X-PSILIKATZOY

ΕΙΜΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΄ΜΑΙ

Αρχείο για Αύγουστος 1st, 2005

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 1, 2005

Η τελευταία από τις επισκέψεις μου στην Γερμανία, θα κρατούσε για αρκετούς μήνες και έπρεπε να προσαρμοστώ στο καινούργιο life style. Έπρεπε δηλαδή, να μάθω λίγες λεξούλες για να συννενοούμαι όσο οι γονείς μου θα ήταν στην δουλειά. Με έπαιρναν μαζί τους στα γειτονικά μαγαζιά και με σύστηναν ούτως ώστε αν χαθώ, να ξέρουν ποιά είμαι.

Πρώτος στη λίστα, ο καρβουνιάρης. Είχαμε μία μεγάλη σόμπα στο σπίτι, για την οποία καυχιόμουν στους φίλους μου στην Ελλάδα. Ήταν χτιστή στον τοίχο και έφτανε μέχρι απάνω στο ταβάνι. Για μένα και τον μπαμπά μου, ήταν «η σόμπα που μπουμπουνίζει». Ήταν πιο εύκολο να την συλλάβει το κεφάλι μου με αυτή την περιγραφή. Αυτή λοιπόν η σόμπα που μπουμπούνιζε, ήθελε συνέχεια φτυαριές κάρβουνο. Έτσι, πηγαίναμε σε έναν καταβρόμικο κύριο που μας έδινε όσα βρωμοκάρβουνα θέλαμε. Και τσίμπαγα και την καραμελίτσα μου κάθε φορά. Τον συμπάθησα αμέσως, και είχαμε και τα ίδια γούστα στο χρώμα των νυχιών.

Μετά ήταν η κυρία που είχε την καντίνα με τα βορστ. Καθημερινά απαραίτητη. Πούλαγε όλων των ειδών τα λουκάνικα και επειδή τα λάτρευα, έγιναν οι κατάλληλες συστάσεις. «Βι χαις του; » μου λέει. «Τίνα» της λέω σε άπταιστα Γερμανικά. Από εκεί, τσίμπαγα κάθε μέρα αυτοκολλητάκια στρουμφάκια που τρελλαινόμουν. Καλές οι συστάσεις σκεφτόμουν, είχα ήδη εξασφαλίσει καραμέλες και στρουμφάκια. Συν την ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας, την Φράου Ζέλικ που μου ΄δινε πέντε πφένιχ (ας τα πούμε cents) κάθε φορά, για το μηχάνημα με τις τσίχλες στο σούπερ μάρκετ. Τσουπ, να κι οι τσιχλίτσες.

Γαμάτοι ήταν οι Γερμανοί. Έμενε μόνο να με συστήσουν στον απέναντι φούρνο-μανάβικο. Τον είχε μία πάνχοντρη, άσπρη σαν φρατζόλα, αλλά καθόλου συμπαθητική κυρία. Ήταν πανύψηλη και δεν μου ΄δωσε τίποτε κι ας της είπα τρεις φορές το όνομά μου στην γλώσσα της. Τα αγαπημένα μου τότε, ήταν τα πατατάκια. Η μάνα μου, μου είπε πως όταν πηγαίνω μόνη μου ή με στέλνει για ψώνια, να τα ζητάω τσιπς, και τις πατάτες καρτόφελν.

Το μοναδικό διάστημα που θα έμενα μόνη μου, θα ήταν για μία ώρα κάθε μεσημέρι που θα άλλαζαν βάρδια οι γονείς μου στο εργοστάσιο. Και τότε, έβρισκα ευκαιρία και πέρναγα από τα αγαπημένα μου μαγαζιά. Αναγκαστικά, πέρναγα και από την χοντρή γιατί χωρίς πατατάκια, δεν γινόταν. Έμπαινα, έλεγα γκουν τακ (έτσι μου έλεγαν έπρεπε να λέει μια δεσποινίδα), έλεγα άιν τσιπς , έλεγα νιξ φοστέν, μάι μούτα(μετάφραση – δεν καταλαβαίνω, η μάνα μο&upsilon ;) όταν πάντα κάτι με ρώταγε και την κοπάναγα.

Πέρασε κάνας μήνας και γω το βιολί μου. Καρβουνιάρης – καραμελίτσα, βορστ- στρουμφάκια, χοντρή- τσιπς, Φράου Ζέλικ – ΛΕΦΤΑ! Είχα ολόκληρο θησαυρό και τον είχα κρύψει κάτω από το κρεβάτι. Θα πήγαινα σε μία μέρα, θα έκανα τα λεφτά μου τσίχλες και θα έβαζα και τα υπόλοιπα κάτω και θα τα ΄τρωγα μεμιάς. Μέχρι τότε, βολευόμουν με άλλες ευγενικές χορηγίες. Όλα αυτά, μέχρι που η μάνα μου, πήγε να ψωνίσει από τον φούρνο.

Εκείνη τη μέρα ήρθε σα σίφουνας στο δωμάτιό μου. Είχα απλώσει τον θησαυρό μου στο πάτωμα και τον κοίταγα. Είχα μπουκώσει και μία καραμέλα και σκεφτόμουν και για δεύτερη. Με βούτηξε από το μπράτσο και με πήγε μέχρι την χοντρή, η οποία μόλις με είδε, έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα.

