανα, διότι όταν έβγαινα «επίσημα» τα πράγματα ήταν σκούρα. Και αυτό, συνέβαινε εξαιρετικά σπάνια. Έπρεπε να δώσω αναφορά πού θα πάω, με ποιόν και τί ώρα θα γυρίσω. Έπρεπε να καταφέρω να μην έχω ενοχές, να μην με πάρει κανένα μάτι έξω απ΄το φτηνό ξενοδοχείο και να γυρίσω ακριβώς την ώρα που έπρεπε.

Η μαμά πάντα μου τόνιζε : «δέκα παρά ένα λεπτό, όχι δέκα και ένα». Στις «επίσημες» βόλτες, μου τύχαιναν τα πιο κουφά περιστατικά. Το χειρότερο, είχε τύχει όταν είχαμε καλέσει ραδιοταξί να με πάει σπίτι απ΄το ξενοδοχείο που ήταν πια το στέκι μας. Περιμένοντας στο άβολο σαλονάκι, κάτω απ΄τα επικριτικά (τουλάχιστον έτσι νόμιζ&alpha ;) βλέματα της ηλικιωμένης καθαρίστριας, φτάνει το ταξί και βγαίνουμε σχεδόν τρέχοντας, να μας πάει σπίτι.

Ο οδηγός ήταν πρώην συνάδελφος του μπαμπά. Μεγάλη ξεφτίλα. Ήμουν σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, πίσω απ΄τα μαλλιά μου και για ξεκάρφωμα, του είπαμε να μας αφήσει πολύ μακριά. Χρειάστηκε να περπατήσουμε κάνα μισάωρο με υπερτεράστιες ενοχές και φόβους. Ο πατέρας μου, ήταν ανέκαθεν «πίσω» απ΄τα γεγονότα. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι ουσιαστικά μπροστά και πίσω απ΄τα γεγονότα ήταν πάντα η μητέρα μου, χρησιμοποιώντας τον σαν κολώνα φόβου, σαν αόρατο μπαμπούλα. Αυτό, με μπέρδευε μικρότερη.

Δεν μπορούσα να τον καταλάβω καθόλου. Μόνο διέταζε μέσω της μαμάς, έβαζε κανόνες, κινητοποιούσε το όποιο φιλότιμο και μπροστά μας ήταν ο πιο γλυκός και αγαπησιάρης άνθρωπος του κόσμου. Ο μπαμπάς στο σπίτι τότε, ήταν το παιχνίδι μας. Τα πράγματα άρχισαν να ξεδιαλύνονται όταν ένα βράδι Τετάρτης, έτσι στα ξεκάρφωτα, ήρθε να με πάρει απ΄το φροντιστήριο. Που φυσικά δεν ήμουν εκεί και που φυσικά τον ενημέρωσαν ότι ποτέ Τετάρτες δεν είχα μάθημα.

Ευχαρίστησε τους καθηγητές, τους ζήτησε συγνώμη γιατί μάλλον θα είχε μπερδευτεί, όπως τους είπε, και ήρθε σπίτι. Δεν ανέφερε ποτέ το περιστατικό και συνέχισε να μου φέρεται όπως πριν. Η μάνα μου πλέον, την είχε βαμμένη και το ΄ξερε. Την τσιγάρισα για όλο το υπόλοιπο της εφηβείας μου. Μετά από χρόνια, όταν της θύμιζα παρόμοια περιστατικά, γέλαγε σαν μωρό που είχε κάνει σκανταλιά.

Μου άρεσε όμως ο τρόπος που το ΄χε φέρει. Ίσως αν δεν είχα όλους αυτούς τους περιορισμούς, να μην γνώριζα τους γονείς μου καθόλου, να γινόμουν τελείως διαφορετική.

Ίσως να μην καταλάβαινα τόσο καλά τις φοβίες τους, τα άγχη τους, την παιδικότητά τους.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 9 σχόλια »