X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Αύγουστος 9th, 2005

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΠΟΙΑ ΣΧΟΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΚΡΥΜΜΕΝΑ…

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 9, 2005

Κωσταντίνα, κάποτε υπήρξε ένας τέτοιος πιτσιρικάς και στη δική μου ζωή. Δεν ήταν απ' το Ιράκ, αλλά ελληνόπουλο. Δε το έλεγαν Σάκη, το έλεγαν Μπάμπη. Όσο είχε καλοκαιρία, ο Μπάμπης γύρναγε μονίμως μ' ένα ξεχαρβαλιασμένο ποδήλατο κάνοντας βόλτες σε δρόμους κεντρικούς γεμάτους κίνηση, κι εμένα η ψυχή μου πήγαινε στην Κούλουρη.

Το χειμώνα έμπαινε στα λεωφορεία της γραμμής κι οι οδηγοί τον είχαν πια μάθει και τον πήγαιναν βόλτες πάνω κάτω. Δεν έχω ιδέα αν οι γονείς του το ήθελαν ή όχι. Ξέρω όμως πως για δυο χρονιές ο μικρός ήταν η μόνιμη έγνοια μου όσο ήμουν στο Λύκειο. Ευτυχώς πάντα πέρναγε απο κει και πάντα είχα να του δώσω κάποιο κέρασμα, ανάλογα με την εποχή. Κάποια στιγμή τον κατάφερα και τον πήγα στις κούνιες.

Δεν ήθελε να παίξει. Τον τρόμαζαν τ' άλλα παιδιά. Ήταν με παλιά ρούχα και ψιλοβρώμικος και τα υπόλοιπα τον κορόιδευαν, εκείνος θύμωνε και έκρυβε το δάκρυ πίσω απ' τα μάτια. Περιμέναμε παράμερα, εγώ καθισμένη στο παγκάκι κι εκείνος να κόβει βόλτες πέρα δώθε, κλοτσώντας με τη μύτη του ξηλωμένου παπουτσιού του το γρασίδι. Όταν έπεσε το βράδυ και τα παιδάκια είχαν αραιώσει, τον πήρα και τον έπεισα να κάνουμε μαζί κούνια. Δεν είχε κάνει ξανά.

Κάθισα στην κούνια, τον πήρα αγκαλιά και κουνιόμασταν, μέχρι που τον μικρό τον πήρε ο ύπνος. Τότε μ' έπιασε πανικός. Ήμουν έφηβη μ' ένα παιδάκι περίπου εφτά χρόνων που έμοιαζε μονάχα πέντε στην αγκαλιά που κοιμόταν…τί να έκανα; Τον ξύπνησα μαλακά και του είπα πως έπρεπε να φύγω. Τον ρωτούσα να μου πει που θα παει, αν είχε σπίτι, μαμά, μπαμπά, γονείς. Δεν έλεγε τίποτα. Με κοίταζε μονάχα.

Κάποια στιγμή γυρνάει και μου λεει, Θα με φέρεις κι αύριο το βράδυ εδώ; Θα σε φέρω του απαντώ. Αυτό ήταν. Όλο εκείνο το καλοκαίρι, που μας έχανες που μας έβρισκες, με τον Μπάμπη στις κούνιες. Κάποια μέρα, πέρασε ένα άλλο πιτσιρίκι, κάπως μεγαλύτερο απο τον μικρό προστατευόμενό μου. Κάτι τον ρώτησε, κι ο Μπάμπης γύρισε και με ύφος του είπε: Αυτή είναι η αδελφή μου ρε! Την επόμενη χρονιά τον έχασα. Έκτοτε δεν τον ξανάδα. Πολλά χρόνια μετά, είδα ένα παλικάρι εισπράκτορα στα υπεραστικά λεωφορεία. Ήταν ο Μπάμπης. Ντράπηκα να παω να του μιλήσω.

Στο τέλος της διαδρομής, καθώς κατέβαινα, τον ρώτησα αν τον λέγανε Μπάμπη. Εκείνος με κοίταξε για λίγο (τα μάτια του ήταν ακόμα ίδια), και μου είπε απλά, Κάποτε με φωνάζανε έτσι. Κι έπειτα έσκυψε το κεφάλι. Δεν ρώτησα τίποτα άλλο. Του γέλασα κι έφυγα. Καμιά φορά, όντως, υπάρχει ελπίδα.”

Τύπε Νυχτερινέ, σ΄ευχαριστώ.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, METABLOGGING | 2 σχόλια »

BLUE JEAN

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 9, 2005

Η εκδήλωση της Γ΄ Γυμνασίου, είχε αποφασιστεί. Οικονομικά, δεν μας έπαιρνε να πάμε στην Crystal Palace στο Πασαλιμάνι, γιατί το five laser show, έτσουζε. Αποφασίσαμε για Αυτοκίνηση. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινα σε εκδήλωση του σχολείου μετά τις δώδεκα και από ντίσκο της εποχής, ήξερα μόνο την Serenate και την Boom Boom. Πάντα φυσικά, με την συνοδεία της αδελφής μου, μετά του - γαμπρού – γκόμενου – αραβωνιαστικού της, ότι υπήρχε τέλος πάντων εύκαιρο. Πάντως όχι μόνη μου. Μετά από ολόκληρη μέρα ψάξιμο, βρήκα ένα σουέντ μαύρο κουστουμάκι (μπουφανάκι – φουστάκ&iota ;) με κρόσια στο πλάι. Πολύ ιν τα κρόσια τότε.

