X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Αύγουστος 5th, 2005

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΜΑΣ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 5, 2005

Έξω από το μαγαζί μου, στο καράσχετο έστησε ένας Πακιστανός αυτοσχέδιο πάγκο. Πουλάει μπιζού, αναπτήρες, στυλό, μπιχλιμπίδια. Ότι κι εγώ δηλαδή. Ρε το σκουλήκι που ήρθε να μου φάει τους πελάτες. Ρε τους βρωμιάρηδες που μας τρώνε το ψωμί μας και δεν πληρώνουν τέλη, τέβε, αρχίδια, μύδια. Ίσως θα έπρεπε να του πω να τα μαζέψει και να πάει αλλού, ή ακόμα και να φωνάξω τους μπάτσους.

Το ξανασκέφτηκα. Τα άλλα μαγαζιά, ήδη άρχισαν τις φωνές. Προσπάθησα να διαγνώσω το μέγεθος της πονηριάς του, που παρόλες τις αντίξοες συνθήκες ήρθε να μου κλέψει τους πελάτες. Προσπάθησα να βρω, τί είναι αυτό, που μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο, να στήσει πάγκο, σε έναν έρημο δρόμο, με καύσωνα και να στέκεται όρθιος χωρίς ένα ποτήρι νερό.

Συνειδητοποίησα το μέγεθος της εξαθλίωσης που έχει φτάσει. Βγες ρε ελληνάρα στον δρόμο, κάτσε στον καύσωνα και πούλα τσιμπιδάκια. Γιατί άλλα περιθώρια πέρα από τα τσιμπιδάκια, δεν έχουμε δώσει σε αυτόν τον άνθρωπο.

Οι γονείς μου, τα τελευταία δέκα χρόνια, εργάζονται σε λαικές αγορές στα προάστια της Αττικής. Πουλάνε καλλυντικά, κοκκαλάκια, μπιχλιμπίδια. Ξυπνούν από τις τέσσερις τα ξημερώματα και καταφέρνουν να φτάσουν σπίτι στις πέντε το απόγευμα. Είτε κάνει καύσωνα, είτε χιόνι. Τον χειμώνα φορούν μπότες του σκι για ζέστη και το καλοκαίρι κουβαλάνε κομμάτια πάγου για να έχουν παγωμένο νερό.

Τρελλαίνονται κάθε φορά που θα δουν έναν παράνομο να στήσει στην λαική. Θεωρούν, ότι τους κλέβουν τους πελάτες και σίγουρα έχουν δίκιο ότι είναι αδικία να μην πληρώνει και εκείνος, όλα αυτά τα εξωπραγματικά που καλούνται να πληρώσουν οι ίδιοι, για να έχουν το προνόμιο μιας θέσης σε λαική.

Αλλά δεν φταίει ο παράνομος, ούτε οι γονείς μου. Φταίει η νομοθεσία που δεν έχει προνοήσει ώστε να μην χρειάζεται να φτάνουμε σε τέτοιες καταστάσεις. Οι γονείς μου, χωρίς να το θέλουν έχουν γίνει ρατσιστές. Δεν μπορώ να τους αλλάξω μυαλά και σε τόση κούραση, πιστέψτε με είναι το τελευταίο που θα συζητήσω μαζί τους. Όταν έρχονται ερείπια από την δουλειά, με μηδενική είσπραξη και τρελλά χρέη, το τελευταίο που θέλουν, είναι ανάλυση για τον ρατσισμό.

Αλλά δεν σημαίνει πως ότι μαλακία κάνει το κράτος απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, μπορεί να με κάνει να τους μισήσω. Τουλάχιστον,σε προσωπικό επίπεδο και οι γονείς μου, έχουν βοηθήσει πολλούς «παράνομους» από επιθέσεις συναδέλφων τους. Ω, βέβαια, είναι κάτι παλλικάρια στις λαικές, που έχουν ένα σιδερένιο μπαστούνι κάτω από τον πάγκο, και ξυλοφορτώνουν τους παράνομους ανταγωνιστές, με μία προτίμηση στους σκουρόχρωμους. Και μάλιστα με την ανοχή της αστυνομίας. Από προσωπική εμπειρία, η ανοχή αυτή, έφτασε μέχρι να πέσει ο άνθρωπος λιπόθυμος κάτω και μετά με χειροπέδες τον πήραν στο τμήμα.

Η ανοχή του κράτους, ισχύει όμως για τους Ρωσσοπόντιους. Μπορούν να πουλάνε ελεύθερα, χωρίς να πληρώνουν τίποτε, την οικοσκευή( ;) τους. Για πόσα χρόνια ακόμα δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω, είναι ότι από την «οικοσκευή» τους έχουν θησαυρίσει, και είναι ανεξάντλητη από τότε που ήρθαν στην Ελλάδα. Μάλλον αλλού λοιπόν, είναι η πηγή του ρατσισμού.

Θεωρώ, πως πρέπει να δώσουμε διαφορετικό στόχο στον ρατσισμό μας. Θα πρέπει να τον στρέψουμε στα ρατσιστικά γουρούνια, που καθοδηγούν τον ρατσισμό μας όπως τους γουστάρει και μετά κάνουν μεγαλόκαρδες δηλώσεις και διαχωρίζονται από τον μαινόμενο κοσμάκη που αυτοί γουρουνοποίησαν.

