ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΠΑΝΤΟΥΦΛΑ ΜΟΥ….
Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 12, 2005
Όταν το βαφτιστήρι μου ήταν γύρω στα τρία- τέσσερα, είπαμε να πάμε γυναικοπαρέα τριήμερο στο νησί της κουμπάρας μου. Οι άντρες μας δουλεύανε και έτσι τρεις γυναίκες, εγώ, η κολλητή μου και η κουμπάρα μου ξεκινήσαμε για την εκδρομή. Θα μέναμε στης γιαγιάς της Μαρινιώς , θα της πασάραμε το δισέγγονο και θα αλωνίζαμε στο νησί. Παράδεισος.
Η γιαγιά η Μαρινιώ παρόλη την ηλικία της, μισή μερίδα, με την μαύρη ρόμπα, τον κότσο, ήταν αρκετά μαμούνι, ώστε να κυνηγάει με τη σκούπα τουρίστριες ημίγυμνες, έξω από την αυλή της, φωνάζοντας όλη νύχτα «ξεβράκωτεεεεες».
Μεγάλη φάση η γιαγιά. Αρκεί να πήγαινες με τα νερά της και να πείναγες διαρκώς. Φτάσαμε στο νησί, κουβαλήσαμε τα μπαγκάζια και φτάσαμε στης γιαγιάς. Σαν τρελλή έκανε. Βούτηξε το μωρό και μας έστειλε στο δωμάτιο να σιαχτούμε όπως είπε, γιατί πρέπει να είμασταν πολύ χάλια. Χαρά εμείς, θα είχαμε δυόμισι μέρες αραλίκι και βόλτες. Αμ δε. Η γιαγιά τον άντεξε καμμιά ώρα και πολύ ήταν .
Ο μικρός δεν ήταν ακριβώς ζωηρός, ήταν ο διάολος μεταμορφωμένος. Όταν τελικά τον βάλαμε για ύπνο κατά τις δώδεκα την νύχτα, δεν είχαμε κουράγιο για βόλτες και πέσαμε ξερές, με την προυπόθεση ότι την επόμενη μέρα θα τον κοιμίζαμε νωρίτερα. Το πρωί, μετά το τεράστιο τραπέζωμα της γιαγιάς, βουτήξαμε τον μικρό και όλα τα μπιχλιμπίδια του και πήγαμε στην κοντινότερη παραλία. Μαρτυρήσαμε.
Ο μικρός έπιασε φιλίες με όλη την πλαζ και αλώνιζε διαρκώς. Ήμασταν μονίμως στο πόδι και κάναμε μπάνιο μία μία εναλλάξ. Στην ταβέρνα, το ίδιο. Στην καφετέρια, το ίδιο. Λιώμα τελείως, είπαμε να πάμε για ύπνο. Αδύνατον. Ο μικρός δεν κοιμόταν με τίποτε. Την βγάλαμε στην αυλή με τρεις φραπέδες, γιατί είχαμε γίνει ζόμπι από την κούραση. Αυτό ήταν. Δεν θα προσπαθούσαμε να τον κοιμήσουμε μπας και νύσταζε νωρίτερα το βράδι. Και μετά θα σιαχνόμασταν και θα γυρνάγαμε σε όλο το νησί που δεν το ΄χαμε δει ούτε σε φωτογραφία μέχρι τότε.
Πήγε έντεκα τη νύχτα και ο μικρός κοιμήθηκε. Περπατώντας στις μύτες των ποδιών τον αφήσαμε στο δωμάτιο της γιαγιάς και πήγαμε στο δικό μας να ετοιμαστούμε. Καμμία δεν είχε κουράγιο για βόλτα, αλλά καμμία δεν το έλεγε. Ξαπλώνει η κουμπάρα μου στο κρεβάτι, και καλά να κάνουμε εμείς πρώτες μπάνιο. Κάθεται η κολλητή μου στο δίπλα κρεβάτι, και καλά να πάω εγώ πρώτη. Την είχα δει την δουλειά. Με το που θα έμπαινα στο μπάνιο, θα τις είχε πάρει ο ύπνος.
Έκατσα κι εγώ λοιπόν στο δικό μου και τους είπα πως δεν τρέχει τίποτε αν μείνουμε μέσα. Μπορούμε τουλάχιστον να τα πούμε λιγάκι και μετά να κοιμηθούμε. Μαλακίες. Μόνη μου μίλαγα. Οι άλλες δεν είχαν κουράγιο ούτε να κουνήσουν τα κεφάλια. Μόνο κάνα ναι και κάνα όχι λέγανε και αυτό αραιά. Η κουμπάρα μου κάπνιζε και κοίταγε το ταβάνι. Η κολλητή μου, είχε κλείσει τα μάτια της.
-Ξύπνα ρε, μιλάω.
-Ξύπνια είμαι ρε…απλά σκέφτομαι.
Και τότε συμβαίνει το μοναδικό περιστατικό, που περιγράφει άψογα τί σημαίνει να είσαι ΚΟΜΜΑΤΙΑ! Σε μιά στιγμή παίρνει η κουμπάρα μου την παντόφλα και αρχίζει να βαράει το πάτωμα. Σαν ελατήρια πεταχτήκαμε και εγώ και η κολλητή μου πάνω στα κρεβάτια.
-Τί έγινε ρε; ΚΑΤΣΑΡΙΔΑΑΑΑ;
-Όχι ρε, ηρεμήστε, γόπα.
Το κοπρόσκυλο, ούτε τασάκι δεν είχε φέρει.
Υ.Γ. Παίρνω την παντόφλα μου, την κούρασή μου, και πάω στο κρεβάτι μου. Από αύριο το πρωί και για λίγες μερούλες, θα κοιμάμαι, θα τρώω και θα βαράω γόπες. Άντε, αν μου λείψετε επικίνδυνα, μπορεί να πάω σε κάνα νετ καφέ και να σας το γράψω.
Αυτά, αν δεν είμαι τόσο γκαντέμα (σαν μερικούς μερικού&sigmaf
και δεν κάνει τίποτε περίεργο ο Μπιν στο σπίτι μου ;-).
Ένα πολύ πολύ γλυκό φιλάκι σε όλους.
ΥΠΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!
Δημοσιεύθηκε στο LIFE, MEMORIES | 5 σχόλια »