Αυτό, βέβαια δεν το γνώριζε το χάμστερ μου. Στην κάψα μου πάνω, να τα δοκιμάζω ξανά και ξανά, πέταξα το μπουφανάκι πάνω στο κλουβί του και το βρήκα ένα λεπτό μετά, με μία τρύπα σαν φιλιστρίνι. Πολύ μαλάκας ο πόντικας, αλλά άντε να βρεις το δίκιο σου. Άλλο που δεν θα ήθελε και η μάνα μου, να βρει δικαιολογία να τον σουτάρει, οπότε έκανα τουμπεκί και βολεύτηκα με το φουστάκι.

Η μεγάλη ώρα έφτασε. Ήταν από τις ντίσκο που δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, μάλλον αποπνικτική, αλλά όλα τα φιλαράκια εκεί. Και κάποια φλερτάκια. Το μόνο που έμενε, ήταν να κάνω πασαρέλα μέχρι το μπαρ να παραγγείλω ποτό και να γυρίσω στο καναπεδάκι μου, μαζεύοντας τα δίχτυα της ψαριάς μου. Αλλά έφαγα χοντρό κόλλημα. Δεν είχα ξαναπαραγγείλει ποτό και δεν ήξερα τί θα μπορούσε να εντυπωσιάσει τους «άβγαλτους» συμμαθητές μου, ώστε να ξεχωρίσω. Το ουίσκι απλά ήταν αηδία. Κάνω νόημα στον έτσι της αδελφής μου και πλησιάζει.

-Ρε συ, τί να πιώ;

-Απ΄ όλα έχει.

-Το ξέρω βρε βλάκα, αλλά δεν ξέρω πώς τα λένε.

-A, παράγγειλε ένα blue jean.

-Είναι καλό; Μην με βαρέσει…

-Όχι, είναι γαμάτο και ελαφρύ για γυναίκες.

Και ξεκινάω η δικιά σου, την πασαρέλα μέσα από τα καναπεδάκια, μέχρι το μπαρ. Σκύβω στον μπάρμαν και του λέω με σιγουριά «ένα blue jean». Πονηρό χαμόγελο ο μπάρμαν και νάτη η μπλε ποτάρα σε ψηλό ποτήρι και κερασάκι. Χαρούμενη, λες και η ήμουν η πριγκίπησσα Ντι, με αργά βήματα πίσω, προσπαθώντας να ισσοροπήσω πρώτη φορά στα τακούνια και να φαίνεται όμως και η ποτάρα. Το σκηνικό άρχισε, όταν ξεκίνησα να πίνω.

Η αλήθεια, ήταν φοβερό ποτό, και δεν βάραγε καθόλου. Έπινα τεράστιες γουλιές και καθώς δεν κάπνιζα, το βρήκα παιχνίδι. Σε λίγο, ξαναπήγα για ποτό. Αυτή τη φορά ο μπάρμαν, ψιλογέλασε. Μάλλον με γουστάρει σκέφτηκα, αλλά ήταν πολύ μεγάλος. Τον άφησα να καίγεται και προχώρησα προς τους υπόλοιπους συμμαθητές, δίπλα στην πίστα. Κανένα γουρούνι δεν μου ζήτησε να χορέψουμε και όλες οι ζηλιάρες όλο ψουψου ήταν μεταξύ τους και μετά χαζογελούσαν.

Κάτι για πούτσες μπλε,έλεγαν. Εμ, βέβαια δεν ήξεραν ότι ξέρω να περπατάω με τακούνια και το σημαντικότερο ότι ξέρω να πίνω γαμάτα ποτά. Χέστηκα. Τις άφησα στην ζήλια τους και πήγα να κάτσω στο καναπεδάκι μου. Αλλά δεν το ΄χα σχεδιάσει ακριβώς έτσι. Έπρεπε όλη νύχτα να χορεύω, να φλερτάρω, να διασκεδάζω.

Μαλακία οι ντίσκο, μαλάκες και οι συμμαθητές, ηλίθια και η αδελφή μου που νύσταζε. Κι αυτές οι σιχαμένες, ακόμα με συζητούσαν και γελούσαν. Μάτι θα είναι, σκέφτηκα. Φτύστηκα και πήγα τουαλέττα. Και τότε ξαναφτύστηκα στ΄αλήθεια. Το κακό μάτι μου είχε βάψει τα δόντα, τη γλώσσα και τα χείλια μπλε. Πούτσες μπλε, ηλίθιες…

Έβγαλα τις τακουνάρες και έτρεξα στο καναπεδάκι της αδελφής μου. Χωρίς να ανοίξω το φωσφορούχο στόμα μου, της είπα να ξεκουμπιστούμε και κρύβοντας τη μούρη μου, έφυγα. Δεν ξανάπια blue jean.

Μετά από λίγο καιρό με καλέσαν οι κότες, στο πάρτι τους. Ήταν καιρός να πάρω εκδίκηση. Πήγα μετά χαράς. Τους πήρα δύο μπουκάλια blue curacao. Χώθηκα στην κουζίνα, έβαλα σε μικρά ποτηράκια σφηνάκια και τις κέρασα όλες.

Ήμουν πλέον ο Δρακουμέλ σ΄ένα πάρτι με στρουμφίτες.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES | 8 σχόλια »