X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Αύγουστος 24th, 2005

ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΚΟΥΚΛΕΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 24, 2005

Το κουρτινόξυλο ήταν πάντα πολύ ψηλά. Τόσο ψηλά, κανονισμένο να μην το φτάνουν κοριτσάκια μιά σπιθαμή. Εκεί είχαν στήσει όλες μου τις κούκλες, με τα μακριά φορέματα. Αριστερά, η αραπίνα με χρυσούς χαλκάδες και σοκολατένια μαλλιά. Η κινέζα, η ξανθούλα, ο μπέμπης.

Οι κούκλες μου, ήταν αλλιώς φτιαγμένες από τις σημερινές. Ήταν κοντές και πολύ στρουμπουλές. Είχαν κοντό λαιμό και ψεύτικες δίπλες στα μπούτια. Τα γυάλινα μάτια τους ανοιγόκλειναν και δεν είχαν ίχνος βλεφάρου, ούτε κραγιόν. Τα χέρια και τα πόδια ήταν ακίνητα και το φόρεμά τους μόνο ένα. Όπως τις αγόραζες, έτσι ακριβώς έμεναν. Δεν είχες γκαρνταρόμπα, δεν είχες φτιασίδια. Έπρεπε να σου αρκούν. Μου τις έστηναν στο κουρτινόξυλο και διάλεγα κάθε μέρα, με ποιά θα παίξω. Ποτέ με όλες μαζί. Θα ήταν υπερβολή.

Τις γραπώνανε με το μακρύ ξύλο προσεκτικά και μου τις έριχναν στην αγκαλιά μου. Υπέροχο συναίσθημα. Αλλά άντε να αποφασίσεις ποιά θα διαλέξεις. Με κοιτούσαν όλες από πάνω ικετευτικά, αλλά εγώ θα διάλεγα μόνο μία. Προσεκτικά, θα την έβαζα στο κρεβάτι, θα την τάιζα, θα της μίλαγα, θα την έγδυνα, θα της μιλούσα. Όταν είχα φίλες σπίτι, ήταν το καλύτερο.

Κατεβάζαμε όσες κούκλες αντιστοιχούσαν σε κάθεμιά από μας. Και τότε, τους μπερδεύαμε τα ρούχα, παίζαμε πιο σύνθετα παιχνίδια. Κι αυτές οι στρουμπουλές κούκλες, όλα τα ανέχονταν. Η αραπίνα έδινε τους χαλκάδες στον μπέμπη και η κινέζα την ομπρέλλα της στην ξανθούλα.

Μια μπάρμπι, ποτέ δεν θα καθόταν στο κουρτινόξυλο. Θα έπεφτε αμέσως κάτω από την χαραμάδα και θα γινόταν χίλια κομμάτια.

Μια μπάρμπι, δεν θα μπορούσε να αλλάξει τα μικροσκοπικά ρούχα της με τις άλλες, ούτε θα μπορούσα να την ταίσω. Άλλωστε δεν πρέπει να τρώει ποτέ. Ο μπέμπης θα ένοιωθε πολύ μόνος, γιατί οι μπάρμπι μιλάνε μόνο στους Κεν. Και οι Κεν είναι τόσο όμορφοι, που δεν θα γύριζαν ποτέ να κοιτάξουν στρουμπουλές κούκλες χωρίς βλέφαρα.

Άλλωστε αν είχα Μπάρμπι και Κεν, δεν θα έπρεπε να έχω άλλες κούκλες. Θα έπρεπε να τις πετάξω και να παίζω κάθε μέρα μόνο μαζί τους. Οι φίλες μου, θα έπρεπε να φέρουν τις δικές τους μπάρμπι και δεν θα ΄χε γούστο να ΄ναι όλες ίδιες. Και θα έπρεπε να τους αγοράζω καινούργια ρούχα, καινούργιο νυφικό, καινούργιο σπίτι. Κι αν δεν μπορούσα; Τότε θα είχα δύο δυστυχισμένες κούκλες με το μισό νοικοκυριό τους. Και ίσως και ΄γω να ήμουν δυστυχισμένη γιατί θα ήταν λιγότερο μοδάτες από των φίλων μου.

Οι στρουμπουλές κούκλες, χωρίς ρούχα, χωρίς βλέφαρα, με τις δίπλες στα μπούτια ήταν πιο κοντά μου. Ήταν φίλες μου.