Δημοσιεύθηκε στο LIFE, POLITICS, ΑΤΙΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 7 σχόλια »

ΦΘΙΡΕΞ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 5, 2005

Πρέπει να πήγαινα Δευτέρα Δημοτικού, όταν ξαφνικά ένα πρωί διαπίστωσα πως ξυνόμουν ασυνήθιστα στο κεφάλι. Τόσο, που το δέρμα είχε κάνει εξογκώματα. Δεν άργησαν να το παρατηρήσουν βέβαια, και οι γύρω μου. Η δασκάλα στην τάξη, με πλησίασε (όχι ιδιαίτερα κοντά) και μου είπε συνομωτικά να φωνάξω τη γιαγιά μου.

Την επόμενη μέρα το πρωί, έχοντας φάει τρελλή κατσάδα, γιατί νόμιζαν πως είχα κάνει μαλακία, εμφανίστηκα με τη γιαγιά. Την πήρε παράμερα η δασκάλα, τα ΄πανε, με βούτηξε και φύγαμε. Ούτε μάθημα, ούτε τίποτα. Και ούτε μία κουβέντα στο δρόμο. Πάλι μαλακία στην ορθογραφία θα έκανα, σκέφτηκα. Αλλά για να χάσω το μάθημα, γαμώτο, πόσες φορές θα πρέπει να αντιγράψω την τιμωρία; Στο σπίτι, κλάματα και οδυρμός.

Η διάγνωση; Ψείρες. Η γιαγιά μου είχε ντροπιαστεί τόσο πολύ, που έκλαιγε ασταμάτητα. Που με είχε καθαρή, που με έκανε μπάνιο κάθε Σάββατο, που μου είχε δύο ποδιές αντί για μία, που η αδελφή μου δεν είχε κολλήσει ποτέ και άλλα. Εγώ, εκτός από την φαγούρα, ήμουν πολύ χαρούμενη. Δεν θα έπρεπε να γράψω τιμωρία και θα έμενα σπίτι μέχρι να σκοτώσουμε τα μαμούνια, που είχαν κάνει σπίτι το κεφάλι μου.

Προμηθεύτηκε λοιπόν, μία ειδική πλαστική τσατσάρα και μπόλικη σκόνη Φθιρέξ. Η μπόχα. Μου ΄βαλε λοιπόν τη σκόνη, με τύλιξε με ένα πανί και τις περιμέναμε να σκάσουν, όπως μου είπε. Για καμμιά ώρα κόντευα να πεθάνω από την φαγούρα. Χτύπησε και το κουδούνι, με έκρυψε στο δωμάτιο του παππού και περίμενα σαν μαστουρωμένος Ινδός με το σαρίκι στο κεφάλι για φτου ξελεφτερία.

Μόλις βγήκε το άσπρο πανί, γεμάτο μαύρα μαμούνια, με πήγε στον νιπτήρα για να βγάλει και τ΄αυγά τους με την τσατσάρα. Υπέροχη εμπειρία. Οι πληγές από το κεφάλι μου, κάναν να κλείσουν καμμιά βδομάδα.Αλλά οι ψείρες, ψόφησαν. Ξανά λοιπόν, στο σχολείο και ξανά γερή φαγούρα.

Το ίδιο σκηνικό, αλλά αυτή τη φορά με φωνές στον δρόμο. Πού πας και βάζεις το κεφάλι σου, που κάνεις παρέα με ψειριάρικα, που το αίμα σου τις τραβάει, που θα με πεθάνεις. Αυτή τη φορά, επιστρατεύτηκαν τα μεγάλα όπλα. Πετρέλαιο, στάχτη και αυτή τη φορά, γερμανική παραγγελιά σιδερένια τσατσάρα.

Εγώ, της έλεγα, τα είχα αγαπήσει τα μαμουνάκια, που θα τους χαλάγαμε το σπιτάκι, που θα τους σκοτώναμε τα παιδάκια και ότι άλλη μαλακία θέλετε επιστράτευσα για να γλιτώσω. Φρούδες ελπίδες. Με βάζει κάτω η γιαγιά και με πασαλείβει πετρέλαιο και στάχτη. Μου βάζει μία καρέκλα στην αυλή, και περιμένω μες στον ήλιο να σκάσουν οι ψείρες. Ποιά μαλάκω το σκέφτηκε και της το ΄πε ακόμη δεν ξέρω. Δεν ήταν ακριβώς φαγούρα αυτό που ένιωθα, ήταν μία γλυκιά ζέστη που έγινε ψιλοκαψιματάκι και μετά τσουρουφλίστηκα.

Για αρκετό καιρό, εμφανιζόμουν με αλογοουρά γιατί πάνω στην κορυφή του κεφαλιού μου είχα κενό από το έγκαυμα. Αλλά οι ψείρες ψείρες. Και η γιαγιά μου, έβγαζε καπνούς όταν της έλεγα ότι μάλλον τα αγαπάει τα μαμουνάκια, για τώρα τους έφτιαξε και μία μεγάαααλη πλατεία.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, SILLY | 6 σχόλια »