Με βάλανε στην γωνία και άρχισε η ανάκριση γλυκά γλυκά.

-Ντινάκι, έρχεσαι και παίρνεις τσιπς κάθε μέρα;

-Ναι. (φυσικότατ&alpha ;)

-Τα πληρώνεις;

-Όχι (φυσικότατ&alpha ;)

-Γιατί αγάπη μου;

-Γιατί έτσι κάνω και στην Ελλάδα με την γιαγιά. Παίρνω ότι γουστάρω και μετά πάει και τα πληρώνει. Αφού της τό ΄πα της ηλίθιας, νιξ φοστέν μάι μούτα, θα τα πληρώσει η μάνα μου.

Κοκκίνησε η μάνα μου, μετέφρασε αυτά που της είπα στην χοντρή και πέρασε το δικό μου. Πλέον ο φούρνος στην Σούλ Στράσσε του Βερολίνου είχε μάθει το Ελληνικό σύστημα και η χοντρή δεν είπε κουβέντα.

Την επόμενη φορά, μπήκα, άρπαξα τα τσιπς μου και δεν της είπα ούτε γκουν τακ, ούτε γκούτεν μόργκεν από τα καινούργια που είχα μάθει.

Έτσι, για να σκάσει.

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, SILLY | 4 σχόλια »

ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Δημοσιεύθηκε από x-psilikatzoy στο Αύγουστος 1, 2005

(α, και καλό μήν&alpha ;)

Εκεί, γύρω στα δεκάξι-δεκαεφτά έσκασε μία πολύ άσχημη βόμβα στο σπίτι. Ο μπαμπάς είχε κάνει κάτι εξετάσεις και υπήρχε μεγάλο πρόβλημα. Ήμουν αρκετά μεγάλη για να μου το εμπιστευθούν, αλλά όχι και τόσο για να το δεχτώ. Το ότι είμαστε όλοι θνητοί και κάποια μέρα δεν θα υπάρχουμε, δεν ήταν κάτι που είχε περάσει από το μυαλό μου. Ειδικά για τους πιό σημαντικούς ανθρώπους στον δικό μου κόσμο.

Καρκίνος, λοιπόν. Με καμμία ελπίδα σωτηρίας. Οι γιατροί το είχαν δεδομένο ότι θα πεθάνει και έψαχναν με εξετάσεις και βιοψίες για μεταστάσεις που τις είχαν σίγουρες. Νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες σε ένα δωμάτιο που είχαν για ετοιμοθάνατους. Ούτε κι εγώ ξέρω πόσους γνώρισα εκεί μέσα. Κάθε μέρα αποχαιρετούσα και έναν. Ήταν η πρώτη μου κοντινή γνωριμία με τον θάνατο.

Εξοργιστικότατη εμπειρία. Η μητέρα μου ποτέ δεν του είπε την αλήθεια, κι ας ήξερε. Ο πατέρας μου ποτέ δεν της είπε την αλήθεια, κι ας ήξερε. Το μόνο που έβλεπα ήταν κάθε μέρα ένα αντίο στα μάτια τους και ένα σωρό ασυνάρτητες και ψιλοαστείες κουβέντες σα να μην τρέχει τίποτε. Και από μέσα τους θύελλα. Ευτυχώς, το μαρτύριο τελείωσε, όταν μετά από παρακάλια ένας μεγαλογιατρός κοιτάζοντας τις εξετάσεις , ανακάλυψε το λάθος. Δεν υπήρχε καρκίνος, ήταν απλά υγρό στον πνεύμονα.

<>Η οικονομική καταστροφή που είχαμε υποστεί για αυτούς τους τρεις μήνες, ήταν απελπιστική αλλά ξεπεράστηκε. Το σοκ, όμως όχι.

<>Δεν ήξερα μέχρι τότε τί σημαίνει ασθένεια, φόβος, θάνατος. Ο θάνατος είναι μία έννοια με την οποία δεν έχω συμβιβαστεί ακόμη. Αρνούμαι κατηγορηματικά να παραστώ σε νεκροταφείο και αποφεύγω τα νοσοκομεία.

<>Σε ένα εξωτικό νησί έχουν το εξής έθιμο. Μία φορά τον χρόνο γιορτάζουν τον θάνατο και φτιάχνουν ομοιώματα νεκρών από ζάχαρη. Τα ομοιώματα αυτά είναι πιστά αντίγραφα ενός ανθρωπίνου σώματος και στήνονται στα νεκροταφεία τους.Στην συνέχεια, τα παιδιά αφαιρούν το «δέρμα» και επιλέγουν το κομμάτι που θα φάνε. Οστά, έντερα, καρδιά κ.τ.λ.

<>Το βρήκα ανατριχιαστικό, όσο και καταπληκτικό ως τρόπο εξοικείωσης με τον θάνατο, για τα μικρά παιδιά. Δεν με είχε προετοιμάσει κανείς για τον θάνατο, μέχρι εκείνη τη στιγμή.

<>Το θεωρούσαμε τεράστιο ταμπού στην οικογένειά μου, λες και ένας παράδεισος ή μία κόλαση θα αρκούσε…

Δημοσιεύθηκε στο MEMORIES, PHILOSOPHY | 5 σχόλια »