Τα γυάλινα μάτια τους, ήταν ένας μεγάλος καθρέφτης στην ψυχή μου. Τα ζωγραφιστά μάτια με τα μεγάλα βλέφαρα των μπάρμπι, δεν θα έλαμπαν τόσο. Δεν θα είχαν αντανάκλαση. Κι αν είχαν, θα μου έδειχναν τί δεν είμαι, τί δεν έχω και πόσο δυστυχισμένη θα γίνω αν δεν τους μοιάσω.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 15 σχόλια »

Η ΠΩΛΗΤΡΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΕΒΟΝΤΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 24, 2005

Σε περίοδο αφραγκίας, και αφού είχα απολυθεί μαζί με άλλα 250 άτομα εν μία νυκτί, από λογιστήριο τηλεοπτικού σταθμού, δέχτηκα την πρόταση ενός πρώην συνεργάτη να αναλάβω το ταμείο, πολύ χάι ρουχάδικου στο Κολωνάκι. Πέρασα από συνέντευξη και αφού είχα, όσο να πεις, οικειότητα με σελέμπριτις και τα απαιτούμενα προσόντα, με χώσανε πρώτη μούρη στο ταμείο.

Παιχνιδάκι μου φαινόταν, αν συγκρίνεις με τα ταμεία και τα χαρτοφυλάκια του σταθμού και ήμουν μες την τρελλή χαρά. Απ΄έξω από το μαγαζί, παρέλαση. Ότι κουλό δεν είχα δει μέχρι τότε, το είδα στο Κολωνάκι. Αλλά έπρεπε να μην γελάω. Και έπρεπε να έχω και ύφος. Έβαλα τα τακούνια μου, το μαύρο παντελόνι και το άσπρο πουκάμισο που επέβαλλε το μαγαζί και πήγα να κάνω την ταμία. Πρώτη μέρα στη δουλειά, εμφανίζεται η Μαρίκα ευτυχώς χωρίς τον Κώστα της. Όχι, πείτε μου για την τύχη μου. Λέω, δε μπορεί να παίζει και εδώ γκαντεμιά, θα το παλέψω. Και μου σκάει δεύτερη πελάτισσα η Δάφνη, ευτυχώς χωρίς τον Κώστα της.

Επέμενα να το παλέψω. Πάντα θεωρούσα παιχνιδάκι, ότι δεν είχε να κάνει με πώληση παροχής υπηρεσιών και νόμιζα θα τα βγάλω πέρα. Το πρώτο βράδι, πήγα στο σπίτι με κλάμματα. Οι πατούσες μου, πόναγαν λες και τις είχες βαρέσει με σανίδες. Μεγάλη μαλακία η ορθοστασία. Σιγά σιγά άρχιζα να συνηθίζω, αφού πρώτα χαμήλωσα τα τακούνια μου κάνα πεντάποντο.

Η δουλειά απίστευτη. Έπρεπε να στέλνω ρούχα με κούριερ ή σωφέρ στα σπίτια κυριών με ένα σωρό χαρτούρα λογιστική, να διαλέξουν και μετά καινούργια χαρτούρα γι΄αυτά που αγόρασαν. Αν από αυτά τα ρούχα έφευγε καμμιά κλωστή, το ρούχο καταστρεφόταν και το κόστος ήταν πολλά εκατομμύρια. Πεντακόσια ριζόχαρτα τύλιγμα έκανα γύρω από κάθε ρούχο.

Ένα από τα καλά, ήταν ότι είδα πρώτη φορά χειροποίητο κουστούμι. Το έπιαναν όλοι σαν θησαυρό. Κάθε ραφή ήταν ραμμένη στο χέρι και ήταν όλες συμμετρικότατες και ολόισιες. Ήταν η πρώτη φορά που δικαιολόγησα τα εκατομμύρια που κόστιζε, μόνο και μόνο για τον κόπο του μάγκα που το έραψε.

Έπρεπε να κάνω ζάφτι πολιτικούς , το σόι τους, τις κόρες τους, τους γκόμενούς τους, και όλους με την ίδια πιστωτική, στα κρυφά. Και όλοι γιατί ένιωθαν «down». Έπρεπε να τα βγάλω πέρα με τον κύριο πολιτικό, που όποτε τον δω φουντώνω, γιατί ήρθε να αλλάξει φτηνιάρικο πουκάμισο που του ΄καναν δώρο, με πανάκριβο και θεωρούσε πως ΕΚΕΙΝΟΣ δεν έπρεπε να πληρώσει. Και θεωρούσε πως έπρεπε να το ξέρω. Έπρεπε να ηρεμήσω μιά κοσμικιά δυστυχισμένη, που για να πάνε κάτω τα φαρμάκια, κλαίγοντας, έδωσε δέκα μύρια για φόρεμα και πλήρωσε με πιστωτική προέδρου ποδοσφαιρικής ομάδας.

Το αφεντικό, ερχόταν σπάνια μου έλεγαν, οπότε στα κλεφτά πήγαινα και καθόμουν στο σκαμπό, όταν δεν είχε δουλειά. Αλλά οποία τύχη. Σκάει απ΄έξω η αμαξάρα και νάτος ο παππούς αφεντικός. Έρχεται και μου στήνεται στην γωνία του ταμείου. Παίρνει και το σκαμπώ και με στέλνει να του φτιάξω εσπρέσο. Δεν το ΄λεγε στο βιογραφικό μου, αλλά μάλλον ο παππούς δεν το ΄χε δει. Σκατά τα ΄κανα. Έριξα τον καφέ στην μηχανή, εκεί που βάζουν το νερό. Στο χωριό μου πάντως, εσπρέσο δεν είχα. Ευτυχώς ένας άλλος πωλητής που δεν ήταν τόσο ψηλομύτης, ήρθε και βοήθησε. Με κατασυμπάθησε ο παππούς. Μούρλια ο καφές.

Το ΄κανε στέκι και μου μπαστακωνότανε κάθε πρωί να του φτιάξω καφέ. Αλλά κατά πως φάνηκε ήθελε κι άλλα ο παππούς. Ψοφάγανε όλες στα γέλια από τα υπονοούμενα και τα ναζάκια του παππού.

Η υπεύθυνη, μου έλεγε να κάνω υπομονή. Εγώ, να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ένα πρωί, (εννοείται υπό το βλέμα του αφεντικού), με ρώτησε μια πελάτισα για κάτι παπούτσια. Άσχετη εγώ από μάρκες, ρώταγα δεξιά αριστερά μήπως τα ΄χουμε. Έφαγα ολόκληρο κήρυγμα μετά. Μία γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της, πρέπει να έχει φορέσει «φεραγάμο», τουλάχιστον μία φορά στην ζωή της, συμβούλευε τ΄αφεντικό. Ναι ρε, όταν με γέννησε η μάνα μου έννοια τό ΄χε, να προλάβει να μου βάλει φεραγάμο, μη και δε με σεβαστώ γαμώ το κέρατό μου γαμώ.

Έμεινα ένα μήνα εκεί, γιατί ευτυχώς με ξαναπροσέλαβαν στο λογιστήριο του σταθμού μέχρι να γίνει εκκαθάριση. Από τότε, τις έχω κατασυμπαθήσει τις πωλήτριες. Ειδικά αυτές που δουλεύουν στο Κολωνάκι και δεν γελάνε. Ειδικά αυτές που φτιάχνουν εσπρέσσο στους παππούδες αφεντικούς και ανέχονται γύφτους πολιτικούς. Ειδικά αυτές που δεν έχουν φορέσει φεραγάμο και δεν σέβονται τον εαυτό τους.

Οι παππούδες αφεντικοί, ας βάλουν σαγιονάρες και ας πάψουν να σέβονται τόσο πολύ τον εαυτό τους.

Ας σεβαστούνε και μια φορά τις υπαλλήλους τους.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, PHILOSOPHY | 4 σχόλια »

ΤΟ ΔΡΟΜΑΚΙ ΜΟΥ.

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 24, 2005

Υπάρχει ένα πολύ μικρό δρομάκι κρυμμένο στην Αθήνα. Μου πήρε μια ζωή να το ανακαλύψω, αλλά τα κατάφερα. Είναι πολύ μικρό, εικοσιέξι βήματα όλα κι όλα, που τα μετράω κάθε φορά, αλλά είναι το πιο σημαντικό δρομάκι που έχω βαδίσει στην ζωή μου.

Και το ΄χω διαβεί καμμιά εκατοστή φορές. Όλες μοναδικές. Οι περισσότερες με κλάμματα, αλλά οι πιό σημαντικές, με ένα χαμόγελο ως τα αφτιά. Μου έχει προσφέρει τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στην ζωή μου, αλλά και τις μεγαλύτερες δυστυχίες. Κάποτε θα παρακαλούσα να μην το ξαναδώ, αλλά τώρα, κάμποσο καιρό μετά την τελευταία φορά, μου λείπει.

Μου έχει προκαλέσει φόβο, τεράστιο φόβο, αγωνία, δέος. Μου έχει δώσει τις μεγαλύτερες ελπίδες της ζωής μου και μου τις έχει πάρει πίσω στον γυρισμό. Θέλω να το ξαναδιαβώ, αλλά να μην γυρίσω ξανά πίσω μόνη μου. Όταν γίνει αυτό, αν γίνει, θα είμαι ο πιό ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη.

Άλλωστε τί παραπάνω θα μπορούσε να ζητήσει κανείς από ένα δρομάκι εικοσιέξι βήματα, όλα κι όλα…

Δημοσιεύθηκε στο LIFE | 10 σχόλια »